Legislator Case Law & Legislation
231/2014 AI generated

231/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 231/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

231/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, με την υπ' αριθμ. 139/2008 απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Κατά της συγκεκριμένης απόφασης ο αναιρεσίβλητος άσκησε την από 8-4-2008 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 667/2011 απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία δέχθηκε την άνω έφεση και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 231 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 231/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Ε. Ζ. του Α., 2Κ. Ζ. του Θ. και 3Δ. Σ. του Ε., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λαμπρόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Του αναιρεσίβλητου: Δ. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αστερή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Οκτωβρίου 2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 139/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 667/2011 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20 Αυγούστου 2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας, ανέγνωσε την από 5 Σεπτεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, όσον αφορά την πρώτη των αναιρεσειόντων και να γίνει δεκτός ως προς τους δεύτερο και τρίτο εξ αυτών και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς αυτούς.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 667/2011 απόφαση του Εφετείου Πατρών. Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης έχει ως εξής: Οι αναιρεσείοντες με την από 1-10-2005 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, επικαλούμενοι ο καθένας εξ αυτών κατάρτιση σύμβασης πώλησης με τον αναιρεσίβλητο και ύπαρξη πραγματικών ελαττωμάτων των πωληθέντων πραγμάτων, ζήτησαν να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να τους καταβάλει τα ποσά των 4.310, 5.147,50 και 16.030 ευρώ στον καθένα εξ αυτών αντίστοιχα, για την αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής ζημίας που υπέστησαν.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, με την υπ' αριθμ. 139/2008 απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Κατά της συγκεκριμένης απόφασης ο αναιρεσίβλητος άσκησε την από 8-4-2008 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 667/2011 απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία δέχθηκε την άνω έφεση και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή.

Kατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: "Οι ενάγοντες Ε. Ζ., Κ. Ζ. του Θ. και Δ. Σ., κάτοικοι ... είναι αμπελοκαλλιεργητές και διατηρούν αμπελώνες στην περιοχή …, στη θέση "..." η πρώτη, στην ίδια θέση ο δεύτερος και στη θέση "..." ο τρίτος.

Το έτος 2004, οι παραπάνω αγρότες εντάχθηκαν στο πρόγραμμα οικονομικής ενίσχυσης για την αναδιάρθρωση και μετατροπή των αμπελώνων τους (Κανονισμός Ε.Ε. 1493/99 για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς) με νέα φυτά αμπέλου. Κατά το έτος 2005, ενδιαφερόμενοι να προβούν στη φύτευση των αμπελώνων τους, σε έκταση πέντε (5) στρεμμάτων η πρώτη, πέντε (5) στρεμμάτων ο δεύτερος και είκοσι (20) στρεμμάτων ο τρίτος, απευθύνθηκαν στον εναγόμενο, ο οποίος διατηρεί στην …, φυτώρια αμπέλου, προκειμένου να προμηθευτούν τα προς φύτευση υποκείμενα αμπέλου (έρριζες κληματόβεργες).

Προς τούτο δυνάμει συμβάσεως πωλήσεως, που συνήψε ο καθένας από τους ενάγοντες με τον εναγόμενο στην …, ο τελευταίος πώλησε και παρέδωσε σ' αυτούς τις παρακάτω ποσότητες αντιφυλλοξηρικών υποκειμένων αμπέλου α) στις 7-4-2005, στην πρώτη ενάγουσα 1.200 τεμάχια, προς 1,25 ευρώ το καθένα, έναντι συνολικού τιμήματος 1.500 ευρώ, εκδοθείσας της 056/7-4-2005 απόδειξης του εναγομένου, β) στις 20-4-2005 στον δεύτερο ενάγοντα 1.800 τεμάχια, προς 1,25 ευρώ το καθένα, έναντι συνολικού τιμήματος 2.250 ευρώ, εκδοθείσας της 20-4-2005 απόδειξης και γ) στις 9-4-2005 στον τρίτο ενάγοντα 4.000 τεμάχια, προς 1,25 ευρώ το καθένα, έναντι συνολικού τιμήματος 5.000 ευρώ, εκδοθείσας της 062/9-4-2005 απόδειξης.

Τα πωληθέντα από τον εναγόμενο φυτά φυτεύθηκαν στα αγροκτήματα των εναγόντων σε έκταση πέντε (5) στρεμμάτων της πρώτης, πέντε (5) στρεμμάτων του δεύτερου και είκοσι (20) στρεμμάτων του τρίτου. Από αυτούς ο δεύτερος και τρίτος των εναγόντων εντάχθηκαν στο πρόγραμμα οικονομικής ενίσχυσης της αναδιάρθρωσης - μετατροπής αμπελώνων για μεγαλύτερες εκτάσεις από εκείνες στις οποίες φυτεύθηκαν τα πωληθέντα από τον εναγόμενο φυτά και συγκεκριμένα έξι (6) στρεμμάτων ο δεύτερος και τριάντα τριών (33) στρεμμάτων ο τρίτος συνολικά και πράγματι, όπως προκύπτει από το Ζ/15030/14-11-2006 έγγραφο της Διεύθυνσης Γεωργίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας, στους ενάγοντες χορηγήθηκε το δικαιούμενο ποσό οικονομικής ενίσχυσης με την ολοκλήρωση των δράσεων φύτεμα - υποστήλωση το έτος 2005 για εκτάσεις πέντε (5) στρεμμάτων στην πρώτη, έξι (6) στρεμμάτων στο δεύτερο και τριάντα τριών (33) στρεμμάτων στον τρίτο.

