Legislator Case Law & Legislation
2317/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding architect fee calculation and claim definiteness.

Case Number 2317/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a partnership against the Athens Court of Appeal's decision. The appellants argued the lower court failed to examine specific appeal grounds regarding the engineer's failure to produce studies, while the respondent maintained the claim was sufficiently defined based on the project's detailed budget. The court ruled that the appeal arguments were either inadmissible or unfounded because the lower court correctly assessed the claim's definiteness and did not violate relevant procedural statutes.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 8 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 para. 14 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 para. 8 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the underlying appeal grounds were already rejected as legally unfounded, and an appeal claiming a violation of substantive law is unfounded if the lower court correctly determined the claim was sufficiently defined and dismissed the opposing party's arguments on that basis.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility claim definiteness architect fees procedural violation

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 8 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 14 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2317 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2317/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ...και ΣΙΑ ΟΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4 και 5) Χ5, κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη - Διονύσιο Φιλιώτη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΤΕΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μακαρίτη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 299/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4482/2005 μη οριστική και 7051/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-2-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 5-12-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα των οποίων η λήψη ή η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεως τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης.

Αντίθετα δεν είναι πράγματα ισχυρισμοί που αποτελούν αιτιολογημένη ή γενικά άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του παραβίασε την ως άνω διάταξη αφού δεν ερεύνησε τον πρώτο λόγο αμφοτέρων των εφέσεων κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστήριζαν ότι η υποκαθιστάμενη από το αναιρεσίβλητο μηχανικός ουδέποτε εκπόνησε τις αναφερόμενες στην πρωτόδικη απόφαση μελέτες.

Όμως όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο ερεύνησε τον πιο πάνω λόγο και κατά τα δύο σκέλη του, ήτοι τόσο ως προς την ανάθεση της μελέτης όσο και ως προς την εκπόνηση της μελέτης, αφού αναφέρεται σ' αυτήν ότι η υποκαθιστάμενη από το αναιρεσείον εκτέλεσε και παρέδωσε το έργο τέλος Απριλίου 1997.

Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, με τον έβδομο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως από την ίδια πιο πάνω διάταξη, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως των αφού σε κάθε περίπτωση η αγωγή καθόσον αφορά στα αναφερόμενα σ' αυτήν καταστήματα Α και Γ η πρώτη από αυτούς δεν είχε την εκμετάλλευση....

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού ο ως άνω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, αλλά συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής.

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 22 ΕΝ, 29 του Εισ. Ν. ΑΚ και 481 ΑΚ προκύπτει ότι οι ομόρρυθμοι εταίροι ευθύνονται εις ολόκληρον μετά του νομικού προσώπου της εταιρίας για την πληρωμή των νομίμως αναληφθέντων υποχρεώσεων της εταιρίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ενώ κατά τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: Η υποκαθιστάμενη Ω είναι διπλωματούχος ιδιωτική αρχιτέκτων μηχανικός του Ε.Μ.Π., μέλος του αναιρεσιβλήτου και διατηρεί τεχνικό γραφείο στην .... Ομόρρυθμα μέλη της αναιρεσείουσας ομόρρυθμης εμπορικής εταιρίας "... ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" είναι οι λοιποί αναιρεσείοντες.....

Τον Δεκέμβριο του 1996 οι αναιρεσείοντες κατήρτισαν μετά της υποκαθιστάμενης αρχιτέκτονος μηχανικού προφορική σύμβαση έργου, με την οποία ανέθεσαν σ' αυτήν την εκπόνηση αρχιτεκτονικής μελέτης και την επίβλεψη των διακοσμητικών εργασιών, εξωτερικά και εσωτερικά / επίπλωση, σε ακίνητο (οικόπεδο με κτίσμα, κέντρο διασκεδάσεως με τον τίτλο ...) στον ....

