Legislator Case Law & Legislation
2314/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on worker's death claim, ruling employer not liable due to lack of actual ship ownership.

Case Number 2314/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three individuals against a labor accident judgment involving a shipowner. The plaintiffs argued the defendant was the actual shipowner and thus liable for the worker's death, but the court found no evidence of actual ownership or operation. Consequently, the court ruled that the defendant could not be considered the shipowner under the law, leading to the rejection of the appeal and a ruling against the plaintiffs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 84, 105, 106 of the Code of Civil Procedure; The court held that mere management of a vessel by a board member does not establish actual shipowner status for liability purposes without proof of real ownership or independent business operation.

Keywords

AI generated
labor accident liability shipowner status actual ownership proof employer responsibility worker death claim civil procedure appeal maritime employment

Cited Legislation

AI generated
Article 1 of Law 551/1915
Article 559 No. 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 84, 105, 106 of the Code of Maritime Law
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2314 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2314/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, όλων κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Λέκκα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "SEA ACCORD MARITIME INC. MONROVIA LIBERIA", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από την εταιρεία με την επωνυμία "CIEL SHIPMANAGEMENT S.A.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) εταιρείας με την επωνυμία "COSTAMARE SHIPPING S.A.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, νομίμου εκπροσώπου στην Ελλάδα της πρώτης αναιρεσιβαλλομένης μέχρι και της 9-5-2001, 3) Ψ3, κατοίκου ... και 4) Ψ4, κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κοντοσέα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-10-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1345/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 147/2005 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-6-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 4-11-2008 έκθεση της Αρεοπαγίτου Ειρήνης Αθανασίου, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 551/1915 που κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (αρθρ.36 εδ.α' Εισ.Ν.ΑΚ), προκύπτει ότι εργατικό ατύχημα, δηλαδή ατύχημα από βίαιο συμβάν που επέρχεται σε εργάτη ή υπάλληλο των αναφερόμενων στο άρθρο 2 του άνω νόμου επιχειρήσεων, θεωρείται και ο θάνατος ή ο τραυματισμός του μισθωτού εξαιτίας έκτακτης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου προς τη σύσταση του οργανισμού του παθόντος, αλλά συνδεόμενου με την εργασία του, λόγω της εμφανίσεως του κατά την εκτέλεση ή με αφορμή την εκτέλεση αυτής.

Η τελευταία περίπτωση συντρέχει όταν το ατύχημα δεν αποτελεί την άμεση συνέπεια της εκτελέσεως της εργασίας, αλλά συνδέεται προς αυτή με σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως εκ του ότι, λόγω της εργασίας, δημιουργήθηκαν οι ιδιαίτερες εκείνες πραγματικές συνθήκες και περιστάσεις που ήταν αναγκαίες για την επέλευση του και οι οποίες δεν θα υπήρχαν χωρίς την εργασία.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 16 του ανωτέρω νόμου, ο παθών από εργατικό ατύχημα του άρθρου 1 και σε περίπτωση θανάτου αυτού τα αναφερόμενα στο άρθρο 6 του ίδιου νόμου συγγενικά του πρόσωπα δικαιούνται να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση κατά τις διατάξεις του κοινού αστικού δικαίου μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν ή όταν επήλθε σε εργασία ή επιχείρηση, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών.

Στην τελευταία περίπτωση οι εν λόγω διατάξεις πρέπει να προβλέπουν ειδικώς τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, δηλαδή να προσδιορίζουν τους όρους αυτούς, μνημονεύοντας και συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους για την επίτευξη τους και δεν αρκεί να επήλθε το ατύχημα από τη μη τήρηση όρων που επιβάλλονται από την κοινή αντίληψη, την γενική υποχρέωση πρόνοιας (αρθρ.662 ΑΚ) και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, χωρίς να προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου.

Ο ως άνω νόμος, κατά τα άρθρα 1 παρ.2 και 66 παρ.2 του ΚΙΝΔ (ν. 3816/1958), είναι εφαρμοστέος και επί των ναυτικών. Περαιτέρω, από τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ και τα ως άνω άρθρα 1 και 16 του κ.ν. 551/1915,πρόκυπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.

Οι διατάξεις του πιο πάνω άρθρου 16 του κ.ν. 551/1915 αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις. Επομένως, νια να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα και σε περίπτωση θανάτου αυτού οι ως άνω επιζώντες σύζυγος και συγγενικά πρόσωπα τούτου χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, αντίστοιχα, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ.1 του κ.

ν. 551/1915. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται νια ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικώς, περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν εδώ:

Κατόπιν έγγραφης συμβάσεως ναυτικής εργασίας αόριστου χρόνου, που καταρτίστηκε στον Πειραιά στις 7-2-2001 μεταξύ αφενός του ΑΑ, απογεγραμμένου Έλληνα ναυτικού, συζύγου της πρώτης αναιρεσείουσας και πατέρα των λοιπών αναίρεσε ιόντων, και αφετέρου της δεύτερης αναιρεσίβλητης ελληνικής εταιρείας που εδρεύει στην ...

με την επωνυμία "COSΤΑΜΑRΕ SΗΙΡΡΙΝG CO SΑ", η οποία ενεργούσε ως αντιπρόσωπος στην Ελλάδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, αλλοδαπής εταιρείας "SΕΑ ΑCCΟRDΟ ΜΑRΙΤΙΜΕ ΙΝC ΜΟΝROVIΑ LIΒΕRΙΑ", πλοιοκτήτριας του υπό ελληνική σημαία φορτηγού πλοίου "Ζ... Β...", νηολογίου ..., με αριθ. ..., κοχ 14050, ο ΑΑ προσλήφθηκε για να ναυτολογηθεί στο πλοίο αυτό ως Μάγειρος Α', αντί των καθοριζομένων από την ισχύουσα, κατά τον ένδικο χρόνο, ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Φορτηγών Πλοίων από 4500 DWT και άνω, πλέον επιμισθίου (bonus) καλής αποδόσεως 293,47 ευρώ μηνιαίως.

