231/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 231 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 231/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Aντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Γεώργιο Αναστασάκο, Σοφία Καρυστ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 231 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 231/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Aντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Γεώργιο Αναστασάκο, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Π. του Γ., κατοίκου ... και 2) Ε. Δ. του Κ., κατοίκου ... οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σκούφο και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Γ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, που ανακάλεσε τη δήλωσή του κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-10-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1223/2003 του ίδιου δικαστηρίου και 8698/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι αιτούντες με την από 16-5-2005 αίτηση αναψηλάφησης, επί της οποίας εκδόθηκε η 6700/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-2-2015 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αναστασάκος ανέγνωσε την από 20-11-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 16-10-2000 αγωγή του ο ήδη αναιρεσίβλητος ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, μεταξύ των οποίων και οι ήδη αναιρεσείοντες, να του καταβάλουν εις ολόκληρον το αναφερόμενο ποσό ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη συνεπεία του τραυματισμού του από υπαιτιότητά τους κατά το περιγραφόμενο εργατικό ατύχημα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, μετά δε από εφέσεις των εναγομένων το εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή για μικρότερο ποσό. Κατά της απόφασης του εφετείου οι ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν αίτηση αναψηλάφησης για το λόγο του άρθρου 544 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., η οποία απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα με την έννοια της πιο πάνω διάταξης είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.Α.Π. 25/2003), όχι δε και οι ισχυρισμοί που αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.Α.Π. 469/1984, Α.Π. 946/2014). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν ο προταθείς ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, αφού ο μη νόμιμος ισχυρισμός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 8/2013). Εξάλλου η δίκη αναψηλάφησης δεν έχει ως αντικείμενο την ουσία της υπόθεσης αλλά την έρευνα της συνδρομής ή μη κάποιου από τους λόγους αναψηλάφησης που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 544 Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς ως πράγματα στη δίκη αυτή δεν νοούνται οι τυχόν ισχυρισμοί του αιτούντος επί της ουσίας της υπόθεσης, οι οποίοι δεν αποτελούν νόμιμους λόγους αναψηλάφησης. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τους παραδεκτά προταθέντες πρωτοδίκως, κατ' έφεση και στη δίκη αναψηλάφησης ισχυρισμούς: α) του πρώτου από αυτούς ότι κατά το χρόνο κατά τον οποίο έλαβε χώρα το ατύχημα που είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό του αναιρεσιβλήτου, δεν ήταν παρών στο εργοτάξιο και είχε αναθέσει την εποπτεία και διοίκησή του στον εργοταξιάρχη Φ. Κ. και β) του δεύτερου από αυτούς ότι δεν ήταν προϊστάμενος του αναιρεσιβλήτου ούτε του συνεργείου στο οποίο ανήκε ο τελευταίος αλλά υπεύθυνοι για τις εργασίες αυτές και προϊστάμενοι του συνεργείου ήσαν οι μηχανολόγοι μηχανικοί Δ. και Π.. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων που αφορούν την ουσία της υπόθεσης δεν αποτελούν νόμιμους λόγους αναψηλάφησης και συνακόλουθα, τυχόν προταθέντες στη δίκη αναψηλάφησης, δεν συνιστούσαν πράγματα κατά την προαναφερθείσα έννοια. Τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι οι ισχυρισμοί αυτοί ούτε αν προτείνονταν στο δικαστήριο που έκρινε την ουσία της υπόθεσης δεν θα συνιστούσαν πράγματα κατά την πιο πάνω έννοια, αφού αποτελούν άρνηση του αγωγικού ισχυρισμού του ήδη αναιρεσιβλήτου ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες ήταν υπαίτιοι του τραυματισμού του.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται αποκλειστικά στις δικονομικές ακυρότητες, δηλαδή εκείνες που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, απαγγελλόμενες για την παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων (Α.Π. 947/2014). Στην προκειμένη περίπτωσημε την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ο προταθείς από τους αναιρεσείοντες λόγος αναψηλάφησης του άρθρου 544 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ως ουσιαστικά αβάσιμος και όχι ως απαράδεκτος για δικονομικό λόγο.
