231/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 18 Φεβρουαρίου 2002 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2730/2002 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 491/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 9 Μαρτίου 2005 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated231/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Καμία χρηματική απαίτηση του Δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη ως δημόσιο έσοδο στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία ή το αρμόδιο Τελωνείο (βεβαίωση εν στενή εννοία). Ο κανόνας αυτός δεν αλλοιώνεται από την τυχόν βραδεία τοιαύτη βεβαίωση. 2. Η χρηματική απαίτηση του Δημοσίου ...
Full text
Απόφαση 231 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 231/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου , το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, και κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αδαμαντία Καπετανάκη Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου:Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Προδρομίτη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 18 Φεβρουαρίου 2002 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2730/2002 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 491/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 9 Μαρτίου 2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 2 Δεκεμβρίου 2008 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 9.3.2005 αίτησης αναίρεσης και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 491/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ. αναίρεση κατά της απόφασης Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που έκρινε επί έφεσης κατά απόφασης Ειρηνοδικείου, επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 Ολ.ΑΠ 4/2005).
Περαιτέρω, ναι μεν κατά το άρθρο 10 παρ.2 του Ν. 468/1976 "περί υποχρεωτικής ασφάλισης της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", που εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις ευθύνης του επικουρικού κεφαλαίου (κατ' άρθρο 19 παρ.2 του Ν.489/76), η αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου προσώπου, που έχει κατά την παρ. 1 κατά του ασφαλιστή αξίωση προς αποζημίωση εκ της ασφαλιστικής σύμβασης και μέχρι του ποσού αυτής, παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από της ημέρας του ατυχήματος, με την επιφύλαξη των κειμένων διατάξεων περί αναστολής και διακοπής της παραγραφής. 'Όμως, το άρθρο 86 του Ν.2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού" (ταυτόσημο με το ισχύον μέχρι της 31-12-1995 άρθρο 87 παρ.1 εδ.α' του ν.δ. 321/1969), ορίζει τα εξής: "1.
Καμία χρηματική απαίτηση του Δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη ως δημόσιο έσοδο στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία ή το αρμόδιο Τελωνείο (βεβαίωση εν στενή εννοία). Ο κανόνας αυτός δεν αλλοιώνεται από την τυχόν βραδεία τοιαύτη βεβαίωση. 2. Η χρηματική απαίτηση του Δημοσίου ...
παραγράφεται μετά πενταετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή εννοία και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη. 3. Χρηματική απαίτηση του Δημοσίου που α) ... β) απορρέει από τελεσίδικη απόφαση (αναγνωριστική ή καταψηφιστική) οποιουδήποτε δικαστηρίου ... παραγράφεται μετά εικοσαετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο έγινε η εν στενή εννοία βεβαίωση αυτής. 4.
Χρηματική απαίτηση του Δημοσίου, που περιήλθε σ'αυτό με οποιονδήποτε τρόπο, υπόκειται στην προβλεπόμενη από τις κείμενες διατάξεις, ανάλογα με την αιτία αυτής, παραγραφή, που δεν δύναται όμως, σε κάθε περίπτωση, να συμπληρωθεί στο πρόσωπο του Δημοσίου προ της παρόδου πέντε ετών από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο έγινε η εν στενή εννοία βεβαίωση αυτής ...".
Η ταμειακή αυτή βεβαίωση, η οποία γίνεται με βάση την αποστολή από το αρμόδιο όργανο του οικείου χρηματικού καταλόγου, είναι η τελευταία πράξη της διαδικασίας της βεβαίωσης του χρέους και ανάγεται στην εσωτερική υπηρεσία της διοικητικής αρχής. Η ανωτέρω περί παραγραφής διάταξη υπέρ του Δημοσίου, που εισάγει ευνοϊκή υπέρ αυτού ρύθμιση, δικαιολογούμενη από την ιδιαίτερη θέση και οργάνωση του Δημοσίου και από τη διασφάλιση της είσπραξης των δημοσίων εσόδων και την ομαλή εν γένει δημοσιονομική λειτουργία του Κράτους, όπου τα πάσης φύσης έσοδα αυτού κατ' έτος εμφανίζονται στον οικείο προϋπολογισμό, ως ειδική διάταξη από άποψη υποκειμένου και φορέως της αντίστοιχης αξίωσης κατισχύει της πιο πάνω γενικής διάταξης του άρθρου 10 του Ν.489/1976.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 491/2004 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: Στην προκειμένη περίπτωση, η απαίτηση του καθού η ανακοπή Ελληνικού Δημοσίου, αφορά αποζημίωση του τελευταίου, από αυτοκινητικό ατύχημα, από όχημα που ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ Α.Ε., της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας και στη θέση της υπεισήλθε το ανακόπτον Επικουρικό Κεφάλαιο και στηρίζεται στο άρθρο 10 παρ.1 του ν.489/1976.