Επίσης συμφωνήθηκε αμοιβή 410,85 ευρώ για πρόσθετα μειωμένα καθήκοντα θαλαμηπόλου, όπως κατωτέρω εκτίθεται. Σε εκτέλεση της ως άνω συμβάσεως ο ΑΑ επιβιβάστηκε και ναυτολογήθηκε στο πλοίο αυτό στις 8-2-2001 στον ..., με την προαναφερθείσα ειδικότητα, στο οποίο υπηρέτησε συνεχώς από τότε μέχρι και τις 20-2-2001, ενώ από 21-2-2001, οπότε το πλοίο βρισκόταν "εν πλω", δεν επανεμφανίστηκε σ' αυτό και χάθηκαν τα ίχνη του, Το ως άνω πλοίο, ήταν ένα αυτοματοποιημένο πλοίο μεταφοράς "containers" και πραγματοποιούσε σύντομες αφιξοαναχωρήσεις στα λιμάνια.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αμέσως μετά τη ναυτολόγηση του ΑΑ επ' αυτού, πραγματοποίησε ένα ταξίδι στο Ισραήλ (ΑSΗDΟD) και από εκεί κατευθύνθηκε στο SALERNO της Ιταλίας, όπου κατέπλευσε για φορτοεκφόρτωση στις 19-2-2001, μετά το πέρας της οποίας απέπλευσε από εκεί τις νυκτερινές ώρες της 20-2-2001 και συγκεκριμένα περί την 21.30 ώρα (έναρξη αποδέσεως) κατευθυνόμενο προς LEIXOES Πορτογαλίας.

Ο ΑΑ, λόγω της ειδικότητας του, δεν εκτελούσε προκαθορισμένες "φυλακές" (βάρδιες) στο πλοίο, αλλά ακολουθούσε το δικό του ωράριο εργασίας, το οποίο ανταποκρίνονταν πλήρως στην αντιμετώπιση των υποχρεώσεων ενδιαιτήσεως των ναυτολογημένων επί του πλοίου αυτού μελών του πληρώματος και νια το λόγο αυτόν δεν χρειάστηκε να αναζητηθεί πριν την ώρα παρασκευής του πρωϊνού μεταξύ 5.301 και 6.00' Π.μ.

ώρα της 21-2-2001, Μάλιστα, παρά το σύντομο της ναυτολογήσεώς του στο πλοίο αυτό είχε γίνει αντιληπτό ότι για την προετοιμασία του πρωινού εγειρόταν μόνος του. Τη συγκεκριμένη ημέρα και περί ώρα 5.55' π.μ. ο υπηρετών επί του πλοίου αυτού βοηθός θαλαμηπόλου ΒΒ, επειδή ο μάγειρας ΑΑ δεν είχε προσέλθει ακόμη προς εργασία τον κάλεσε στο τηλέφωνο, χωρίς να περιμένει απάντηση, το οποίο αποτελούσε συνηθισμένη ενέργεια εγέρσεως των μελών του πληρώματος.

Μετά πεντάλεπτο, δηλ, την 6.00' π.μ. ώρα ο υπηρετών επί του πλοίου αυτού άλλος θαλαμηπόλος ΓΓ, πήγε στον κοιτωνίσκο του μαγείρου και κτύπησε την πόρτα του, χωρίς να περιμένει να πάρει απάντηση, το οποίο επίσης αποτελούσε συνηθισμένη ενέργεια προς αφύπνιση, ενώ την 6.05' ώρα ο πρώτος ως άνω βοηθός θαλαμηπόλου επανέλαβε νέα τηλεφωνική κλήση, νωρίς να περιμένει και πάλι απάντηση, την 6.20' δε ώρα ειδοποίησε τον αξιωματικό Φυλακής ΔΔ, ο οποίος του είπε να ψάξει τις αποθήκες και περί ώρα 6.32,μετά από ανεπιτυχείς κλήσεις του μαγείρου, οι δύο βοηθοί θαλαμηπόλου, κατόπιν εντολής του Υποπλοιάρχου, άνοιξαν μαζί την κλειδωμένη καμπίνα του, διότι το κλειδί υπήρχε πάνω στην πόρτα, στην εξωτερική, πλευρά αυτής, για να δουν γιατί δεν απαντά, πλην όμως ο μάγειρας δεν ήταν στο κρεβάτι του, ούτε απαντούσε στις κλήσεις τους.

Την 6.40' ώρα, ο πρώτος ως άνω βοηθός θαλαμηπόλου ειδοποίησε τον Α/Φ ΔΔ, ότι ο μάγειρας δεν ήταν στην καμπίνα του και εκείνος του ζήτησε να ελέγξει πάλι την καμπίνα, τις αποθήκες και τα ψυγεία ενώ συγχρόνως έστειλε και το ναύτη της "βάρδιας" ΕΕ να ελέγξει και αυτός, ο οποίος την 06.50' ώρα ανέφερε τηλεφωνικώς στη Γέφυρα ότι έψαξαν, χωρίς να τον εντοπίσουν.