Συνεπώς ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο τον πιο πάνω λόγο αναψηλάφησης, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 544 Κ.Πολ.Δ. αναψηλάφηση επιτρέπεται μόνο στις περιοριστικά αναφερόμενες στο άρθρο αυτό περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και εκείνη του αριθμού 8 του άρθρου αυτού, κατά την οποία το πιο πάνω ένδικο μέσο παρέχεται και αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε απόφαση πολιτικού, ποινικού ή διοικητικού δικαστηρίου η οποία ανατράπηκε αμετάκλητα ύστερα από την τελευταία συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που προσβάλλεται. Η προσβαλλόμενη απόφαση θεωρείται ότι στηρίχθηκε κυρίως στην ανατραπείσα όχι μόνο όταν δεσμεύθηκε από το δεδικασμένο της αλλά και όταν η τελευταία παρήγαγε στο δικονομικό πεδίο δυνατότητες και βάρη δεσμευτικά για τους διαδίκους ή όταν επέδρασε ουσιαστικά στην κρίση του δικαστή και όχι όταν απλώς συνεκτιμήθηκε με όλες τις λοιπές αποδείξεις που τέθηκαν υπόψη του. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Ο καθ' ου η αναψηλάφηση άσκησε κατά των αιτούντων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας την... 61/2000 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η... 1223/2003 οριστική απόφαση και επιδικάσθηκε στον καθ' ου (τότε ενάγοντα) το ποσό των 300.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από εργατικό ατύχημα. Κατά της εν λόγω αποφάσεως οι αιτούντες άσκησαν τις από 12-9-2003 και 5-9-2003 εφέσεις με προσθέτους λόγους, παραπονούμενοι για το επιδικασθέν ποσό, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δημοσιευθείσα στις 23-12-2004. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που είχαν προσκομίσει οι διάδικοι κατά τη συζήτηση των εφέσεων αυτών ήταν και η... 340/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Φλώρινας, με την οποία είχαν κριθεί ένοχοι οι αιτούντες για τον εξ αμελείας τραυματισμό του ενάγοντος. Η απόφαση αυτή ανατράπηκε με την έκδοση της... 724/2004 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, εκδοθείσης επί εφέσεως των αιτούντων, με την οποία κρίθηκαν αυτοί αθώοι για τις αποδιδόμενες σ' αυτούς κατηγορίες, με την αιτιολογία ότι δεν τους βαρύνει αμέλεια ως προς την πρόκληση του εργατικού ατυχήματος. Από το περιεχόμενο όμως της προσβαλλομένης με αναψηλάφηση αποφάσεως αποδεικνύεται ότι η ποινική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Φλώρινας δεν ήταν το μόνο αποδεικτικό στοιχείο που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφασή του αλλά ότι η απόφαση αυτή συνεκτιμήθηκε ελεύθερα μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα με τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τις δοθείσες έξι... ένορκες βεβαιώσεις και τα λοιπά προσαχθέντα από τους διαδίκους έγγραφα. Η απόφαση δε αυτή (η οποία μάλιστα δεν μνημονεύεται σε κανένα σημείο της προσβαλλόμενης απόφασης) δεν είχε αποφασιστική επίδραση στο σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου, η οποία, λαμβανομένου υπόψη του αποδεικτικού ως άνω υλικού, δεν θα ήταν διαφορετική και χωρίς αυτή. Ειδικότερα από το αποδεικτικό υλικό που έλαβε υπόψη το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο, το τελευταίο κατέληξε στην κρίση ότι αποδεικύονταν τα επικαλούμενα στην αγωγή του ενάγοντος, νυν και καθ' ου, και δη ο τραυματισμός αυτού και ότι αυτός οφειλόταν σε αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) των τότε εναγομένων-εκκαλούντων, νυν