Για τη φύτευση μεγαλύτερης έκτασης, από εκείνη στην οποία φυτεύθηκαν τα πωληθέντα από τον εναγόμενο φυτά, ήτοι δέκα τριών (13) στρεμμάτων (33 στρεμ. - 20 στρεμ.) ο τρίτος ενάγων προμηθεύθηκε φυτά από άλλα φυτώρια και συγκεκριμένα από το φυτώριο Α. και Α. Δ., το οποίο βρίσκεται στα .... Οι επίδικες συμβάσεις πώλησης των εναγόντων Ε.

Ζ. του Α., Κ. Ζ. του Θ. και Δ. Σ. του Ε. καταρτίστηκαν με τον εναγόμενο στις 7-4-2005, 20-4-2005 και 9-4-2005 αντίστοιχα και στη συνέχεια ακολούθησε η φύτευση των φυτών. Ο αμπελοκαλλιεργητής Β. Ζ. του Θ., ο τρίτος ενάγων Δ. Σ. και Χ. Λ., μάρτυρας απόδειξης, ο οποίος επίσης προμηθεύθηκε φυτά προς φύτευση από το φυτώριο του εναγομένου τον Απρίλιο του 2005, περί τις 14-4-2005, προσκόμισαν στο Ινστιτούτο Προστασίας Φυτών Πατρών, έρριζα μοσχεύματα αμπέλου ποικιλίας "Ροδίτη" σε αριθμό τριάντα έξι (36) φυτών οι δύο πρώτοι και είκοσι τριών (23) φυτών ο τρίτος, τα οποία με το από 14-4-2005 υπηρεσιακό σημείωμα του εν λόγω Ινστιτούτου, εστάλησαν από την Πάτρα στο Ινστιτούτο Προστασίας Φυτών Βόλου του Εθνικού Ιδρύματος Αγροτικής Έρευνας, προς εξέταση.

Στις 20-4-2005 εξετάσθηκαν στο Ινστιτούτο Προστασίας Φυτών Βόλου όλα τα φυτά των δεμάτων των παραπάνω αποστολέων και το αποτέλεσμα της εξέτασης αυτής καθώς και οι αναλυτικοί πίνακες αποτελεσμάτων του ελέγχου διαβιβάσθηκαν, με τα 463/21-4-2005 και 538/5-5-2005 έγγραφα στο Ινστιτούτο Προστασίας Φυτών Πατρών, όπου καταχωρίστηκαν με αριθμό 429/22-4-2005 και 474/22-4-2005 αντίστοιχα.

Στη συνέχεια τα έγγραφα αυτά της έκθεσης ελέγχου και των πινάκων, αναφορικά με την εξέταση των τριάντα έξι (36) δειγμάτων των αποστολέων Β. Ζ. (του Θ.) και τρίτου ενάγοντος, με το 474/17-5-2005 έγγραφο του Ινστιτούτου Προστασίας Φυτών Πατρών απεστάλησαν στους εν λόγω αποδέκτες τους. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την 436/21-4-2005 έκθεση εξέτασης του Ινστιτούτου Προστασίας Φυτών Βόλου, που υπογράφεται από τον ερευνητή του Ινστιτούτου Ι.

Ρ., το πρώτο δέμα των έρριζων μοσχευμάτων αμπέλου ποικιλίας "Ροδίτη" τριάντα έξι (36) φυτών, που προσκομίστηκαν στο Ινστιτούτο Προστασίας Φυτών Πατρών από τους αμπελουργούς Β. Ζ. (του Θ.) και τρίτο ενάγοντα Δ. Σ., περιείχε φυτά τα οποία παρουσίαζαν διόγκωση στο σημείο εμβολιασμού ενώ σε κατά μήκος τομή που έγινε στο σημείο εμβολιασμού και στο κατώτερο τμήμα του μοσχεύματος, απ' όπου εκφύονται οι ρίζες, διαπιστώθηκαν εκτεταμένοι καστανοί μεταχρωματισμοί και τα φυτά αυτά στην πλειονότητά τους (31 από 36) κρίθηκαν ακατάλληλα.

Επίσης, σύμφωνα κατά τον συνοδεύοντα την έκθεση αυτή 538/5-5-2005 αναλυτικό πίνακα εξέτασης των τριάντα έξι (36) φυτών, απομονώθηκαν από το σημείο εμβολιασμού άνω και από το σημείο έκφυσης των ριζών κάτω, οι παθογόνοι μύκητες Rizoctonia, Botryosphareia, Cylidrocarpon 2X, 3X. Εξάλλου, σύμφωνα με την ίδια έκθεση και τους παραπάνω αναλυτικούς πίνακες, καθόσον αυτή αφορά την εξέταση του δέματος των είκοσι τριών (23) δειγμάτων που προσκομίσθηκαν από τον αμπελουργό Χ.

Λ., τα φυτά αυτά παρουσίαζαν ανάλογα συμπτώματα και η φύτευσή τους θεωρήθηκε ότι ίσως αποβεί προβληματική. Στην ίδια έκθεση επισημαίνεται ότι το πρόβλημα που διαπιστώθηκε, απασχολεί τη διεθνή και ελληνική επιστημονική κοινότητα και ότι είναι αιτία της αποτυχίας των φυτεύσεων σε πολλές περιοχές της χώρας τα τελευταία πέντε χρόνια.