Ειδοποιήθηκαν και άλλα μέλη του πληρώματος (ναύκληρος, δόκιμος, dayman) να ψάξουν, χωρίς αποτέλεσμα. Αμέσως μετά απ' αυτό, την 7.05' ώρα ειδοποιήθηκε ο πλοίαρχος, ο οποίος έσπευσε στη Γέφυρα και ανέλαβε ο ίδιος το συντονισμό των ενεργειών για τον εντοπισμό του ΑΑ. Κατόπιν εντολής του, ο υποπλοίαρχος ενεργοποίησε όλο το υπόλοιπο πλήρωμα, όσο βεβαίως δεν απασχολεί το σε "φυλακές" προκειμένου να συμμετάσχει σε επισταμένες έρευνες σε όλους ανεξαιρέτως τους χώρους του πλοίου, όπου ενδεχομένως να βρισκόταν ο ΑΑ, μη δυνάμενος τυχόν να ζητήσει βοήθεια, ή, ενδεχομένως, χωρίς τις αισθήσεις του, δηλαδή σε κοινόχρηστους χώρους, αποθήκες, καμπίνες, ψυγεία, αποθήκες, μηχανοστάσιο, κύτη, πρόστεγο, υπόστεγο και κάθε πιθανό σημείο του πλοίου.

Εξάλλου, το ως άνω πλοίο είχε μήκος 146,25 μ. και πλάτος 25 μ., κατά τον ένδικο δε χρόνο ήταν έμφορτο με containers, τα οποία εκτός των κυτών τοποθετούνται και επί του καταστρώματος. Συγχρόνως με την έρευνα αυτήν ο πλοίαρχος εξέταζε ποιος είδε νια τελευταία φορά το ΑΑ επί του πλοίου. Διαπιστώθηκε ότι τελευταίος τον είχε δει επί του πλοίου ο ναύτης ΕΕ, κατά την 20.50 τοπική ώρα, δηλαδή λίγο πριν από την αναχώρηση του πλοίου από το Salerno.

Στο Σαλέρνο είχε τοποθετηθεί "βάρδια" στη σκάλα του πλοίου, για να αποτραπεί η είσοδος λαθρεπιβατών, αποτελούμενη από μέλη του πληρώματος (ΣΤ και αλλοδαπούς ναύτες), οι οποίοι δεν αντιλήφθηκαν το ΑΑ να εξέρχεται, ενώ προ του απόπλου ελέχθησαν και οι άδειες εξόδου που είχαν δοθεί σε ναυτικούς και βρέθηκαν παρόντες.

Παρ' όλα αυτά όμως και για να αποκλειστεί και το ενδεχόμενο αιφνίδιας εξόδου στην ξηρά του ΑΑ, λίγο πριν την αναχώρηση του πλοίου για προσωπικό του λόγο (π.χ. για να τηλεφωνήσει ή να αγοράσει κάτι), αφού, κατά τα πιο πάνω τελευταίος τον είδε ο ΕΕ την 20.50' ώρα, δηλαδή λίγο πριν την αναχώρηση του πλοίου και τα ρούχα του δεν ήταν ρούχα εργασίας (τα οποία ρούχα εργασίας βρέθηκαν μέσα στην καμπίνα του), ο πλοίαρχος την 7.57' ώρα επικοινώνησε με τον ναυτιλιακό πράκτορα στο Σαλέρνο, από τον οποίο ζήτησε να ενεργήσει αμέσως, ώστε να αντιμετωπιστεί και το ενδεχόμενο αυτό- να εξήλθε δηλαδή την τελευταία στιγμή και για άγνωστη αιτία να παρέμεινε με πιθανή νοσηλεία του σε νοσοκομείο ή τυχόν να συνελήφθη.

Συγχρόνως επίσης ο πλοίαρχος και συγκεκριμένα την 08.10 ώρα είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον ΖΖ, υπεύθυνο του Κώδικα Ασφαλούς Διαχείρισης και αρχιπλοίαρχο της β' αναιρεσίβλητης, ο οποίος ήταν το πρόσωπο με το οποίο επικοινωνούσε ο πλοίαρχος σε περίπτωση ανάγκης, τον οποίο ενημέρωσε για την εξαφάνιση του ΑΑ και την έρευνα που γίνονταν, η εντολή δε που έλαβε ήταν να ολοκληρωθεί η έρευνα στο πλοίο και στο λιμάνι και να αναφερθούν αμέσως τα αποτελέσματα.

Την 8.30' ώρα ο πλοίαρχος είχε νέα τηλεφωνική επικοινωνία με τον πράκτορα στο Σαλέρνο, ο οποίος του ανέφερε ότι δεν βρέθηκε κανένας έλληνας ναυτικός στο λιμάνι ή σε αστυνομικό τμήμα ή σε νοσοκομείο. Μετά απ' αυτά ειδοποιήθηκε ο θάλαμος Επιχειρήσεων του ΥΕΝ, οι παράκτιοι Σταθμοί Ναυσιπλοΐας της Ιταλίας, δηλαδή οι αντίστοιχοι ΥΕΝ Θάλαμοι Επιχειρήσεων της Ρώμης και Μάλτας, καθώς και το Ράδιο Παλέρμο και Νάπολης, οι οποίοι ενεργοποιήθηκαν αμέσως, δόθηκε εντολή να πραγματοποιηθεί η λεγόμενη στροφή Williamson, δηλαδή να ακολουθήσει το πλοίο την αντίθετη ακριβώς πορεία, αφού προηγουμένως υπολογιστεί η φορά και η ταχύτητα του ανέμου, δόθηκε επείγον σήμα μέσω VHF προς όλα τα παραπλέοντα πλοία ώστε να συνδράμουν τις έρευνες, αλλά και από τις ιταλικές αρχές αντίστοιχες εντολές, ώστε να κινητοποιηθούν αμέσως τα συνεργεία διάσωσης από θάλασσα και αέρα, τα οποία πράγματι κινητοποιήθηκαν, επαναλαμβανόταν δε κάθε μισή ώρα μήνυμα επείγον προς όλα τα πλοία.