Η Ω εκτέλεσε και παρέδωσε το έργο τέλος Απριλίου 1997....... Υφίσταται δε η επίδικη αξίωση της υποκαθιστάμενης μηχανικού έναντι των αναιρεσειόντων ενεχομένων εις ολόκληρον κατ' άρθρο 22 του Εμπ.Ν. για την καταβολή του ποσού των 45.976,21 ευρώ ως προς το ύψος του οποίου η πρωτόδικη απόφαση δεν προσβάλλεται με την έφεση.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε τις ως άνω διατάξεις και διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την κατάρτιση της σύμβασης και την εις ολόκληρον ευθύνη των αναιρεσειόντων και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω διατάξεις γιατί δέχτηκε ότι η πρώτη από αυτές ομόρρυθμη εταιρία ευθύνεται από την επίδικη σύμβαση χωρίς να εξετάσει αν είχε διοριστεί με το καταστατικό της διαχειριστής και σε καταφατική περίπτωση αν ενήργησε για λογαριασμό της, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού ενόψει των ως άνω παραδοχών η σύμβαση καταρτίστηκε από όλους τους αναιρεσείοντες, ήτοι από την ομόρρυθμη εταιρία και όλους τους λοιπούς ως ομορρύθμους εταίρους αυτής, δεν ήταν δε απαραίτητο να μνημονεύονται στην απόφαση τα ως άνω στοιχεία δεδομένου ότι η πρώτη αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι είχε τεθεί θέμα νόμιμης εκπροσώπησης της πρώτης κατά τη σύναψη της σύμβασης, αλλά άρνηση αυτής για την κατάρτιση της.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τα πραγματικά γεγονότα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και στηρίζουν την άμεση ή έμμεση απόδειξη, την κύρια απόδειξη ή ανταπόδειξη.

Η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως από τον αρ. 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα γιατί δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ήτοι:

α) την με αριθμό ... οικοδομική άδεια της Διεύθυνσης Πολεοδομίας στο όνομα της Κ... β) το με αριθμό ... μισθωτήριο συμβόλαιο μεταξύ της Κ και της πρώτης αναιρεσείουσας... γ) Την υπ' αριθμ.... άδειας λειτουργίας καφετέριας... δ) το υπ' αριθμ. ...μισθωτήριο συμβόλαιο μεταξύ της Κ και της εταιρίας ... και ΣΙΑ. ε) τις με αριθμ. 1...

άδειες λειτουργίας του κέντρου διασκεδάσεως "..." και Της Καφετέριας ορόφου..... στ) την από 12-2-1997 απόδειξη εισπράξεως ποσού 9.500.000 δρχ... και την από 8-4-1997 απόδειξη εισπράξεως της Εθνικής Τράπεζας ποσού 3.000.000 δρχ.... από τα οποία προέκυπτε ότι η πρώτη από τις αναιρεσείουσες δεν είχε σχέση με τις αξιούμενες στην αγωγή αξιώσεις αφού οι αποδείξεις αυτές αναφέρουν την εταιρία ....

Επίσης δεν έλαβε υπόψη την ομολογία του αναιρεσιβλήτου που περιέχεται στην αγωγή ότι η υποκατασταθείσα από αυτό μηχανικός δεν είχε επιβλέψει την ηχομόνωση του κέντρου ... γιατί η η εκπονηθείσα από αυτήν μελέτη δεν εφαρμόστηκε, καθώς και ομολογία αυτού για τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι τα προσκομισθέντα από το αναιρεσίβλητο σχέδια είναι εκείνα που εμπεριέχουν και στοιχεία των διακοσμητικών μελετών και τα οποία είχαν κατατεθεί στην Πολεοδομία Ζακύνθου...

Όμως, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο για τη θεμελίωση του ως άνω αποδεικτικού πορίσματος έλαβε υπόψη όλα τα νομίμως επικαλούμενα από τους διαδίκους και προσκομισθέντα έγγραφα και δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα παραπάνω έγγραφα. Εξάλλου, η αναφορά στην αγωγή των ως άνω περιστατικών δεν συνιστά δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου περί ανυπαρξίας των αγωγικών αξιώσεων όπως αβάσιμα οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ως άνω (τρίτος) λόγος αναιρέσεως.

Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 4 και 5 του β.δ. της 30.31-5-1956 "περί κανονισμού του τρόπου καταβολής της αμοιβής των μηχανικών", που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου μόνου του ν. 2726/1953 συνάγεται με σαφήνεια, ότι την αμοιβή του μηχανικού, συμφωνημένη ή νόμιμη (καθοριζόμενη κατά το β.δ. της 19.21-2-1938 ή το π.δ. 696/1974) για την εκπόνηση μελέτης, δύναται να επιδιώξει δικαστικά, εκτός από τον μηχανικό και το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, υποκαθιστάμενο εκ του νόμου στα δικαιώματα του μηχανικού.