Ο αμπελουργός Β. Ζ. του Θ., προηγουμένως είχε απευθυνθεί στον Γεωπόνο Τ.Ε Θ. Π., στον οποίο επέδειξε μερικά (μη φυτευθέντα) εμβολιασμένα σε αντιφυλλοξηρικό υποκείμενο, φυτά αμπελιού, που έφεραν έντονη διόγκωση στο σημείο εμβολιασμού και μετά από εξέτασή τους, με τη διενέργεια τομής στο σημείο εμβολιασμού, ο παραπάνω Γεωπόνος παρατήρησε ότι η διόγκωση αυτή οφειλόταν στο ότι η σύνδεση του εμβολίου και υποκειμένου είχε γίνει μόνο στις εξωτερικές πλευρές και ότι επιπλέον εσωτερικά υπήρχε καστανός - κασταναομελανός μεταχρωματισμός των αγγείων αλλά και εσωτερικά της εντεριώνης και συνέστησε την εργαστηριακή εξέταση, ενώ στη συνέχεια ο ίδιος έλαβε γνώση των αποτελεσμάτων της, περί της παρουσίας μυκήτων στα εξετασθέντα δείγματα.

Μετά την γνωστοποίηση των αποτελεσμάτων της παραπάνω εργαστηριακής εξέτασης, ο εν λόγω Γεωπόνος στις 20 Μαΐου 2005, μετά από σχετική πρόσκληση των αμπελουργών, Β. Ζ. του Θ., του δευτέρου ενάγοντος Κ. Ζ. του Θ. και του τρίτου ενάγοντος Δ. Σ., επισκέφθηκε τις πρόσφατα εγκατεστημένες αμπελοφυτείες τους, με σκοπό να εκτιμήσει συμπτωματολογικά - μακροσκοπικά το ποσοστό των προσβεβλημένων φυτών και τη δυνατότητα συνέχισης της καλλιέργειας ή της εγκατάλειψής της.

Παράλληλα επισκέφθηκε τον όμορο, του αγρού του δεύτερου ενάγοντος, αμπελώνα της πρώτης ενάγουσας Ε. Ζ.. Προς τούτο συνέταξε την από 24-4-2005 έκθεση ζημίας στην οποία εκθέτει τις διαπιστώσεις του, αναφορικά με είδος και τη φύση της υποδομής των αγρών, την κατάσταση των καλλιεργειών και των φυτών. Πιο συγκεκριμένα, όπως αναφέρει στην έκθεσή του, για τη διαπίστωση της κατάστασης των φυτών στον αγρό της πρώτης ενάγουσας, στον οποίο η εγκατάσταση του αμπελώνα ήταν ολοκληρωμένη, η υποδομή (αρδευτικός υπόγειος αγωγός, σταλακτηφόρος σωλήνας, μεταλλικοί πάσσαλοι και σύρματα) περαιωμένη και τα περισσότερα αναπτυγμένα φυτά βρίσκονταν στο στάδιο των 5-6 ψύλλων, προέβη σε τέσσερις (4) τυχαίες μετρήσεις σε διαφορετικές σειρές και σε ομάδες των είκοσι πέντε (25) φυτών, διαπιστώνοντας ότι το 75% των φυτών περίπου παρουσίαζαν μακροσκοπικά συμπτώματα προσβολής, ήτοι μη έκπτυξη, καχεκτική ανάπτυξη, όγκο στο σημείο εμβολιασμού και σε ορισμένες περιπτώσεις μάρανση και θάνατο μετά την έκπτυξη.

Ακολούθως εκθέτει ότι εξέτασε ορισμένα φαινομενικά υγιή φυτά, για την επιβεβαίωση της υποψίας του, ότι θα μπορούσε να υπάρχει σε λανθάνουσα μορφή προσβολή τους, όπου πραγματοποιώντας τομές στο στόμιο εμβολιασμού και στο τμήμα του υποκειμένου και του εμβολίου, διαπίστωσε ότι σε ποσοστό 35% αυτών υπήρχε πράγματι καστανός μεταχρωματισμός στο αγγειακό σύστημα ενώ κατά τα λοιπά ο αμπελώνας ήταν περιποιημένος, το έδαφος καθαρό, τα φυτά ποτισμένα ικανοποιητικά, είχε γίνει φρεζάρισμα και ότι στο φύλλωμα των εκπτυχθέντων φυτών, δεν παρατηρήθηκε προσβολή.

Περαιτέρω εκθέτει ότι, ακολουθώντας την ίδια μεθοδολογία μέτρησης, εξέτασε τον ευρισκόμενο στο κοινό όριο, νέο αμπελώνα του δεύτερου ενάγοντος Κ. Ζ. του Θ., σε έκταση πέντε (5) στρεμμάτων, όπου είχε εγκατασταθεί το αρδευτικό σύστημα, τα φυτά ήταν ποτισμένα και το έδαφος απαλλαγμένο ζιζανίων, εκτίμησε μακροσκοπικά ότι το 70% των φυτών περίπου φαινόταν να είναι προβληματικά.

Στη συνέχεια, συνοδευόμενος από τον Β. Ζ. του Θ., επισκέφθηκε τον αμπελώνα του τρίτου ενάγοντος, έκτασης 20 στρεμμάτων, όπου είχε εγκατασταθεί το αρδευτικό σύστημα με σταλακτάτη, μετρώντας δε με την ίδια μέθοδο δειγματοληψίας αλλά επί οκτώ (8) σειρές από είκοσι πέντε (25) φυτά, ομοίως θεώρησε το 75% των φυτών αυτών, ως προσβεβλημένα από την ίδια ασθένεια.

Στην έκθεση αυτή αναφέρεται ότι λήφθηκαν φωτογραφίες των κτημάτων και μερικών φυτών χωρίς ωστόσο να επισυνάπτονται τέτοιες φωτογραφίες στην έκθεση ούτε και οι ενάγοντες επικαλούνται και προσκομίζουν σχετικές φωτογραφίες. Ο παραπάνω Γεωπόνος στην έκθεσή του παραθέτει την άποψή του ότι, φυτά προσβεβλημένα από τους μύκητες Cylidrocarpon και Botryosphareia, που προκαλούν ασθένεια του ξύλου, συνιστάται διεθνώς να μην φυτεύονται καθώς δεν υπάρχει θεραπευτική αντιμετώπιση και περαιτέρω προβαίνει στην εκτίμηση ότι σε περίπτωση ανάγκης αναφύτευσης, κατά την τρέχουσα καλλιεργητική περίοδο του χρόνου εξέτασης, θα ήταν αδύνατο να ανευρεθούν νέα φυτά, λόγω παρόδου της εποχής.