Η σχετική αγωγή του καθού η ανακοπή κατά του ανακόπτοντος ασκήθηκε στις 3-6-1996 και έγινε δεκτή με την 4107/98 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε στις 6-10-1998. Η απόφαση αυτή δεν επιδόθηκε από τον ένα διάδικο στον άλλον και από την δημοσίευσή της, παρήλθε άπρακτη η τριετής προθεσμία προς άσκηση εφέσεως.
Στις 3-8-2001, το καθού η ανακοπή, διαβίβασε στο ανακόπτον με το με αρ.πρωτ. ...... έγγραφό του, αντίγραφο απογράφου εκτελεστού της πιο πάνω αποφάσεως, για την καταβολή του επιτασσομένου μ'αυτή ποσού των 512.531 δρχ., πλέον των νομίμων τόκων από τις 4-6-96 (επομένη της επιδόσεως της αγωγής). Την ως άνω απόφαση, ως νόμιμο τίτλο, προσβάλλει με την κρινομένη ανακοπή του το ανακόπτον.
Με τον μοναδικό δε λόγο αυτής πρότεινε την απόσβεση της ένδικης αξιώσεως του καθού η ανακοπή λόγω παραγραφής, αφού από της κατά την 6-10-1998 δημοσιεύσεως της παραπάνω οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και πριν γίνει τελεσίδικη αυτή, συμπληρώθηκε στις 6-10-2000, η διετής παραγραφή του άρθρου 10 παρ.2 του ν.489/76.
Ο λόγος αυτός είναι νόμιμος και αποδεικνύεται και ουσιαστικά βάσιμος, εφόσον από της ως άνω ημεροχρονολογίας δημοσιεύσεως της πρωτοδίκου αποφάσεως, μέχρι την 6-10-2000, που συμπληρώθηκε η διετής παραγραφή, δεν αποδεικνύεται ότι μεσολάβησε γεγονός διακοπής ή αναστολής αυτής. Ο ισχυρισμός του καθού η ανακοπή ότι η ανωτέρω παραγραφή διακόπηκε το μεν με τη λήψη αντιγράφου της προαναφερόμενης απόφασης στις 13-9-2000, το δε με την λήψη εκτελεστού απογράφου της ιδίας απόφασης στις 19-3-2001, κρίνεται απορριπτέος, αφού το μεν αυτές δεν συνιστούν διαδικαστικές πράξεις, που διακόπτουν την εν λόγω παραγραφή κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 261 του ΑΚ, το δε η δεύτερη εξ αυτών, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι αποτελεί διαδικαστική πράξη του διαδίκου που διακόπτει την παραγραφή, έχει λάβει χώρα, μετά την κατά τα ανωτέρω συμπλήρωση αυτής.
Παραδεκτά δε προτείνεται με την κρινομένη ανακοπή, σύμφωνα με τα όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω, εφόσον δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 73 του ΚΕΔΕ. Πρέπει επομένως δεκτού καθισταμένου του ανωτέρου λόγου της κρινομένης ανακοπής, να γίνει δεκτή η τελευταία και να καταστεί ανενεργός ως νόμιμος τίτλος η 4107/1998 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την κρινομένη ανακοπή, έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου". Το Πολυμελές Πρωτοδικείο ως Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης του αναιρεσίβλητου κατά της αντιθέτως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η ανακοπή που είχε ασκήσει το αναιρεσίβλητο παραβίασε, τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 86 παρ. 1, 2 και 3 του Ν.2362/1995 με τη μη εφαρμογή τους, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν την εφαρμογή των πιο πάνω ειδικών διατάξεων που ήδη είχε εφαρμόσει το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Ειρηνοδικείο), και την απόρριψη της ανακοπής του αναιρεσίβλητου.
Επομένως, τα όσα υποστηρίζει το αναιρεσείων με τον μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ κρίνονται βάσιμα και πρέπει να γίνει δεκτός ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ, μειωμένα κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την αριθ. 491/2004 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε διακόσια ογδόντα (280) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