Στην περίπτωση αυτή το Επιμελητήριο, ενεργεί στη δίκη (νομιμοποιούμενο προς τούτο), ως μη δικαιούχος διάδικος, στο δικό του όνομα και όχι ως αντιπρόσωπος του δικαιούχου μηχανικού, ούτε υπάρχει μεταξύ τους σχέση αντιπροσώπευσης, αναφορικά με την είσπραξη της αμοιβής του μηχανικού, μέρος της οποίας άλλωστε περιέρχεται εκ του νόμου στο Επιμελητήριο.

Συνέπεια αυτού είναι, ότι όλα τα ζητήματα που συνάπτονται με την ιδιότητα του διαδίκου, κρίνονται στο πρόσωπό του και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που ενεργούνται από και προς εκείνο, αυτό αφορούν αμέσως. Εξάλλου, η σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης φέρει το χαρακτήρα της μίσθωσης έργου, βάσει της οποίας ο μηχανικός έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη (άρθρο 681 ΑΚ) και δικαιούται να λάβει τη συμφωνημένη αμοιβή (άρθρο 694 ΑΚ), ή, αν δεν συμφωνήθηκε, ή η συμφωνηθείσα είναι μικρότερη της νόμιμης αμοιβής, την τελευταία όπως αυτή καθορίζεται από το Π.Δ. 696/74.

Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 2 παρ. 1 α', 3 παρ.1, 4 και 80 παρ. 1 του Π.Δ. 696/74, όπως αυτά τροποποιήθηκαν από το Π.Δ. 515/89, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 59 του Ν.Δ. της 17 Ιουλίου 1923 "περί σχεδίων πόλεως κ.λ.π., προκύπτει ότι η αμοιβή ιδιωτικών μηχανικών για την εκπόνηση των προβλεπόμενων από το διάταγμα αυτό μελετών κτιριακών έργων, μεταξύ των οποίων είναι και η αρχιτεκτονική μελέτη, καθορίζεται και σε ποσοστά επί τοις εκατό του προϋπολογισμού των μελετόμενων έργων με βάση προβλεπόμενο τύπο.

Ο προϋπολογισμός, ο οποίος λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της αμοιβής κάθε έργου, είναι αυτός που εξάγεται με τις ποσότητες όλων των κονδυλίων, ήτοι των εργασιών του όπως εγκρίνεται από τον εργοδότη και με βάση την αναλυτική προσμέτρηση και τις τιμές μονάδας των σχετικών εργασιών που υπολογίζονται με βάση τις εγκεκριμένες αναλύσεις τιμών και τις βασικές τιμές ημερομισθίων, υλικών και μισθωμάτων μηχανημάτων στο χρόνο σύνταξης του προϋπολογισμού του τελευταίου σταδίου της μελέτης.

Η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του διατάγματος αυτού έγκριση από τον εργοδότη του προϋπολογισμού αφορά τα κονδύλια δηλ. τις εργασίες αυτού, όπως αυτές αναφέρονται σε σχετικό προϋπολογισμό που συντάσσει ο μελετητής μηχανικός ως απαραίτητο στοιχείο της μελέτης του, και όχι τον ειδικό και αναλυτικό προϋπολογισμό που διαμορφώνεται με τα ως άνω αντικειμενικά στοιχεία.

Έγκριση από τον εργοδότη και των στοιχείων αυτών, που ορίζονται από το νόμο, δεν απαιτείται, ούτε ο αναλυτικός αυτός προϋπολογισμός πρέπει να υποβάλλεται και να παραδίδεται προηγουμένως στον εργοδότη προς έγκριση. Η αντίθετη εκδοχή ότι για τη θεμελίωση της αξίωση του μελετητή μηχανικού για την αμοιβή του από την εκπόνηση της ανατεθείσας σ' αυτόν μελέτης πρέπει να εγκρίνεται από τον εργοδότη και ο διαμορφούμενος κατά τα ανωτέρω ειδικός και αναλυτικός προϋπολογισμός όσον αφορά το ύψος των επί μέρους κονδυλίων ή το συνολικό ύψος του, θα οδηγούσε σε αποκλεισμό κάθε αξίωσης του μηχανικού από αμοιβή του, υπολογιζόμενη με βάση τον προϋπολογισμό του έργου, για την εκπονηθείσα μελέτη, αφού ο εργοδότης θα μπορούσε να ισχυρισθεί ότι δεν ενέκρινε ή δεν εγκρίνει το ύψος του αναλυτικού προϋπολογισμού και έτσι να ματαιώσει τη γένεση αξίωσης καταβολής της νόμιμης αμοιβής του μηχανικού.