Τελικά, καταλήγει ότι συνέστησε στους δύο παραγωγούς, χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένα σε ποιους από εκείνους τους αμπελώνες των οποίων εξέτασε, αλλά προφανώς σε αυτούς που τον προσκάλεσαν και του ανέθεσαν την εξέταση, να εκριζώσουν τα φυτά και να προσπαθήσουν να προβούν σε αναφύτευση και αναλύει την οικονομική ζημία, υπολογίζοντας αυτήν με βάση το κόστος αγοράς νέων φυτών, τα επιπλέον έξοδα για την αναφύτευση, τα έξοδα της πραγματοποιηθείσας καλλιέργειας και την απώλεια ενός έτους παραγωγής στο συνολικό ποσό των 639 ευρώ ανά στρέμμα (στο οποίο περιλαμβάνεται η αξία αγοράς 200 νέων φυτών ανά στρέμμα) στο ποσό των 3.195 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα, 3.195 ευρώ για τον δεύτερο ενάγοντα και 12.780 ευρώ για τον τρίτο ενάγοντα.

Παρότι όλοι οι ενάγοντες επικαλούνται ότι προέβησαν ο καθένας σε αγορά νέων φυτών, προς επαναφύτευση των αμπελώνων τους και ειδικότερα η πρώτη 1.200 φυτών, ο δεύτερος 1.800 φυτών και ο τρίτος 4.000 φυτών, που προμηθεύθηκαν η πρώτη και ο τρίτος από τον Α. Δ. από τα ..., με τα οποία επαναφύτευσαν τους αμπελώνες τους στις αρχές Ιουνίου 2005, δεν προσκομίζουν σχετικές αποδείξεις αγοράς περί της επικαλούμενης αγοράς των νέων αυτών φυτών.

Τέτοιες αποδείξεις δεν επικαλέσθηκαν ούτε προσκόμισαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ομοίως δε παραλείπουν στο παρόν δικαστήριο, ενώ κανένα αποδεικτικό στοιχείο περί των διενεργηθεισών δαπανών προς επαναφύτευση προσκομίζουν, ήτοι για διάνοιξη λάκκου, για το φύτεμα με μηχανικό τρυπάνι, όργωμα των αγρών, φρεζάρισμα, εργατικά φύτευσης.

Το κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς πραγματικό ελάττωμα των πωληθέντων φυτών, που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση, ως γενεσιουργός λόγος της ευθύνης του ενάγοντος προς αποζημίωση των εναγόντων, αφορά στην ακαταλληλότητα όλων των πωληθέντων προς τους ενάγοντες φυτών προς φύτευση, λόγω προσβολής τους από μύκητες Cylidrocarpon και Botryosphareia, όπως έγινε δεκτό από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για το σύνολο των φυτών, επιδικάζοντας με την εκκαλουμένη μέρος της αξιούμενης θετικής και αποθετικής αποζημίωσης.

Από πλευράς του εναγομένου αμφισβητείται η αξιοπιστία της δειγματοληψίας των εξετασθέντων φυτών, ως προς την προέλευση του δείγματος από τα πωληθέντα από τον ίδιο φυτά, για το λόγο ότι οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, που καλλιέργησαν μεγαλύτερες εκτάσεις από εκείνες που αφορούσαν οι πωληθείσες από τον ίδιο ποσότητες φυτών, προμηθεύθηκαν φυτά, εκτός από τον ίδιο και από άλλα φυτώρια και επιπλέον δεν ακολουθήθηκε, για τη λήψη των δειγμάτων, η διαδικασία υποβολής αιτήσεως εκ μέρους των εναγόντων στη Διεύθυνση Γεωργίας ή το Περιφερειακό Κέντρο Προστασίας Φυτών, προκειμένου να γίνει αυτή από αρμόδιο γεωπόνο, ούτε συντάχθηκε σχετικό πρωτόκολλο και έγινε χωρίς να τηρηθούν οι κανόνες λήψης και μεταφοράς στο εργαστήριο, που αναφέρονται στη σχετική βιβλιογραφία.

Από την προαναφερόμενη έκθεση εργαστηριακής εξέτασης, προκύπτει ότι τα τριάντα έξι (36) φυτά, ως προς τα οποία διαπιστώθηκε ακαταλληλότητα των τριάντα ενός (31) φυτών, αφορούν τα φυτά που προσκομίσθηκαν στο Ινστιτούτο Προστασίας Φυτών Πατρών, από τον μη διάδικο, αμπελουργό Β. Ζ. του Θ. και τον τρίτο ενάγοντα, στις 14-4-2005.

Κατά το χρόνο αυτό, ο δεύτερος ενάγων, δεν είχε καταρτίσει, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και την εκδοθείσα απόδειξη αγοράς, την επίδικη σύμβαση πώλησης (20-4-2005), ούτε φέρεται στην έκθεση ελέγχου ο ίδιος, ως ενδιαφερόμενος καλλιεργητής φυτών, χωρίς όμως, από τα στοιχεία αυτά να μπορεί να αποκλειστεί το γεγονός, τόσο της προγενέστερης πραγματικής κατάρτισης της σύμβασης πώλησης αυτής, όσο και το ότι ο παραπάνω Β.

