Legislator Case Law & Legislation
2319/2009 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal on compound interest, ruling lower court failed to declare vague claim inadmissible.

Case Number 2319/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the DEH's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding compound interest claims. While the Court upheld the admissibility of the initial interest claim, it found the lower court erred in failing to declare the specific request for compounding interest inadmissible due to vagueness. Consequently, the appeal was granted in part, the case was remitted to the Court of Appeal for further proceedings, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 296 para. 1 Civil Code; Art. 216 Civil Procedure Code: The court must declare a claim for compound interest inadmissible if the principal amount upon which interest is calculated is not clearly defined, as this constitutes the main subject of the litigation.

Keywords

AI generated
compound interest inadmissible claim vagueness remittal legal costs Civil Code Civil Procedure Code

Cited Legislation

AI generated
Art. 296 para. 1 Civil Code
Art. 216 Civil Procedure Code
Art. 576 para. 2 Civil Procedure Code
Art. 559 para. 14 Civil Procedure Code
Art. 580 para. 3 Civil Procedure Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2319 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2319/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (ΔΕΗ) ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8611/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-6-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 5-12-2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αθανασίου Θεμέλη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της αίτησης της Δ.Ε.Η. ΑΕ για αναίρεση της 8611/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αναίρεσης αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 456 Β'/ 15-10-2008 έκθεση επιδόσεως της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Καρδίτσας ... προκύπτει ότι, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως μαζί με την οικεία πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση αυτής κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου στη δικάσιμο της 16-12-2008, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, η δε αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Επομένως, εφόσον ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει, κατά το άρθρο 576 § 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία αυτού.

ΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 296 παρ. 1 του ΑΚ "Για τόκους κάθε είδους οφείλεται τόκος, αν τέτοιος τόκος συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με αγωγή, και στις δύο περιπτώσεις μόνο για οφειλόμενους τόκους ενός ολοκλήρου τουλάχιστον έτους ή μιας χρήσης αν πρόκειται για το δημόσιο. Η συμφωνία για πληρωμή τέτοιου τόκου πρέπει να γίνεται, ή η αγωγή να επιδίδεται, αφού λήξει το έτος ή η χρήση".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο ανατοκισμός είναι επιτρεπτός, αν αυτός συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με καταψηφιστική αγωγή από το δανειστή. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις ο ανατοκισμός είναι επιτρεπτός με τον περιορισμό ότι καθυστερούνται απαιτητοί τόκοι τουλάχιστον ενός έτους (ή μιας χρήσεως αν πρόκειται για το Δημόσιο) και η συμφωνία καταρτίστηκε ή η αγωγή ασκήθηκε μετά την πάροδο ενός τουλάχιστον έτους (ή μιας χρήσεως για το Δημόσιο), δηλαδή, αφού έχει συμπληρωθεί κατά την κατάρτιση της συμφωνίας ή την άσκηση της αγωγής ετήσια ή και μεγαλύτερη (ποτέ όμως βραχύτερη του έτους) χρήση του κεφαλαίου και, συνεπώς, εφόσον θα υπάρχουν δεδουλευμένοι, ήτοι ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί, τόκοι τουλάχιστον ενός έτους ή μιας χρήσης.

Αίτημα της αγωγής με την οποία ζητούνται τόκοι τόκων, είναι η επιδίκασή τους από την επίδοσή της, αφού ο ανατοκισμός δεν ανατρέχει στο παρελθόν, έως την εξόφληση του τοκοφόρου ποσού των τόκων, η οποία διακόπτει και τον ανατοκισμό. Περαιτέρω, από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ειδικότερα ότι για τη γένεση της αξίωσης για τόκους τόκων δεν αρκεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο άσκηση της κυρίας αγωγής για τη νομιμότοκη καταβολή του οφειλόμενου κεφαλαίου, όπως αρκεί κατ' άρθρο 346 ΑΚ η άσκηση της αγωγής αυτής για τη γένεση τόκων επί του κεφαλαίου αυτού (η απαίτηση για τους οποίους είναι παρεπόμενη του κεφαλαίου που ζητείται με την αγωγή), αλλά απαιτείται, εάν δεν υπάρχει συμφωνία περί ανατοκισμού, η άσκηση ξεχωριστής αγωγής για τους τόκους τόκων (με τη συνδρομή των προϋποθέσεων που προαναφέρθηκαν), αφού το αίτημα της καταβολής τόκων επί του ποσού των καθυστερούμενων τόκων δεν θεωρείται παρεπόμενο της κυρίας απαίτησης, τούτο δε ( ότι δηλ.