Στάλθηκε από το ΥΕΝ νέο υποβοηθητικό προτεινόμενο σχέδιο δράσεως, λόγω των επικρατούντων ρευμάτων-ανέμων στην περιοχή και υιοθετήθηκε το νέο σχέδιο παράλληλων πορειών. Η έρευνα απ' όλα τα σωστικά μέσα και το εν λόγω πλοίο συνεχίστηκε σύμφωνα με το σχέδιο δράσεως, με οργανωμένο το πλήρωμα του κατά τομείς (οπτήρες, πλώρα, πρύμνα, συμμετοχή πληρώματος, αξιωματικών και πλοιάρχου), και κατά τη διάρκεια της νύκτας με αναμμένους προβολείς, ενώ συγχρόνως πραγματοποιήθηκε και δεύτερος επισταμένος έλεγχος εντός των κυτών, στα εμπορευματοκιβώτια, κλειδώθηκε και σφραγίσθηκε η καμπίνα του ως άνω ναυτικού, οι έρευνες δε σταμάτησαν την 20.00 ώρα της 22/2/2001.

Το αποτέλεσμα τους απέβη άκαρπο, με αποτέλεσμα να θεωρείται βέβαιος ο θάνατος του ΑΑ από πνιγμό, στις 21-2-2001, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του ως άνω πλοίου από SALERNO Ιταλίας προς LEIXOES Πορτογαλίας. Δέχτηκε δε το Εφετείο ότι το διάστημα που μεσολάβησε από τότε που η απουσία του ναυτικού κατέστη σφόδρα αντιληπτή μέχρι την αναστροφή του πλοίου, όπως λεπτομερώς ανωτέρω διαγράφεται χρονικώς, δεν παρήλθε αδικαιολόγητα, αλλά αντιθέτως ήταν απολύτως απαραίτητο, αφού, ενόψει της φύσεως της εργασίας του ως άνω ναυτικού, που καθιστούσε αυτόν αυτόνομο ως προς τον τρόπο και το χρόνο κατανομής της εργασίας του, η απουσία του δεν ήταν δυνατόν να γίνει με βεβαιότητα γνωστή πριν από την έναρξη των εργασιών παρασκευής του πρωινού της 21-2-2001, δηλαδή αρκετές ώρες μετά την κατά τα άνω αναχώρηση του πλοίου από το Salerno, αλλά και ενόψει του μεγέθους του πλοίου, του εμφόρτου αυτού και των χώρων που έπρεπε να ελεχθούν, όπως ανωτέρω καθορίσθηκαν, δεν ήταν δυνατόν να συντομευθεί ο χρόνος αυτός.

Κατά την κρατούσα δε ναυτιλιακή πρακτική αλλά και στα πλαίσια της απαιτούμενης να επιδειχθεί επιμέλειας πριν από την πραγματοποίηση της αναστροφής και την κινητοποίηση των σωστικών μέσων, αλλά και των εντολών που λάμβανε ως άνω ο πλοίαρχος, απαιτούνταν να προηγηθεί έρευνα στους χώρους του πλοίου, καθώς επίσης και στον ως άνω λιμένα του SALERNO, ώστε να αποκλειστεί προηγουμένως το ενδεχόμενο ο ναυτικός να ευρίσκεται σ' αυτά και να ενεργοποιηθούν, στην περίπτωση αυτή χωρίς λόγο ο Θάλαμος Επιχειρήσεων του ΥΕΝ και οι λοιπές ως άνω σωστικές υπηρεσίες και μέσα των παράκτιων Χωρών.

Δέχτηκε δε το Εφετείο ότι δεν αποδείχθηκε ούτε η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες παραβίαση της Διεθνούς Συμβάσεως περί "προστασίας της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα" (SOLAS), αφού δεν διαπιστώθηκε, σύμφωνα με τα κρατούντα χρηστά ναυτιλιακά ήθη και τη βάσει αυτών και των αρχών της καλής πίστεως, παγκοσμίως διαμορφωμένη ναυτιλιακή πρακτική, καθυστέρηση αναφοράς του επισυμβάντος ατυχήματος.

Επιπλέον όμως, ακόμη και αν είχε πραγματοποιηθεί νωρίτερα η αναστροφή του πλοίου και ακόμη και αν δεν είχε ειδοποιηθεί ο πράκτορας του SALERΝΟ, ο οποίος πάντως σε σύντομο, κατά τα πιο πάνω, χρόνο ενέργησε και απάντησε, δεν προσεπιβεβαιώθηκε ότι θα υπήρχε θετικότερο αποτέλεσμα, αφού η σορός του άτυχου ναυτικού δεν ανευρέθη ποτέ και βεβαίως δεν είναι δυνατή η εκτίμηση, έστω και κατά προσέγγιση, των ακριβών αιτίων και του χρόνου εξαφανίσεως του, λόγω πτώσεως στη θάλασσα και πνιγμού του, αφού από την 20.50' ώρα της 20-2-2001 δεν τον είδε κανείς, ώστε σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε ο προσαπαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος, σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος μεταξύ της επιχειρήσεως της αναστροφής του πλοίου και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου του ναυτικού.