Ζ., προφανώς αδελφός του και φερόμενος στην έκθεση ζημιών ως καλλιεργητής και ο ίδιος, προσκομίζοντας τα φυτά, δεν ενεργούσε ατομικά αλλά για λογαριασμό του δεύτερου ενάγοντος, ενώ ο τελευταίος καλλιέργησε μεν έκταση έξι (6) στρεμμάτων, αλλά προμηθεύθηκε 1.800 φυτά, που ήταν επαρκή για την καλλιέργεια, τα οποία του πώλησε ο εναγόμενος, όπως αναφέρει ο τελευταίος, εξεταζόμενος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

Απεναντίας ο τρίτος ενάγων, ο οποίος καλλιέργησε συνολικά έκταση τριάντα τριών (33) στρεμμάτων, πράγματι προμηθεύθηκε φυτά και από άλλα φυτώρια, όπως πειστικά αναφέρει για αυτό ο εναγόμενος, κατά την παραπάνω εξέτασή του, καθόσον η ποσότητα των 4.000 φυτών που αγόρασε από τον εναγόμενο, δεν ήταν επαρκής για την πραγματοποιηθείσα καλλιέργεια τριάντα τριών (33) στρεμμάτων, ήτοι 120 φυτά ανά στρέμμα (4.000 : 33 στρέμματα), ενόψει του αναγκαίου προς φύτευση, κατά μέσο όρο, αριθμού φυτών ανά στρέμμα, ήτοι από 207 φυτά, που καταθέτει ο μάρτυρας απόδειξης, μέχρι τον αριθμό των 240 έως 300 φυτών (1.200 : 5 στρέμματα και 1.800 : 6 στρέμματα) που προμηθεύθηκαν οι ενάγοντες για κάθε στρέμμα αμπελώνα.

Ωστόσο το γεγονός αυτό, από μόνο του δεν συνηγορεί, ώστε να θεωρηθούν τα προαναφερόμενα τριάντα έξι (36) φυτά ως προερχόμενα από άλλα φυτώρια, διότι τα φυτά των παραπάνω επιδίκων πωλήσεων δεν διαφοροποιούνταν, ως προς το είδος και τη μορφολογία τους, από τα είκοσι τρία (23) δείγματα φυτών, που προσκομίσθηκαν ταυτοχρόνως στο εργαστήριο προς εξέταση από τον μάρτυρα απόδειξης και τα οποία του είχε πωλήσει ο εναγόμενος.

Ο τελευταίος, επειδή τα δείγματα των φυτών του Χ. Λ. παρουσίασαν μύκητες, έστω και αν αυτά δεν θεωρήθηκαν ακατάλληλα στο βαθμό του δεύτερου και τρίτου ενάγοντος, αφού θεωρήθηκε ενδεχόμενη η εμφάνιση προβλήματος μετά τη φύτευση, αποδέχθηκε την επιστροφή τους από τον εν λόγω αγοραστή και του απέδωσε το εισπραχθέν τίμημα.

Από προαναφερόμενα γεγονότα, από τα οποία ελέγχεται η ταυτότητα της προέλευσης του δείγματος των τριάντα έξι (36) φυτών, σε σχέση με εκείνα των επιδίκων πωλήσεων προς τους παραπάνω ενάγοντες, δεν προέκυψε ότι τα προσκομισθέντα στο εργαστήριο φυτά, προέρχονταν από άλλους προμηθευτές και όχι από τον εναγόμενο και για το λόγο αυτό οι σχετικές αιτιάσεις του εναγομένου δεν ευσταθούν.

Ομοίως δεν αναιρείται το γεγονός ότι το δείγμα προέρχονταν από τα πωληθέντα, επειδή παραλείφθηκε η τυπική διαδικασία, ούτε η παράλειψη αυτής και άλλων παραμέτρων, όπως εκείνες της αποθήκευσης και μεταφοράς, επέδρασε στην καταλληλότητα των προς εξέταση δειγμάτων, αφού κάτι τέτοιο δεν παρατηρήθηκε κατά τον έλεγχο, ενώ τα προσκομισθέντα τριάντα έξι (36) δείγματα φυτών δεν προκύπτει ότι είχαν φυτευθεί, όπως και τα όμοια του μάρτυρα απόδειξης, διότι όλα τα φυτά που προσκομίσθηκαν ήταν έρριζα και τα παραπάνω δείγματα δεν φαίνεται ότι είχαν εκριζωθεί.

Απεναντίας, τα δείγματα αυτά ως εκ του χρόνου που προσκομίστηκαν στο Ινστιτούτο Προστασίας Φυτών Πατρών, δηλ. σε λιγότερο από πέντε ημέρες μετά την κατάρτιση της στις 9-4-2005 σύμβασης πώλησης με τον τρίτο ενάγοντα και υπό την προαναφερόμενη εκτίμηση ότι η κατάρτιση της σύμβασης με τον δεύτερο ενάγοντα πραγματικά έλαβε χώρα κατά τον ίδιο χρόνο, οπωσδήποτε εξαιρέθηκαν της φύτευσης από τους εν λόγω αμπελουργούς, διότι κατά τη διαδικασία αυτής διαγνώσθηκε η παρουσία εξογκώματος.

Από την παραπάνω, όμως, έκθεση ελέγχου των τριάντα έξι (36) δειγμάτων φυτών, ως προς τα οποία διαπιστώθηκε η ακαταλληλότητα των τριάντα ενός (31) φυτών και τα αποτελέσματα του πίνακα απομόνωσης παθογόνων μυκήτων, σε συνδυασμό με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και η από 24-5-2005 έκθεση ζημιών του Γεωπόνο Θ.

