231/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/8/2005 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και την από 9/12/2005 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43104/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2016/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/11/2008 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated231/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η προσεπίκληση και η παρεμπίπτουσα αγωγή, κατά την επικουρική της βάση, κρίθηκε, από την πρωτόδικη απόφαση με αριθ. 43104/2006 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 68, 70, 88 του ΚΠολΔ και 10 Ν. 489/1976, ενώ το κύριο αίτημα της παρεμπίπτουσας αγωγής απορρίφθηκε ως μη νόμιμο.
Full text
Απόφαση 231 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 231/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "PERSONAL INSURANCE AE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ψαρράκη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάριο Καργιώτη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/8/2005 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και την από 9/12/2005 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43104/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2016/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/11/2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 3/11/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 3/1997).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο εναγόμενος στην κύρια αγωγή, με την από 9-12-2005 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκλησή του, η οποία επισκοπείται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, που απηύθυνε κατά της ασφαλιστικής εταιρείας "ΡΕRSONAL ΙΝSURANCΕ Α. Ε.", εκθέτει, ότι η τελευταία είχε ασφαλίσει το οδηγούμενο από αυτόν ζημιογόνο αυτοκίνητο, κατά το χρόνο του ατυχήματος και ζητεί από την προσεπικαλούμενη ασφαλιστική εταιρεία να παρέμβει αναγκαστικώς στην μεταξύ αυτού και του ενάγοντος εκκρεμή δίκη, με την παρεμπίπτουσα δε αγωγή, που ενώνεται σ' αυτήν (προσεπίκληση), ζητεί να υποχρεωθεί η προσεπικαλούμενη - εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα της κύριας δίκης και επικουρικά στον ίδιο, οτιδήποτε κριθεί ότι υποχρεούται αυτός να καταβάλει στον ενάγοντα της κύριας αγωγής, σε περίπτωση που ευδοκιμήσει η κύρια αγωγή.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η προσεπίκληση και η παρεμπίπτουσα αγωγή, κατά την επικουρική της βάση, κρίθηκε, από την πρωτόδικη απόφαση με αριθ. 43104/2006 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 68, 70, 88 του ΚΠολΔ και 10 Ν. 489/1976, ενώ το κύριο αίτημα της παρεμπίπτουσας αγωγής απορρίφθηκε ως μη νόμιμο.
Η επικουρική βάση έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, υποχρεώθηκε δε η εναγομένη στην παρεμπίπτουσα αγωγή ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλλει στον ενάγοντα αυτής ..., ότι υποχρεώνεται και ότι αναγνωρίζεται ότι υποχρεώνεται αυτός να καταβάλει στον ενάγοντα της κύριας αγωγής. Κατά της διάταξης αυτής της, ως άνω, πρωτόδικης απόφασης η αναιρεσείουσα άσκησε την από 7-5-2007 έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Συνακόλουθα, προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και δέχτηκε το επικουρικό, ως άνω, αίτημα, είναι δε αβάσιμοι και απορριπτέοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται πλημμέλεια, ορθώς, από το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ. β ΚΠολΔ, και όχι και από τον αριθ. 9 εδ. α του ίδιου Κώδικα, ότι τέτοιο επικουρικό αίτημα δεν περιλαμβάνεται στο δικόγραφο της αγωγής.
Δεν ασκεί επιρροή ότι στο αιτητικό αυτής δεν αναφέρεται πανηγυρικά τούτο, εφόσον αυτό προκύπτει σαφώς από το όλο περιεχόμενο της παρεμπίπτουσας αγωγής, (βλ. σελ. 14, σειρά 10 και 11), όπου ρητά περιλαμβάνεται ότι, "άλλως υποχρεούται να καταβάλλει εις εμέ ότι θα υποχρεωθώ να καταβάλλω εγώ προς τον ενάγοντα, λόγω της ανωτέρω συμβάσεως ασφαλίσεως", (ΟλΑΠ849/1981).
Έτσι, στο μείζον, ως άνω, αίτημα, ότι υποχρεώνεται να καταβάλλει, περιλαμβάνεται και το έλασσον και ότι αναγνωρίζεται ότι υποχρεώνεται, ο αναιρεσίβλητος, μετά από μερική παραδοχή της αγωγής, να καταβάλει στον ενάγοντα της κύριας αγωγής, (αφού το αίτημα της αγωγής παραδεκτά μετετράπη σε εν μέρει αναγνωριστικό), είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, που υποστηρίζει τα αντίθετα, ότι δηλαδή αποφάνθηκε για αναγνωριστικό αίτημα, το οποίο δεν υποβλήθηκε ούτε έμμεσα.
ΙΙ. Σύμφωνα με τις διαχρονικού δικαίου διατάξεις άρθρων 33 και 34 του Ν. 2496/1997, περί της ασφαλιστικής συμβάσεως, με τον οποίο καταργήθηκαν ως σύνολο οι διατάξεις του ένατου τμήματος του εμπορικού νόμου, ( άρθρα 189-225), η ισχύς του αρχίζει έξι μήνες μετά τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ενώ οι κατά την έναρξη ισχύος του υφιστάμενες ασφαλιστικές συμβάσεις διέπονται εφεξής από το νόμο αυτόν.