Δηλαδή, για τη θεμελίωση και τον προσδιορισμό του δικαιώματος μελετητή μηχανικού για την αμοιβή του από την εκπόνηση της ανατεθείσας σ' αυτόν μελέτης με βάση ποσοστά του προϋπολογισμού, απαιτείται η έγκριση από τον εργοδότη μόνο του αρχικού προϋπολογισμού, που εξάγεται με τις ποσότητες όλων των εργασιών του εκτελούμενου έργου, και όχι του αναλυτικού προϋπολογισμού, ο οποίος συντάσσεται με βάση τα αναφερόμενα στο ίδιο άρθρο αντικειμενικά στοιχεία, που ισχύουν στο χρόνο σύνταξης του προϋπολογισμού του τελευταίου σταδίου της μελέτης, και λαμβάνεται υπόψη για τον ακριβή υπολογισμό της αμοιβής.

Στην προκείμενη περίπτωση με την ένδικη αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση το αναιρεσείον Τ.Ε.Ε. ζήτησε να υποχρεωθούν οι αναιρεσείοντες να του καταβάλουν το ποσό των 48,746, 57 ευρώ, ως οφειλόμενη στην υποκαθιστάμενη μηχανικό Ω αρχιτέκτονα μηχανικό συμφωνηθείσα αμοιβή της, για την εκπόνηση των αναφερομένων διακοσμητικών μελετών και την επίβλεψη των εργασιών όπως αυτές ειδικότερα περιγράφονται, που διενήργησε η ως άνω υποκαθιστάμενη εμπροθέσμως και προσηκόντως κατόπιν εντολής και υπό τη συνεχή παρακολούθηση των αναιρεσειόντων, οι οποίοι τις ενέκριναν και τις παρέλαβαν ανεπιφύλακτα.

Το παραπάνω αιτούμενο ποσό κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή αφορά την νόμιμη αμοιβή της υποκαθιστάμενης για την εκπόνηση της αρχιτεκτονικής μελέτης και την επίβλεψη των διακοσμητικών εργασιών, εσωτερικών και εξωτερικών και την επίπλωση του ακινήτου με βάση τον αναλυτικό προϋπολογισμό του έργου κατά τη συμφωνία των διαδίκων σε ποσοστό επί τοις εκατό.

Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη και νόμιμη, αφού αναφέρονται σ' αυτήν όλα τα απαραίτητα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος και δεν είναι απαραίτητο να μνημονεύεται ότι ο προϋπολογισμός εγκρίθηκε από τους αυτούς, αφού το γεγονός αυτό δεν ασκεί έννομη επιρροή στην κρινόμενη περίπτωση, ενόψει της επικλήσεως του αναιρεσιβλήτου ότι κατά τα συμφωνηθέντα, η αμοιβή της υποκαθιστάμενης θα υπολογιστεί με βάση τον αναλυτικό προϋπολογισμό του έργου.

Επομένως, το Εφετείο το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι η αγωγή ήταν ορισμένη και νόμιμη και απέρριψε τους σχετικούς λόγους των εφέσεων των αναιρεσειόντων με τους οποίους ισχυρίζονταν ότι η αγωγή ήταν αόριστη, άλλως μη νόμιμη επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε ομοίως δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 80-85, 91-95 και 102 του π.δ. 696/1974 όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του από το π.δ. 515/1989 και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ο ίδιος λόγος από τον αρ. 19 του αυτού άρθρου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ως οι ως άνω λόγοι των εφέσεων απορρίφθηκαν ως μη νόμιμοι. Εξάλλου, για τον αυτό λόγο πρέπει να απορριφθεί και ο πέμπτος λόγος καθώς και ο έκτος λόγος κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας, ενώ ο έκτος λόγος από τον αριθμό 8 του ως άνω άρθρου είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής και τον απέρριψε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-2-2008 αίτηση των, Ο.Ε. "... και Σια" κ.λ.π., για αναίρεση της 7051/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Δεκεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