Π., η οποία ελέγχεται ως προς την πειστικότητά της, όπως θα εξηγηθεί πιο κάτω, ουδόλως βεβαιώνεται η ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος, τόσο για τη συνολική ποσότητα των 5.800 φυτών (1.800 + 4.000), που αριθμούν οι επίδικες πωλήσεις προς τον δεύτερο και τρίτο των εναγόντων, όσο και μέρους τους, εκτός των δειγμάτων, εφόσον, λόγω του ελάχιστου αριθμού των εξετασθέντων φυτών, που αντιστοιχεί σε ποσοστό 0,63% περίπου της συνολικής ποσότητας των πωληθέντων στους παραπάνω ενάγοντες φυτών (5.800 Χ 0,63%=36 φυτά), το δείγμα κρίνεται ανεπαρκές και η εξέταση απρόσφορη, για να πιστοποιηθεί πραγματικό ελάττωμα των φυτών, ενώ για τα φυτά της επίδικης πώλησης προς την πρώτη ενάγουσα δεν έγινε εργαστηριακή εξέταση.

Η ανεπάρκεια αυτή του δείγματος, ουδόλως συμπληρώνεται από την εξέταση των φυτευθέντων φυτών, που διενήργησε ο Γεωπόνος Θ. Π. και περιέχεται στην προαναφερόμενη από 24-5-2005 έκθεσή του, η οποία δεν τεκμηριώνει την ύπαρξη του επιδίκου πραγματικού ελαττώματος ούτε στο σύνολο των φυτών ούτε σε μικρότερο αριθμό της πραγματοποιηθείσας από τον κάθε ενάγοντα καλλιέργειας.

Και τούτο διότι η μακροσκοπική εξέταση των αμπελώνων έγινε μόνο επί ολίγων σειρών και ομάδας φυτών, που αντιστοιχούν κατά μέγιστο αριθμό σε 100 φυτά στους αμπελώνες της πρώτης και δεύτερου των εναγόντων (8,5% της καλλιέργειας της πρώτης και 5,6% της καλλιέργειας του δεύτερου) και σε 200 φυτά του τρίτου (5% της καλλιέργειας του τρίτου), οι τομές στα φυτά του αγρού της πρώτης ενάγουσας έγιναν μόνο επί ορισμένων φυτών, ο αριθμός των οποίων δεν αναφέρεται, ούτε αριθμούνται τα προσβεβλημένα φυτά, καθώς και αυτά που αναφέρεται ότι έχουν μαρανθεί ή δεν έχουν εκπτυχθεί, αλλά και τα ανεπτυγμένα, με συνέπεια τα εξαγόμενα για κάθε περίπτωση ποσοστά αποτυχίας της καλλιέργειας, λόγω της αοριστίας του τρόπου υπολογισμού τους, αφού δεν στηρίζονται σε συγκεκριμένες μετρήσεις, να μην αποδίδουν αντίστοιχο αριθμό προσβληθέντων φυτών είτε του συνόλου είτε μέρους της καλλιέργειας.

Έτσι, ο υπολογισμός του συντάκτη τη έκθεσης ότι η αναφύτευση αφορούσε 200 φυτά ανά στρέμμα για τον αμπελώνα του κάθε ενάγοντος ήτοι 1.000 φυτά για καθένα από τους αγρούς της πρώτης και δεύτερου των εναγόντων (200 φυτά Χ 5 στρέμματα) και 4.000 φυτά για τον αγρό του τρίτου (200 φυτά Χ 20 στρέμματα) αποβαίνει εντελώς αναιτιολόγητος, εφόσον δεν εξετάσθηκε τέτοιος αριθμός φυτών ούτε και αντιστοιχεί στο προσδιοριζόμενο από τον ίδιο ποσοστό αποτυχίας από 70 έως 75% και επιπλέον σε 35% για τα υγιή φυτά στην περίπτωση της πρώτης ενάγουσας.

Εξάλλου, η αναφερόμενη διαπίστωση περί μεταχρωματισμού του αγγειακού συστήματος των υγιών φυτών του αμπελώνα της πρώτης ενάγουσας είναι αντίθετη με τα συμπεράσματα της έκθεσης ελέγχου του Ινστιτούτου, διότι η τυχόν ύπαρξη τέτοιου προβλήματος δεν θα διατηρούσε υγιές το φυτό. Κατά συνέπεια, η έκθεση είναι ατελής, μονομερής, αποσπασματική και αναιτιολόγητη και απλώς εφαρμόζει τα αποτελέσματα της έκθεσης ελέγχου του Ινστιτούτου επί των καλλιεργειών χωρίς όμως να αντιστοιχεί στην πραγματικότητα και ως εκ τούτου το συμπέρασμά της δεν είναι αντικειμενικό ούτε αυτή επιβεβαιώνεται από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.

Συγκεκριμένα, όπως αποδείχθηκε, οι ενάγοντες, έλαβαν κατά το έτος 2005, μετά την ολοκλήρωση της δράσης του φυτέματος, το δικαιούμενο ποσό της οικονομικής ενίσχυσης, για τη χορήγηση της οποίας απαιτείται, όπως καταθέτουν στην ένορκη βεβαίωση, οι Ι. Π., επιβλέπων Γεωπόνος των φυτωρίων του εναγομένου και Γ. Μ., αμπελουργός δικαιούχος και αυτός της σχετικής επιδότησης, επιτυχία της καλλιέργειας σε ποσοστό 70% τουλάχιστον.