Δέχτηκε ακόμη το Εφετείο ότι τα κιγκλιδώματα του πλοίου στους εξωτερικούς χώρους (εκτεθειμένα καταστρώματα) έχουν ύψος από το πάτωμα του καταστρώματος 1,04 μ. και επομένως πληρούν τα οριζόμενα από τους σχετικούς Κανονισμούς και Π. Δ/τα, (π.δ. 1349/1981, άρθρο 25 παρ. 1 της Διεθνούς Συμβάσεως περί γραμμών φορτώσεως του 1966, που κυρώθηκε με τον α.ν. 391/1968 και το π.δ. 399/1980 "περί εγκρίσεως και θέσεως σε εφαρμογή Κανονισμού περί γραμμών φορτώσεων των πλοίων").

Και ναι μεν σε μέρος της πρύμνης τα κιγκλιδώματα εκ κατασκευής έχουν μεν το ίδιο, ως άνω ύψος από το δάπεδο (1,04 μ.), πλην όμως φέρουν κάθετα ανοίγματα αποστάσεως 20 εκ. μεταξύ τους, δηλαδή στα σημεία αυτά δεν ενώνονται μεταξύ τους, πλην όμως τα ανοίγματα αυτά χρησιμοποιούνται για να περνούν οι κάβοι, για το δέσιμο του συγκεκριμένου πλοίου.

Ειδικότερα, ακριβώς μπροστά απ' αυτά τα ανοίγματα είναι οι τονοδηγοί, το "όκιο" και οι μπιντές που χρησιμοποιούνται για το δέσιμο του πλοίου με τους κάβους. Αυτά τα ανοίγματα χρησιμοποιούνται από το πλήρωμα για να περνούν οι κάβοι και να σέρνονται στους τονοδηγούς, όταν δένεται το πλοίο στο λιμάνι. Δηλαδή, ήταν σκοπίμως κατασκευασμένα γι' αυτόν το λόγο και (τα ανοίγματα) δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιας φθοράς ή ζημίας στα κάγκελα.

Μπροστά από τα ανοίγματα αυτά, όπως προαναφέρθηκε, και επάνω στο κατάστρωμα υπήρχαν οι τονοδηγοί, τοποθετημένοι πάνω σε υπερυψωμένο δάπεδο, ύψους 12 εκ., με αποτέλεσμα αν κάποιος ανέβαινε επί του υπερυψωμένου αυτού δαπέδου, τότε το ύψος των κιγκλιδωμάτων μειωνόταν από 104 σε 92 εκ. Από αυτό, όμως, δεν μπορεί να θεμελιωθεί η υποστηριζόμενη από τους αναιρεσειόντες άποψη ότι τα κιγκλιδώματα δεν είχαν το προβλεπόμενο ύψος, αφού εκείνο το οποίο μειώνει το ύψος των κιγκλιδωμάτων, δεν είναι το ύψος αυτών από το δάπεδο της πρύμνης, από το οποίο τα κιγκλιδώματα μετρώνται προς διαπίστωση της συμμορφώσεως με τους ως άνω Κανονισμούς και Π.Δ/τα και από το οποίο (δάπεδο) το ύψος τους ανέρχονταν πράγματι σε 104 εκ., αλλά το ύψος αυτών από τη στιγμή που κάποιος ανέβαινε πάνω στο υπερυψωμένο δάπεδο, το οποίο (δάπεδο) εξυπηρετούσε την τοποθέτηση επ' αυτού των ως άνω "τονοδηγών" και το οποίο δεν είναι δυνατόν να ασκήσει ουσιώδη επιρροή επί της ένδικης υποθέσεως, αφού τα κιγκλιδώματα στους εξωτερικούς χώρους του πλοίου και στο χώρο της πρύμνης πληρούσαν τα καθοριζόμενα από τους ως άνω Κανονισμούς και Π.Δ/τα.

Δέχτηκε ακόμη το Εφετείο ότι, ανεξαρτήτως του ότι ο ανώτερο) ναυτικός ΑΑ, ως εκ της φύσεως της εργασίας του και του χρονικού ως άνω διαστήματος κατά το οποίο εξαφανίστηκε, δεν είχε συγκεκριμένο λόγο να βρίσκεται επί του υπερυψωμένου δαπέδου των τονοδηγών, ούτε άλλωστε και στο τμήμα αυτό του πλοίου στο οποίο βρίσκεται μεν ο χώρος συγκεντρώσεως των απορριμμάτων του πλοίου και εκείνων που προέρχονται από τρόφιμα, τα οποία όμως σύμφωνα με το Παράρτημα 5 της συνθήκης ΜΑRPOL 73/78 (που κυρώθηκε με τον Ν. 1269/82) απαγορεύεται να ριχθούν στη θάλασσα, αλλά παραδίδονται στις εγκαταστάσεις ευκολίας κάθε λιμένα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, ουδόλως προσεπιβεβαιώθηκαν, έστω και κατά προσέγγιση, τα ακριβή αίτια εξαφανίσεως του ΑΑ, οι συνθήκες και ιδίως ο χρόνος και ο τόπος του ένδικου ατυχήματος, ώστε κάθε υποστηριζόμενη εκδοχή, μεταξύ των οποίων και εκείνη περί πτώσεως του στη θάλασσα από το διάκενο των ως άνω κιγκλιδωμάτων, ενδεχομένως κατά την προσπάθεια απορρίψεως μέσω αυτών κάποιου αντικειμένου, όπως απορριμμάτων στη θάλασσα, ουδόλως έχει αποδειχθεί και απλώς εμφανίζεται ως πιθανολογούμενη, σε τρόπο ώστε, λόγω αφενός της συμμορφώσεως της αναιρεσίβλητης πλοιοκτήτριας με τους ως άνω Κανονισμούς και Π.Δ/τα, καθόσον αφορά τα εν λόγω κιγκλιδώματα και αφετέρου της ελλείψεως οποιουδήποτε σαφούς αποδεικτικού μέσου, αναφορικά με τα αίτια, το συγκεκριμένο τόπο και χρόνο του ένδικου ατυχήματος, δεν είναι δυνατόν να θεμελιωθεί ο προσαπαιτούμενος κατά το νόμο αιτιώδης σύνδεσμος, σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, μεταξύ του ένδικου ατυχήματος και των επικαλουμένων από τους αναιρεσείοντες ως άνω, κατ' αυτούς, παραβάσεων των αναιρεσιβλήτων σε σχέση με τα κιγκλιδώματα αυτά.

