Supreme Court dismisses appeal for inadmissible grounds regarding lost will and evidence distortion.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a lost handwritten will. The appellant argued the lower court failed to consider an expert affidavit and distorted the witness testimony, but the Court found these grounds procedurally flawed. The Court ruled that the appeal was inadmissible because the alleged errors concerned the first-instance judgment, not the appealed decision, and the distortion claim was vague and inapplicable to witness statements.
Legislator headnote
AI generatedArt. 435, 1718, 1721 A.K.; Art. 559 nos. 19, 20 KPolD: An appeal is inadmissible if it challenges a first-instance judgment instead of the appealed decision, and distortion grounds are inapplicable to witness testimony unless specific elements are clearly stated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2310 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 2310/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βάγια.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζώτο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-4-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:187/2001 μη οριστική,30384/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2668/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 18-1-2008 αίτησή του και τους από 8-10-2009 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 5-11-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Από τη διάταξη του άρθρου 435 ΚΠολΔ που ορίζει, ότι, αν ένα έγγραφο χαθεί ή γίνει δυσανάγνωστο ή άχρηστο, εκείνος που διεξάγει την απόδειξη μπορεί να αποδείξει ή ότι το έγγραφο υπάρχει νόμιμα συνταγμένο ή το περιε-χόμενό του ή και τα δύο, με κάθε αποδεικτικό μέσο και αν ακόμη πρόκειται για σχέση που για να συσταθεί επιβάλλεται από το νόμο ή από τα μέρη να συνταχθεί έγγραφο, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1721 και 1718 Α.Κ.
που ορίζουν, αντίστοιχα, τον τρόπο σύνταξης της ιδιόγραφης διαθήκης και ως συνέπεια την ακυρότητα αυτής, αν δεν συνταχθεί αυτή με νόμιμο τρόπο, σαφώς συνάγεται, μεταξύ άλλων, και ότι σε περίπτωση απώλειας της ιδιογραφής διαθήκης επιτρέπεται και η με μάρτυρες απόδειξη της ύπαρξης αυτής, νόμιμα συντεταγμένης, καθώς και του περιεχομένου της (ΟλΑΠ 1234/1982).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνο οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που έχουν αυθύπαρκτη ύπαρξη, δηλαδή, εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.
Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Στις 26 Οκτωβρίου 1998 απεβίωσε στη ...ο Θ1 σε ηλικία 78 ετών. Ο ανωτέρω ζούσε μόνος του σε διαμέρισμα επί της οδού ...
και τα τελευταία χρόνια της ζωής του, λόγω των σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε (ρευματοειδής αρθρίτιδα), ήταν καθηλωμένος σε αναπηρικό αμαξίδιο και τον φρόντιζε σε εικοσιτετράωρη βάση αποκλειστική νοσοκόμα. Στις 28 Οκτωβρίου 1998 μετέβησαν στο ως άνω διαμέρισμα, που ζούσε ο θανών, οι ανεψιοί του ...., ..., Ν1, ..., Χ1 (εναγόμενος - αναιρεσείων) και ... (αδελφή της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης) μαζί με την ως άνω νοσοκόμα και έψαξαν τους χώρους αυτού (διαμερίσματος) προς ανεύρεση διαθήκης.
Σε συρτάρι του γραφείου (επίπλου) του βρέθηκε ένας πλαστικός φάκελος, εντός του οποίου υπήρχαν σε φωτοτυπικά αντίγραφα ιδιόγραφες διαθήκες του θανόντος, η μία με ημερομηνία 5-10-1992 -η οποία είχε διαγραφεί με στυλό σε σχήμα Χ και η οποία ουσιαστικά είχε ακυρωθεί- και η άλλη με ημερομηνία 24-4-1993 μαζί με τη συμπληρωματική της με ημερομηνία 22-3-1994 σε δύο φύλλα, συρραμμένα μεταξύ τους.
Παρά τις επίμονες έρευνες από τους συγγενείς του θανόντος δεν κατέστη δυνατόν να βρεθούν τα πρωτότυπα των εν λόγω διαθηκών, διότι, προφανώς, παρέπεσαν μέσα σε άλλα έγγραφα, δεδομένου ότι ο θανών διατηρούσε τεράστια βιβλιοθήκη. Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε, ότι ο αποβιώσας Θ1 συνέταξε στις 24-4-1993 νομότυπα ιδιόγραφη διαθήκη και στις 22-3-1994 συμπληρωματική ιδιόγραφη διαθήκη, τα φωτοτυπικά αντίγραφα των οποίων βρέθηκαν στην οικία του.
Με την πρώτη κατέλιπε στους ανεψιούς του Χ1 (εναγόμενο), Κ1, ..., Ν1 και στην ενάγουσα Ψ1 τα αναφερόμενα ειδικότερα (στην απόφαση) κληρονομιαία αντικείμενα, ενώ με την συμπληρωτική διαθήκη κατέλιπε την βιβλιοθήκη του στην Χ.Α.Ν.Θ Θεσσαλονίκης. Τις ως άνω διαθήκες τις έγραψε καθ' ολοκληρίαν ο ίδιος ο διαθέτης, τις χρονολόγησε και τις υπέγραψε.
Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε, ότι τα πρωτότυπα των διαθηκών αυτών, απωλέσθηκαν και ότι η απώλεια αυτή δεν συνδέεται με πράξη του διαθέτη, αλλά επήλθε ανεξαρτήτως της βουλήσεως αυτού κατά τρόπο άγνωστο, άλλως καταστράφηκαν από τύχη ή παράνομη ενέργεια τρίτου μετά το έτος 1998 και πι-θανόν μετά το θάνατό του.
Επίσης δέχθηκε ότι ο διαθέτης με την ως άνω από 24-4-1993 ιδιόγραφη διαθήκη του και την συμπληρωματική αυτής διατύπωσε την τελευταία πραγματική του βούληση για την διάθεση των περιουσιακών του στοιχείων, ακυρώνοντας κάθε προηγούμενη διαθήκη και ότι η βούλησή του αυτή ουδόλως μεταβλήθηκε μέχρι το θάνατό του.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, αλλά και άλλες συναφείς των οποίων δεν απαιτείται η παράθεση, το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η ύπαρξη και η εγκυρότητα των πιο πάνω ιδιόγραφων διαθηκών, τα πρωτότυπα των οποίων απωλέσθηκαν, και το με βάση αυτές κληρονομικό της δικαίωμα στις μετοχές της Ε.Τ.Ε και της Τράπεζας Μακεδονίας που της κατέλιπε ο διαθέτης και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που έκρινε ομοίως.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε σ' αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των προδιαλαμβανομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1721 και 1718 ΑΚ, τις οποίες και εφάρμοσε.
Η ως άνω ενδοιαστική κρίση του Εφετείου ως προς τον τρόπο και το χρόνο απώλειας των πρωτότυπων των ένδικων ιδιόγραφων διαθηκών "προφανώς παρέπεσαν μέσα σε άλλα έγγραφα...απωλέσθηκαν κατά τρόπο άγνωστο, άλλως καταστράφηκαν από τύχη μετά το 1998 και πιθανόν μετά το θάνατο του διαθέτη", στην οποία εστιάζονται οι πιο κάτω πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, δεν στερεί την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, αφού οι παραδοχές της ως προς το γεγονός της απώλειας των πρωτοτύπων των ως άνω ιδιόγραφων διαθηκών, η οποία μπορεί να συνίσταται και στην αδυναμία ανευρέσεως των εν λόγω εγγράφων, καθώς και ως προς το γεγονός ότι η απώλεια αυτή δεν συνδέεται με πράξη του διαθέτη, αλλά επήλθε ανεξαρτήτως της βουλήσεως αυτού, που είναι ουσιώδη ζητήματα για την εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν, είναι σαφείς.
Ο τρόπος δε της απώλειας των πρωτοτύπων των διαθηκών και ο χρόνος αυτής, δεν είναι ουσιώδη ζητήματα, ενόψει της παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η απώλεια δεν συνδέεται με πράξη του διαθέτη, αλλά επήλθε ανεξαρτήτως της βουλήσεως αυτού.
Συνεπώς οι πρώτος και δεύτερος λόγοι του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών εξαιτίας της ως άνω ενδοιαστικής κατ' αυτόν διατύπωσής της ως προς τον λόγο και τον χρόνο απώλειάς τους, είναι αβάσιμοι.
2.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ. 19 και 20.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ρητώς εξαιρείται του αναιρετικού ελέγχου η εκτίμηση του δικαστηρίου επί πραγματικών γεγονότων. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τους πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο, έκτο, έβδομο και όγδοο, κατά το πρώτο μέρος τους, λόγους της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ακόλουθες, αντιστοίχως, αιτιάσεις: 1) διότι έκρινε "κατ' εσφαλμένη εφαρμογή και άστοχη ερμηνεία του νόμου ότι δήθεν υφίσταται και είναι έγκυρη η από 24-04-1993 ιδιόγραφη διαθήκη και η από 22-03-1994 ομοίως εν φωτοτυπία συμπληρωματική τοιαύτη του Θ1 με το περιεχόμενο που διαλαμβάνεται εις αυτήν..., ενώ κατ' ορθή και αληθή ερμηνεία του νόμου θα έδει να δεχθεί ότι ουδεμία νόμιμος και έγκυρος διαθήκη του αποβιώσαντος υφίσταται με τις ανωτέρω ημερομηνίες", 2) διότι "κατ' εσφαλμένη εφαρμογή και άστοχη ερμηνεία του νόμου δέχεται αφενός ότι ο αποβιώσας τηρούσε στην κατοικία του λεπτομερές και πλήρες αρχείο των εγγράφων που τον ενδιέφεραν και αφετέρου ότι παρά τις επανειλημμένες και εξονυχιστικές έρευνες από κοινού μεγάλου αριθμού συγγενών και κληρονόμων του ουδέν πρωτότυπο ιδιόγραφης διαθήκης του αποβιώσαντος βρέθηκε μετά το θάνατό του, πλην της ήδη δημοσιευθείσας και κηρυχθείσας ως κυρίας από 20-8-1981...