απαιτείται η άσκηση ξεχωριστής αγωγής) προδήλως με την έννοια ότι δεν είναι επιτρεπτή, σύμφωνα με τα άρθρα 283 και 525 παρ. 3 ΚΠολΔ, η υποβολή αιτήματος για την καταβολή τόκων επί των τόκων το πρώτον με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις ή με πρόσθετο λόγο έφεσης (ΟλΑΠ 10/2007) και όχι ότι είναι απαράδεκτη η υποβολή με το δικόγραφο της αγωγής για την κύρια απαίτηση ( άρθρο 218 παρ.1 ΚΠολΔ) και του αιτήματος, με την αντίστοιχη βάση, για την καταβολή τόκων επί των καθυστερούμενων τόκων του κεφαλαίου ( εφόσον συντρέχουν οι ως άνω ουσιαστικές προϋποθέσεις), οι οποίοι είναι ήδη δεδουλευμένοι (ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί), όπως οι τόκοι που οφείλονται λόγω της παρόδου της δήλης ημέρας προς εκπλήρωση οφειλόμενης παροχής, αφού και στην περίπτωση αυτή ασκείται ιδία αγωγή για την απαίτηση αυτή.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, για να είναι ορισμένη η περί ανατοκισμού οφειλομένων τόκων αγωγή, πρέπει να περιέχει, σύμφωνα με το άρθρο 216 ΚΠολΔ, εκτός των άλλων, σαφή έκθεση α) του ποσού των δεδουλευμένων τόκων, τους οποίους οφείλει ο οφειλέτης, β) της χρονικής περιόδου της τοκογονίας, η οποία θα πρέπει να είναι, κατ' ελάχιστο, περίοδος ενός έτους και γ) της ασκήσεως της αγωγής μετά την συμπλήρωση του ελάχιστου, κατά τα παραπάνω, χρονικού διαστήματος.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 18-11-2003 αγωγή του, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να του καταβάλει , εκτός άλλων, α) 6.940,40 ευρώ, ως αμοιβή για την εργασία του κατά τα αναφερόμενα Σάββατα, Κυριακές και αργίες, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό και β) τόκους των οφειλομένων τόκων υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 16/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού απέρριψε αυτήν κατά το αίτημα "για καταβολή τόκων κατ' ανατοκισμό", ως αόριστη, με την αιτιολογία ότι δεν προσδιορίζεται επακριβώς το συγκεκριμένο ποσό των κεφαλαιοποιηθέντων τόκων επί των οποίων ζητούνται οι τόκοι, δέχθηκε, κατά τα λοιπά, κατά ένα μέρος, την αγωγή.

Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσίβλητος άσκησε έφεση, ενώ με τους από 4-6-2007 πρόσθετους λόγους έφεσης ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο α) τους τόκους επί των οφειλομένων τόκων των τόκων (Β' ανατοκισμός) από 24-11-2005, λόγω συμπλήρωσης ενός έτους δεδουλευμένων τόκων από την επίδοση της αγωγής και β) περαιτέρω Γ' ανατοκισμό από 24-11-2006, λόγω συμπλήρωσης δεύτερου έτους δεδουλευμένων τόκων από την επίδοση της αγωγής.

Επί της εφέσεως αυτής και των προσθέτων λόγων της έφεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο, εκτός άλλων, δέχθηκε ότι το αίτημα περί ανατοκισμού των οφειλομένων τόκων από την επίδοση της ένδικης αγωγής (24-11-2004) α) υποβλήθηκε παραδεκτά με την ένδικη αγωγή και β) ότι είναι ορισμένο, με την αιτιολογία, κατά το μέρος αυτό (β), ότι δεν απαιτείται για το ορισμένο αυτού να προσδιορίζεται επακριβώς το συγκεκριμένο ποσό των κεφαλαιοποιηθέντων τόκων επί των οποίων ζητούνται οι τόκοι, αφού τα επιτόκια ορίζονται από το νόμο και, επομένως, είναι θέμα μαθηματικού υπολογισμού ο καθορισμός του ποσού των τόκων, και εξαφάνισε, κατά το μέρος αυτό (α και β) την πρωτόδικη απόφαση, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, έκρινε αντίθετα.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ουδόλως παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 296 παρ. 1 ΑΚ, ούτε παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο λόγω του τρόπου υποβολής του αιτήματος ανατοκισμού και, επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' αμφότερα τα σκέλη του από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα.

Όμως, με το να κρίνει το Εφετείο ότι είναι ορισμένο, κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ, το ανωτέρω αίτημα της ένδικης αγωγής περί επιδικάσεως τόκων επί των οφειλομένων τόκων υπερημερίας (ανατοκισμός), χωρίς να προσδιορίζεται με σαφή έκθεση το κεφαλαιοποιημένο ποσό των ληξιπρόθεσμων τόκων, έσφαλε (με την κρίση του αυτή), και τούτο διότι, κατά τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη, το κεφαλαιοποιημένο αυτό ποσό αποτελεί το κύριο αντικείμενο της δίκης, αφού μετά την κεφαλοποίηση των ληξιπρόθεσμων τόκων υπολογίζεται ο τόκος και επ' αυτών.

Έπρεπε να απορρίψει ως αόριστη την αγωγή κατά το αίτημα αυτό. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο δεύτερος από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για μη κήρυξη του ως άνω λόγω αοριστίας απαραδέκτου. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 8611/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο (ανατοκισμό)..

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το κεφάλαιο αυτό στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