Ακολούθως το Εφετείο δέχτηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι το ένδικο ατύχημα επήλθε λόγω μη τηρήσεως των διατάξεων ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών που μνημονεύουν συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους προς επίτευξη της ασφαλείας των εργαζομένων στο παραπάνω πλοίο, ούτε βεβαίως ότι τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη μη τήρηση αυτών, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι τούτο οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων απ' αυτόν προσώπων.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι η αγωγή των αναιρεσειόντων κατά την κύρια αυτής βάση, με την οποία διωκόταν η καταβολή πλήρους αποζημιώσεως κατά τις για τις αδικοπραξίες διατάξεις του ΑΚ, ήταν πράγματι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη και ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμους τους σχετικούς λόγους της εφέσεως των αναιρεσειόντων κατά της υπ7αρίθ.1345/2003 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με τους οποίους υποστηρίζονταν τα αντίθετα.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο α) δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ακόμη και εκείνες του π.δ. 1349/1981, του άρθρου 25 παρ.1 της Διεθνούς Συμβάσεως περί γραμμών φορτώσεως του 1966, που κυρώθηκε με τον α.ν. 391/1968 και του π.δ. 399/1980 "περί εγκρίσεως και θέσεως σε εφαρμογή Κανονισμού περί γραμμών φορτώσεως των πλοίων", για τους πιο πάνω στην προσβαλλόμενη απόφαση του ειδικότερα αναφερόμενους λόγους, δεδομένου ότι, με σαφήνεια και πλήρη επάρκεια, χωρίς οποιαδήποτε αντιφατικότητα, δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι το ένδικο ατύχημα επήλθε λόγω μη τηρήσεως των διατάξεων ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων στο παραπάνω πλοίο, ότι αυτό τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη μη τήρηση των διατάξεων αυτών και ότι τούτο οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων απ' αυτόν προσώπων, αφού, με βάση τις παραδοχές του, τα κιγκλιδώματα σε όλους τους εξωτερικούς χώρους του πλοίου ήταν πράγματι κατάλληλου ύψους και ασφαλούς κατασκευής, όπως ορίζεται στο άρθρο 8 παρ. 1 του Κανονισμού προλήψεως εργατικών ατυχημάτων στα πλοία, που εγκρίθηκε και τέθηκε σε εφαρμογή με το άνω π.

δ. 1349/1981, β) δεν παραβίασε διδάγματα της κοινής πείρας που αφορούν την εφαρμογή των ως άνω κανόνων του ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, εφόσον με βάση τα εν γένει πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν έχει χωρήσει παράβαση τέτοιων διδαγμάτων, και 3)δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει στην απόφαση του, αναφορικά με τα ως άνω με στοιχείο α' ζητήματα και πλήρεις και σαφείς είναι και δεν εμφανίζουν οποιαδήποτε αντιφατικότητα, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου.

Επομένως: 1) Ο πρώτος (υπό τα στοιχεία α-1) λόγος αναιρέσεως, κατά τα από το άρθρο 559 αρ.1 εδ. α' και β' ΚΠολΔ μέρη του, με τα οποία προβάλλονται αιτιάσεις για παραβίαση των παραπάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου και για παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας, και 2) ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών επί των ζητημάτων που προαναφέρθηκαν, υπό το στοιχείο γ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, στο σύνολο τους.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο από αυτήν προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Στην προκειμένη περίπτωση με το ένα από τα μέρη του τρίτου (υπό στοιχεία Β-1) λόγου αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του ως αληθινά τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, που, ειδικότερα, αναφέρονται στο λόγο αυτόν αναιρέσεως δίχως απόδειξη. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του το Εφετείο στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των μνημονευόμενων ένορκων μαρτυρικών καταθέσεων και ενόρκων βεβαιώσεων, καθώς και όλων των εγγράφων που με επίκληση προσκομίζονται από τους διαδίκους.

Επομένως ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, κατά το αντίστοιχο μέρος του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω το Εφετείο στην επί της ουσίας κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των μνημονευόμενων ένορκων μαρτυρικών καταθέσεων και ενόρκων βεβαιώσεων, καθώς και όλων των εγγράφων που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους.

Από τη βεβαίωση αυτή και την όλη περαιτέρω σχετική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως του, καθίσταται χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, τόσο τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ΗΗ, που εξετάστηκε με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων, και ΖΖ, που εξετάστηκε με την επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες καταθέσεις περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς), όσο και α) την υπ' αριθμ. ...