Συνεπώς, η προαναφερόμενη έκθεση ζημίας, στην οποία εκτιμάται αντιστρόφως το ποσοστό επιτυχίας και σε μεγαλύτερο του παραπάνω ποσοστού αποτυχίας η ποσότητα των φυτών που έχρηζαν αναφύτευσης, σαφώς αποκρούεται από την Ζ/15030/14-11-2006 βεβαίωση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας. Ουδόλως δε αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες εκρίζωσαν τα φυτά και προέβησαν σε αναφύτευση των αμπελώνων τους με νέα φυτά, περί τον Ιούνιο του έτους 2005, ώστε να νοηθεί ότι έλαβαν την επιδότηση κατά το ίδιο έτος, ενόψει της αναφύτευσης, διότι δεν προσκομίζονται αποδεικτικά έγγραφα αγορά τέτοιων φυτών, τα οποία οπωσδήποτε θα κατείχαν ή θα τα αναζητούσαν προς απόδειξη της αγοράς αυτής, πέραν του ότι ο μήνας Ιούνιος δεν ενδείκνυται για φύτευση, όπως καταθέτει και ο μάρτυρας απόδειξης, ενώ και στην έκθεση ζημίας επισημαίνεται η αδυναμία ανεύρεσης φυτών κατά την καλλιεργητική περίοδο μετά το μήνα Μάϊο.

Από μόνη δε την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης περί αναφύτευσης με νέα φυτά, κατά το τέλος Ιουνίου 2005, δεν αποδεικνύεται τέτοιο γεγονός, διότι η κατάθεσή του στο σημείο αυτό δεν κρίνεται πειστική, αφού αναιρείται από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και επιπλέον δεν επιβεβαιώνεται από οποιοδήποτε σχετικό με την πραγματοποίηση της αγοράς νέων φυτών αποδεικτικό στοιχείο.

Ομοίως μη πειστικά, καταθέτει ο μάρτυρας αυτός, ότι οι ενάγοντες όταν παρέλαβαν τα φυτά, παρότι ήταν έμπειροι αμπελοκαλλιεργητές δεν διαπίστωσαν την διόγκωση του υποκειμένου, λόγω του ατελούς εμβολιασμού του και προχώρησαν στη φύτευση, οπότε εντός δέκα ημερών επήλθε η ξήρανσή τους, καθόσον η ύπαρξη τέτοιου προβλήματος επί του συνόλου των φυτών, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, οπωσδήποτε θα μπορούσε να διαγνωσθεί από αυτούς και θα τους οδηγούσε σε εκδήλωση διαμαρτυρίας προς τον εναγόμενο.

Με το δεδομένο δε ότι στις 14-4-2005 τα τριάντα έξι (36) δείγματα όπως και τα είκοσι τρία (23) του μάρτυρα απόδειξης με σχετικό υπηρεσιακό σημείωμα απεστάλησαν από την Πάτρα στον Βόλο, η ύπαρξη του προβλήματος της διόγκωσης στο σημείο εμβολιασμού των δειγμάτων, έγινε αμέσως αντιληπτή, εάν δε και τα υπόλοιπα φυτά παρουσίαζαν τέτοιο πρόβλημα, οι ενάγοντες δεν θα προέβαιναν στη φύτευσή τους.

Ούτε μπορούσε να παραβλεφθεί η ύπαρξη ενός τέτοιου προβλήματος, επειδή ζητούμενο για τους ενάγοντες ήταν, πέραν των άλλων, η επιτυχία της καλλιέργειας, ενόψει και της επιδιωκόμενης χορήγησης οικονομικής ενίσχυσης. Έτσι, οι ενάγοντες, όταν επισκέφθηκε στους αμπελώνες τους τον Μάϊο του έτους 2005, ο Γεωπόνος Θ.

Π., διατηρούσαν τις καλλιέργειες σε άρτια κατάσταση, τέτοια που δεν πρόδιδε αποτυχία της φύτευσης των πωληθέντων φυτών και ξήρανση αυτών. Απεναντίας οι καλλιέργειες απέβησαν επιτυχείς, εφόσον τα πωληθέντα φυτά ήταν απαλλαγμένα πραγματικών ελαττωμάτων, γεγονός που οδήγησε τους ενάγοντες στο να μην αναζητήσουν νέα φυτά για να επαναφυτεύσουν τους αμπελώνες τους, ουδόλως δε αποδείχθηκε ότι αυτοί προέβησαν σε τέτοια επαναφύτευση, είτε του συνόλου είτε μέρους των φυτών, όπως θα έπρατταν σε περίπτωση ακαταλληλότητας των πωληθέντων.

Άλλωστε σε μία τέτοια περίπτωση θα γνωστοποιούσαν το πρόβλημα στον εναγόμενο, ο οποίος ήταν δεκτικός για την επίλυση τυχόν εμφανιζόμενου προβλήματος στην υγεία των πωλουμένων φυτών, προφανώς ενδιαφερόμενος για τη φήμη της επιχείρησής του, αφού εφοδίαζε πολλούς αγρότες της περιοχής. Ο ίδιος μάλιστα, όταν ο παραπάνω μάρτυρας εξέτασε τα είκοσι τρία (23) δείγματα των υπό φύτευση φυτών, που είχε αγοράσει για δική του καλλιέργεια, αποδέχθηκε αδιακρίτως τα αποτελέσματα του ελέγχου για το σύνολο των φυτών, παρέλαβε αυτά και του επέστρεψε το καταβληθέν τίμημα.