Ο ανωτέρω νόμος δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 16-5-1997 και, άρα, άρχισε να ισχύει από 16 - 11 - 1997. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, με τις αναλογικά εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 24 και 25 ΕισΝΑΚ, προκύπτει, ότι ο νεότερος αυτός νόμος διέπει τόσο τις ασφαλιστικές συμβάσεις που συνάπτονται από την έναρξη ισχύος του, όσο και εκείνες που είχαν συναφθεί προηγουμένως και είναι εκκρεμείς, ασφαλιστικές όμως περιπτώσεις που επήλθαν πριν από την ουσιαστική έναρξη ισχύος του, κρίνονται βάσει των οικείων διατάξεων του ΕμπΝ.
Περαιτέρω, κατά το ισχύον κατά το ένδικο χρονικό διάστημα άρθρο 10 του Ν. 2426/1997, "αξιώσεις που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση παραγράφονται στις ασφαλίσεις ζημιών μετά από τέσσερα (4) χρόνια και στις ασφαλίσεις προσώπων μετά από πέντε (5) χρόνια, από του τέλους του έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκαν". Κατά δε το άρθρο 251 ΑΚ, η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών και του άρθρου 201 ΑΚ συνάγεται, ότι στη σύμβαση της ασφάλισης της αστικής ευθύνης έναντι των τρίτων, η αξίωση του ασφαλισμένου από τη σύμβαση αυτή κατά του ασφαλιστή γεννιέται, όταν ο τρίτος, που υπέστη τη ζημία, και έναντι του οποίου ευθύνεται προς αποζημίωση ο ασφαλισμένος, επιδώσει προς τον τελευταίο τη σχετική με την αποκατάσταση της ζημίας του αγωγή.
Και τούτο διότι από τότε επέρχεται η ασφαλιστική περίπτωση, έστω και αν δεν έχει προσδιοριστεί με δικαστική απόφαση ή με εξώδικο συμβιβασμό το μέγεθος της αξίωσης του ζημιωθέντος τρίτου, και από τότε καθίσταται δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξίωσης του ασφαλισμένου έναντι του ασφαλιστή (ΑΠ 293/2008). Κατά συνέπεια, η εν λόγω αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή παραγράφεται με την παρέλευση τεσσάρων ετών, σε περίπτωση ασφαλίσεως ζημιών, αρχόμενων από το τέλος του έτους εντός του οποίου επιδόθηκε στον ασφαλισμένο η αγωγή του ζημιωθέντος τρίτου, και όχι από του τέλους του έτους εντός του οποίου επήλθε η ζημία.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά? "Στην προκείμενη περίπτωση, το ένδικο ατύχημα έλαβε χώρα, στις 14-6-1995 και η ένδικη από 31-8-2005 κύρια αγωγή, κατατέθηκε, στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, στις 8-9-2005 και επιδόθηκε στον κυρίως εναγόμενο μεταγενέστερα, η δε παρεμπίπτουσα αγωγή επιδόθηκε στην παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία στις 10-1-2006 [βλ.
την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ...]. Κατά συνέπεια, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το επίδικο ατύχημα, συνέβη στις 14-6-1995, δηλαδή πριν την ισχύ του ν. 2496/1997 [6-11-1997], η παραγραφή της αξίωσης του ως άνω ασφαλισμένου, παρεμπιπτόντως ενάγοντα, κατά της παρεμπιπτόντως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, είναι τετραετής και όχι τριετής, αφού η ασφαλιστική περίπτωση, εν προκειμένω, επήλθε, μετά την 8-9-2005, χωρίς να προκύπτει ο ακριβής χρόνος επίδοσης της ένδικης από 31-8-2005 κύριας αγωγής.
Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, δεν υπέπεσε σε παραγραφή η ένδικη αξίωση του παρεμπιπτόντως ενάγοντα-ασφαλισμένου, κατά της παρεμπιπτόντως εναγομένης-ασφαλιστικής εταιρείας. Για το λόγο αυτό, είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη, η ένσταση παραγραφής, που πρότεινε με τις έγγραφες προτάσεις της η τελευταία, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε τα ίδια, δεν έσφαλε στην κρίση του και, γι' αυτό, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου σχετικός λόγος της από 7-5-2007 εφέσεως". Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, εφαρμοστέο δίκαιο είναι αυτό του ν. 2496/1997, αφού η ένδικη ασφαλιστική σύμβαση συνάφθηκε μεν πριν από την κατά τα ανωτέρω δημοσίευση του νόμου αυτού, η ασφαλιστική όμως περίπτωση επήλθε μετά την 8-9-2005, ήτοι μετά από την έναρξη της ισχύος του πιο πάνω νόμου και επομένως ήταν εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση και η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 10 του Ν. 2426/1997.
Επομένως, το Εφετείο, με το να απορρίψει ως αβάσιμη την ένσταση της παραγραφής, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1α ΚΠολΔ, και υποστηρίζεται, ότι έπρεπε να εφαρμοστεί το άρθρο 195 του ΕΝ, το οποίο προβλέπει τριετή παραγραφή και ότι ο χρόνος τρέχει από την αορίστως αναφερομένη αρχικώς ασκηθείσα αγωγή του παθόντα, την οποία δεν προσδιορίζει κατά χρόνο και περιεχόμενο, ώστε να κριθεί αν ταυτίζονται κατά περιεχόμενο.
Ενόψει όλων αυτών, και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος (αναιρέσεως) προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-11-2008 αίτηση της PERSONAL INSURANCE ΑΕ για αναίρεση της 2016/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Iανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