ένορκη βεβαίωση του ΘΘ ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς και β) τις υπ' αριθ. ... και ... ένορκες βεβαιώσεις του ΚΚ και ΛΛ ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς και εκ τρίτου την έγγραφη σύμβαση ναυτικής εργασίας που είχε καταρτιστεί στις 7-2-2001 με το ΑΑ. Μάλιστα τα αποδεικτικά μέσα (ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, ένορκες βεβαιώσεις και έγγραφη σύμβαση) ρητώς αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως ληφθέντα υπόψη και όχι μόνον τούτο, αλλά και ειδικώς, μνημονεύονται και αξιολογούνται από το Εφετείο στην εν λόγω απόφαση του.

Επομένως ο τρίτος (υπό τα στοιχεία Β-1 ) λόγος αναιρέσεως κατά το από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ μέρος του, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και ειδικότερα προβάλλεται η αιτίαση, όπως εκτιμάται, της μη λήψεως υπόψη των αμέσως παραπάνω αποδεικτικών μεσών, πρέπει σε κάθε περίπτωση να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολο του.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΛ, αναίρεση επιτρέπεται "αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις". Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας αποφάσεως, χωρίς να αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό της αποφάσεως αυτής η μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού. Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπούμενης διαπλάσεως ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με δεδικασμένο. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο (υπό τα στοιχεία Β-1) λόγο αναιρέσεως κατά ένα από τα μέρη του προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να κρίνει με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως πιο πάνω αναφέρεται, αναφορικά με την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής των αναιρεσειόντων υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ.17 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία η έφεση των αναιρεσειόντων κατά της ως άνω εκκληθείσας πρωτόδικης αποφάσεως, αλλά και η αντέφεση των αναιρεσιβλήτων απορρίφθηκαν κατ' ουσία, δεν περιέχει στο διατακτικό της, όπως από αυτήν προκύπτει, αντιφατικές διατάξεις.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό. Έτσι δεν Θεωρούνται έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριΘ.20 ΚΠολΔ ούτε οι ένορκες καταθέσεις μαρτύρων που περιέχονται σε πρακτικά δικαστηρίου, αλλ' ούτε και οι ένορκες βεβαιώσεις προσώπων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου κατά το άρθρο 671 παρ.1 εδ.

τελευταίο ΚΠολΔ. Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο ως άνω από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ίδιου κώδικα αναιρετικός λόγος, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε κατά το περιεχόμενο του.

καθώς και το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο, διαφορετικό από το αληθινό, ως περιεχόμενο του εγγράφου αυτού. Ενόψει αυτών ο τρίτος (υπό τα στοιχεία Β-1) λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να κρίνει με την προσβαλλόμενη απόφαση του όπως πιο πάνω αναφέρεται, αναφορικά με την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής των αναιρεσειόντων, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ πλημμέλεια, πρέπει, κατά μεν το τμήμα του μέρους τούτου του λόγου αναιρέσεως με το οποίο προβάλλεται, όπως εκτιμάται, η αιτίαση της παραμορφώσεως του περιεχομένου των ως άνω ενόρκων μαρτυρικών καταθέσεων και ενόρκων βεβαιώσεων να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού, στην περίπτωση αυτή, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, κατά δε το τμήμα του μέρους του ίδιου λόγου με το οποίο προβάλλεται, όπως εκτιμάται, η αιτίαση της παραμορφώσεως του περιεχομένου της παραπάνω έγγραφης συμβάσεως ναυτικής εργασίας να απορριφθεί ως αόριστος, γιατί δεν αναφέρεται σ' αυτόν το αληθινό πλήρες σχετικό περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε κατά το περιεχόμενο του, καθώς και το από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δεκτό γενόμενο, διαφορετικό από το αληθινό, ως περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, χωρίς βέβαια να αρκεί το όλως περιορισμένο αναφερόμενο μέρος του εγγράφου αυτού, ότι δηλαδή "δια μερικά καθήκοντα θαλαμηπόλου αν και εφόσον εκτελούνται ...".

Εξάλλου οι λοιπές αιτιάσεις που προβάλλονται με τα υπόλοιπα μέρη των ίδιων πιο πάνω (πρώτου και τρίτου, υπό τα στοιχεία Α-1 και Β-1, αντίστοιχα) λόγων αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, γιατί σι αιτιάσεις αυτές αναφέρονται στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ως εκ τούτου ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολ.Δ).

Όπως προαναφέρθηκε για να δικαιούνται ο παθών σε εργατικό ατύχημα και σε περίπτωση θανάτου αυτού τα εκεί αναφερόμενα πρόσωπα (επιζών σύζυγος και συγγενικά πρόσωπα τούτου) χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, αντίστοιχα, αρκεί (και απαιτείται όμως) να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα (δόλος η αμέλεια) του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ.

Επομένως το Εφετείο με το να κρίνει ότι οι αναιρεσείοντες δεν δικαιούνται την από αυτούς αιτηθείσα με την ένδικη αγωγή τους χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης εξαιτίας του κατά τα ανωτέρω επελθόντος θανάτου του ναυτικού ΑΑ, ακριβώς διότι δεν αποδείχθηκε ούτε ότι βαρύνει την εργοδότρια του (πλοιοκτήτρια εταιρεία), αλλά και τους εκπροσώπους-αντιπροσώπους αυτής ή τους από αυτήν προστηθέντες οποιοδήποτε πταίσμα αλλ' ούτε και ότι υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ οποιασδήποτε αμελούς συμπεριφοράς των εν λόγω προσώπων και του επελθόντος αποτελέσματος, δεν παραβίασε τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ ή τα άρθρα 1 και 16 του κ.ν. 551/1915.