Πράγματι δε, ο εναγόμενος, ο οποίος διατηρεί φυτώριο, υπό την επίβλεψη Γεωπόνου και υπό τον έλεγχο των γεωπόνων του ΚΕ.ΠΙ.ΕΛ., τηρεί τους κανόνες φυτοπροστασίας, ενώ οι αμπελουργοί Χ. Κ. και Γ. Μ., που καταθέτουν στην ένορκη βεβαίωση και είχαν προμηθευτεί φυτά κατά το έτος 2005, είχαν πλήρη επιτυχία της καλλιέργειάς τους με μηδαμινή απώλεια της τάξης του 2%.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού έκρινε ότι " δεν αποδείχθηκε ότι τα πωληθέντα στους ενάγοντες φυτά από τον εναγόμενο είχαν πραγματικά ελαττώματα και ήταν ακατάλληλα για τη συνήθη χρήση και ως εκ τούτου ο τελευταίος δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις να παραδώσει τα πωληθέντα χωρίς πραγματικά ελαττώματα, υποχρεούμενος σε αποζημίωση των εναγόντων", δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί εν μέρει την ένδικη αγωγή, απέρριψε την αγωγή αυτή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Έτσι όμως το Εφετείο, με την άνω κρίση του, διέλαβε στην απόφαση του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ύπαρξης ή μη ελαττωμάτων των πωληθέντων και παραδοθέντων από τον αναιρεσίβλητο στους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων φυτών (υποκειμένων αμπέλου).

Ειδικότερα, ενώ δέχεται α) ότι, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 436/21-4-2005 έκθεση εξέτασης του Ινστιτούτου Φυτών Βόλου, σε δείγμα 36 φυτών, το οποίο, σύμφωνα με τις παραδοχές του, απέστειλαν προς εξέταση ο τρίτος των αναιρεσειόντων και τρίτο πρόσωπο, προφανώς αδελφός του δευτέρου εξ αυτών, που δεν αποκλείεται να ενεργούσε για λογαριασμό του τελευταίου, διαπιστώθηκε ότι τα 31 από αυτά ήταν ακατάλληλα προς καλλιέργεια λόγω της προσβολής τους από παθογόνους μύκητες, ενόψει του ότι παρουσίαζαν διόγκωση στο σημείο εμβολιασμού, ενώ σε κατά μήκος τομή που έγινε στο σημείο αυτό και στο κατώτερο τμήμα του μοσχεύματος, απ' όπου εκφύονται οι ρίζες, διαπιστώθηκαν εκτεταμένοι καστανοί μεταχρωματισμοί και β) ότι στην ίδια έκθεση αναφέρεται ότι το πρόβλημα που διαπιστώθηκε, απασχολεί τη διεθνή και Ελληνική επιστημονική κοινότητα, είναι δε η αιτία της αποτυχίας των φυτεύσεων σε πολλές περιοχές της χώρας την τελευταία πενταετία, ακολούθως κρίνει ότι δεν αποδείχθηκε ότι τα πωληθέντα στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες φυτά είχαν πραγματικά ελαττώματα και ήταν ακατάλληλα για τη συνήθη χρήση και ότι ο αναιρεσίβλητος δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις.

Για να οδηγηθεί στην κρίση του αυτή, το Εφετείο δέχθηκε ότι το σταλέν προς εξέταση δείγμα ήταν ανεπαρκές η δε εξέτασή του απρόσφορη, καθόσον τούτο αντιπροσώπευε ποσοστό 0,65% επί του συνόλου των πωληθέντων στους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων (5.800). Δεν διευκρινίζει όμως α) για ποιους λόγους το σταλέν προς εξέταση δείγμα των πωληθέντων και παραδοθέντων φυτών ήταν ανεπαρκές και η εξέταση αυτή απρόσφορη ούτε και τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες αυτή θα ήταν πρόσφορη, β) γιατί, ενώ το μεγαλύτερο μέρος των σταλέντων προς εξέταση δειγμάτων ήταν ακατάλληλο προς καλλιέργεια, παρ' όλα αυτά δέχεται ότι δεν αποδείχθηκε τα πωληθέντα στους αναιρεσείοντες φυτά είχαν πραγματικά ελαττώματα και ήταν ακατάλληλα προς φύτευση.

Με τα δεδομένα αυτά είναι προφανές ότι τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της προσβαλλόμενης απόφασης για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για την ύπαρξη πραγματικών ελαττωμάτων και την εντεύθεν ευθύνη του αναιρεσιβλήτου προς αποζημίωση των δεύτερου και τρίτου των αναιρεσειόντων, είναι ανεπαρκή, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της υπό κρίση περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος του αναιρετηρίου από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή του, να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ως προς τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν.

Αντίθετα, όσον αφορά την πρώτη των αναιρεσειόντων, ως προς την οποία το Εφετείο δέχθηκε ότι αυτή δεν απέστειλε δείγματα προς εξέταση στο Ινστιτούτο Προστασίας Φυτών Πατρών και ως εκ τούτου δεν αποδείχθηκε ότι τα πωληθέντα σε εκείνη από τον αναιρεσίβλητο φυτά δεν ήταν προσβεβλημένα από παθογόνους μύκητες δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα και απέρριψε την αγωγή. Πρέπει, κατά συνέπεια ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων των κατατεθέντων από αυτούς παραβόλων, ενώ θα πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η πρώτη εξ αυτών στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4). Τέλος, ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικαστεί λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα των δεύτερου και τρίτου των αναιρεσειόντων (ΚΠολΔ 176 και 183). Αντίθετα, δεν πρέπει η πρώτη αναιρεσείουσα να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, καθόσον αυτός δεν υποβλήθηκε σε ιδιαίτερα έξοδα για την αντιμετώπιση της αίτησης αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 667/2011 απόφαση του Εφετείου Πατρών, ως προς τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος αυτό στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Διατάσσει την επιστροφή στους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων των κατατεθέντων από αυτούς παραβόλων.

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης, όσον αφορά την πρώτη αναιρεσείουσα. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η πρώτη των αναιρεσειόντων στο δημόσιο ταμείο

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των δεύτερου και τρίτου των αναιρεσειόντων, που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2013 .

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