αιτούντων, και δη του πρώτου εξ αυτών Ι. Π. ως επικεφαλής στο εργοτάξιο και διευθυντή του έργου, του δε δευτέρου Ε. Δ. ως μηχανικού κατασκευής και ποιότητας του επιμέρους έργου, αμφοτέρων ως υπευθύνων σε θέματα προσωπικού, δηλαδή σχετικά με την πρόσληψη και τοποθέτηση ειδικευμένων εργατών στους επιμέρους τομείς εργασιών, ως και της ενασχόλησής τους κατά την κατασκευή του έργου που εκτελούσε η πρώτη εναγομένη εταιρεία (μη διάδικος στην παρούσα δίκη), την κατανομή της εργασίας, την καθοδήγηση και εποπτεία τους, οι οποίοι αφενός μεν δεν ανέθεσαν σε ειδικευμένο εργαζόμενο-ηλεκτρολόγο την εκτέλεση, παρακολούθηση και περαίωση των εργασιών τοποθέτησης τερματικού στον ανελκυστήρα μεταφοράς προσώπων και πραγμάτων που λειτουργούσε επί του πύργου ψύξεως ούτε μερίμνησαν ώστε να ληφθούν όλα τα απαραίτητα και προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας με την ενασχόληση περισσότερων προσώπων και τη συμμετοχή εποπτεύοντος ώστε να συντονίζονται όλες οι εργασίες για την αποφυγή κινδύνων με σαφείς οδηγίες και αυστηρή τήρηση όλων των μέτρων προφύλαξης και των κανόνων ασφαλούς απασχόλησης αλλά ανέθεσαν, δια του εργοδηγού του έργου Α. Τ., στον ενάγοντα και τον Χ., που είχαν την ειδικότητα του οικοδόμου, την εκτέλεση των παραπάνω εργασιών αρμοδιότητας ηλεκτρολόγου, παραβαίνοντας έτσι αυτοί τις σχετικές για τα παραπάνω μέτρα ασφαλείας διατάξεις των άρθρων 45, 60 περ. ια, 64, 111, 117 του π.δ. 1073/1981 σε συνδ. με αρθρ. 3 του β.δ. 25-8/5-9-1920 και 20 του π.δ. 778/1980, 5 παρ. 1 και 2, 6, 7 και 9 π.δ. 395/1994 και 12 παρ.7 εδ. ε και 9 εδ. δ παράρτημα IV, μέρος Β, τμήμα II του π.δ. 305/1996. Δεν αποδείχθηκε επομένως ότι η ανατραπείσα ως άνω ποινική απόφαση επέδρασε ουσιαστικά στην κρίση του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, όπως οι αιτούντες ισχυρίζονται με τον μοναδικό λόγο της κρινομένης αιτήσεως...". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο απέρριψε το μόνο λόγο αναψηλάφησης των αναιρεσειόντων και συνακόλουθα την αίτηση αναψηλάφησης στο σύνολό της. Έτσι δε που έκρινε δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα του αν η προσβληθείσα με την αίτηση αναψηλάφησης 8698/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών είχε ή όχι στηριχθεί κυρίως στη ληφθείσα υπόψη από το τελευταίο αυτό δικαστήριο και μεταγενέστερα αμετακλήτως ανατραπείσα 340/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Φλώρινας. Ειδικότερα επαρκώς και σαφώς αιτιολόγησε την κρίση του ότι η προσβληθείσα με την αίτηση αναψηλάφησης απόφαση δεν είχε στηριχθεί κυρίως στην ανατραπείσα ποινική, αφού δέχθηκε ότι το δικαστήριο που την εξέδωσε συνεκτίμησε την ποινική απόφαση με τα άλλα ειδικώς αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα.
Συνεπώς ο τρίτος (επικουρικός) αναιρετικός λόγος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες επικαλούμενοι το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πιο πάνω πλημμέλειες, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδονται στην προσβαλλομένη αιτιάσεις για ελλείψεις των αιτιολογιών της κατά την κρίση της επί της ουσίας της υποθέσεως, είναι επίσης αβάσιμος διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το εφετείο προέβη σε τέτοια κρίση.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Φεβρουαρίου 2015 αίτηση των Ι. Π. και Ε. Δ. για αναίρεση της 6700/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στις 15 Μαρτίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