Γι'αυτό οι ενιαίως κρινόμενοι δεύτερος (υπό τα στοιχεία Α-2) λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, καθώς και ταυτόσημος, από την ίδια διάταξη, τέταρτος υπό τα στοιχεία Β-2 λόγος αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και ειδικότερα υποστηρίζεται ύπαρξη αντικειμενικής ευθύνης των αναιρεσιβλήτων και αναφορικά με την υποχρέωση καταβολής χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης πρέπει να απορριφθούν.

Ο λόγος αναιρέσεως του αριθ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, αν είναι ορισμένοι. Όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό (ή λόγο εφέσεως) που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991).Στην προκειμένη περίπτωση με το ένα από τα μέρη του πέμπτου (υπό τα στοιχεία Β-3) λόγου αναιρέσεως προβάλλεται, όπως εκτιμάται, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφαση του λόγο της εφέσεως των αναίρεσε ιόντων κατά της υπ'αριθ.1345/2003 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με τον οποίο αυτοί παραπονούνταν για εσφαλμένη απόρριψη, ως μη νόμιμης της ένδικης αγωγής τους καθόσον αυτή απευθυνόταν κατά του τρίτου αναιρεσιβλήτου (τέταρτου στην αγωγή αυτήν εναγομένου).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, με την απόφαση του αυτήν έλαβε υπόψη του τον προαναφερόμενο πέμπτο λόγο της εφέσεως των αναιρεσειόντων, τον ερεύνησε και τελικά, ρητώς μάλιστα, τον απέρριψε (με συμπλήρωση της σχετικής αιτιολογίας της πρωτόδικης αποφάσεως) ως αβάσιμο και έτσι δεν υπέπεσε στην από την αμέσως πιο πάνω διάταξη προβλεπόμενη πλημμέλεια.

Ειδικότερα, οι. αναιρεσείοντες για τη θεμελίωση της ευθύνης του τέταρτου εναγομένου και ήδη τρίτου αναιρεσιβλήτου, νια το ένδικο εργατικό ατύχημα επικαλέστηκαν στην ένδικη αγωγή τους ότι ο αναιρεσίβλητος αυτός ενέχεται "ως ο πραγματικός εφοπλιστής του πλοίου, έχων τη βούληση της ουσιαστικής και για ίδιον λογαριασμό εκμεταλλεύσεως και διαχειρίσεως του πλοίου, Πρόεδρος και Διευθυντής του Δ.Σ.

της πρώτης (αναιρεσίβλητης), άλλως δε ως εκπρόσωπος αυτής, η οποία εναγόταν ως κυρία του πλοίου. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ότι η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες ως άνω δραστηριότητα του τέταρτου εναγομένου και ήδη τρίτου αναιρεσιβλήτου, που ως Πρόεδρος και Διευθυντής του Δ.Σ.

διοικεί την πλοιοκτήτρια εταιρεία (1η αναιρεσίβλητη), χωρίς να γίνεται επίκληση του ότι η τελευταία εταιρεία είναι εικονική ή ότι δεν έχει αναπτύξει συναλλακτική οργάνωση και δράση ή επιχειρηματική δραστηριότητα ή ότι ο εν λόγω (3ος) αναιρεσίβλητος συμβάλλεται στο δικό του όνομα και αναλαμβάνει πραγματικά και απεριόριστα τον επιχειρηματικό κίνδυνο, ασκώντας κατ' αυτόν τον τρόπο στην πραγματικότητα ο ίδιος τη ναυτιλιακή επιχείρηση του πλοίου και όχι απλώς, όπως εκτίθεται, ότι έχει τη βούληση της εκμεταλλεύσεως και διαχειρίσεως του, δεν είναι ικανή κατά το νόμο να θεμελιώσει από μόνη της την επικαλούμενη γι αυτόν ιδιότητα του εφοπλιστή με τις εντεύθεν έννομες συνέπειες.

Με βάση δε τη σκέψη αυτήν το Εφετείο απέρριψε (με συμπλήρωση της σχετικής αιτιολογίας της πρωτόδικης αποφάσεως) ως αβάσιμο τον 5ο λόγο της αμέσως πιο πάνω εφέσεως των αναίρεσειόντων, με τον οποίο αυτοί παραπονούνταν, όπως προαναφέρθηκε, για εσφαλμένη απόρριψη ως μη νόμιμης της ένδικης αγωγής τους καθόσον αυτή απευθυνόταν κατά του τρίτου αναιρεσίβλητου.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, αφού, για να κρίνει νόμιμη την ένδικη αγωγή δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο (άρθρα 84, 105, 106 ΚΙΝΔ), εφόσον πράγματι, για τους λόγους που πιο πάνω αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με όσα εκτίθεντο στην ένδικη αγωγή, ο 3ος αναιρεσίβλητος δεν είχε στην πραγματικότητα την ιδιότητα του εφοπλιστή, δηλαδή προσώπου που εκμεταλλευόταν για τον εαυτό του το πλοίο το οποίο ανήκε κατά κυριότητα στην 1η αναιρεσίβλητη, η οποία έτσι, πάντοτε κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, υπό την ιδιότητα της αυτήν θεωρούνταν, κατά μαχητό τεκμήριο, ότι εκμεταλλευόταν το πλοίο για δικό της λογαριασμό, ότι δηλαδή ήταν πλοιοκτήτρια (άρθρα 84, 105, 106 ΚΙΝΔ).

Επομένως ο ως άνω πέμπτος και τελευταίος (υπό τα στοιχεία Β-3) λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-6-2007 αίτηση των 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3 για αναίρεση της 147/2005 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