δέχεται δε η απόφαση περιέργως και συμπερασματικώς ότι δεν βρέθηκαν τα πρωτότυπα προφανώς, διότι παρέπεσαν μέσα σε αλλά έγγραφα, καθότι ο θανών διατηρούσε τεράστια βιβλιοθήκη και συνήθιζε να κρατά αρχείο για ό,τι τον ενδιέφερε ...σε συνδυασμό με το γεγονός ότι λόγω των κινητικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε δεν μπορούσε ο ίδιος να φροντίζει επαρκώς για την ευταξία του προσωπικού του χώρου...όθεν έσφαλε η απόφαση δεχθείσα τα ανωτέρω και εξ αυτών θεωρήσασα και δη συμπερασματικώς ως νόμιμες και έγκυρες τις από 24-04-1993 και 22-03-1994 φωτοτυπίες ιδιόγραφων διαθηκών, τα πρωτότυπα των οποίων ουδέποτε βρέθηκαν κατά την ημέρα του θανάτου και μετέπειτα μέχρι σήμερον, ενώ...
θα έδει να δεχθεί ότι αυτές δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου για την εγκυρότητα των ιδιόγραφων διαθηκών", 3) "διότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου αλλά και άστοχη ερμηνεία αυτού, δέχεται ότι η από 5-10-1992 φωτοτυπία ιδιόγραφης διαθήκης είχε διαγραφεί με στυλό σε σχήμα Χ, και ουσιαστικά είχε ακυρωθεί...άποψη επικίνδυνη για την καθημερινή πραγματικότητα και την ασφάλεια των συναλλαγών..", 4) "διότι, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή και άστοχη ερμηνεία του νόμου, δέχεται αφενός μεν ότι μόλις βρέθηκε η μοναδική πρωτότυπη από ...
ιδιόγραφη διαθήκη του αποβιώσαντος..., όλοι οι συγγενείς του ενημερώθηκαν από εμένα τον εκκαλούντα και τον εξάδελφό μου Κ1 αφετέρου δε ότι η αναιρεσίβλητη δήθεν αντέδρασε άμεσα, διότι ..., δεν ελάμβανε μέρος εις την κληρονομίαν. Τούτο όμως πλην της περιέργου συμπερασματικότητας της απόφασης, δεν αποτελεί ουδέ καν ένδειξη ότι υφίστατο στον διαθέτη, άνθρωπο λεπτολόγο, μεθοδικό και διατηρούντα λεπτομερές προσωπικό αρχείο με ιδιαίτερη επιμέλεια, animus testanti σε φωτοτυπίες ιδιόγραφων διαθηκών", 5) "διότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή και άστοχη ερμηνεία του νόμου δέχεται περιέργως ως αποδεικνυόμενο γεγονός το ότι "η πιθανότητα να έχει ο ίδιος ο διαθέτης καταστρέψει το πρωτότυπο των ως άνω διαθηκών πρέπει να αποκλειστεί, αφενός διότι θα το έπραττε με παρόμοιο τρόπο με αυτόν που ακύρωσε την προηγουμένη από 05- 10- 1992 διαθήκη του...
και αφετέρου διότι δεν μεσολάβησε κάποιο γεγονός που μετέβαλε την πρόθεσή του να εγκαταστήσει κληρονόμο του την ενάγουσα, ενώ δεν διέλαβε την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που είναι αναγκαία για δικαστικές αποφάσεις δεχθείσα μη αποδειχθέντα πράγματα ως γεγονότα", 6) "διότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή και άστοχη ερμηνεία του νόμου, δέχεται ότι οι φωτοτυπίες δήθεν "αντανακλούν τις πραγματικές προθέσεις του διαθέτη τόσο κατά το χρόνο της σύνταξής τους, όσο και κατά το χρόνο του θανάτου του, διότι όντας ο ίδιος φιλότεχνος θέλησε αφενός να επιβραβεύσει την ενάγουσα και αφετέρου να στηρίξει οικονομικά τις καλλιτεχνικές της δραστηριότητες με την κατάληψη των μετοχών του σε αυτήν, χαρακτηριστικό είναι ότι στο σπίτι του βρέθηκε σημαντικό αρχείο με αποκόμματα εφημερίδων και περιοδικών με κριτικές για την παρουσία της ενάγουσας στο ελληνικό θέατρο και φωτογραφίες της από διαφορές παραστάσεις που ο ίδιος συνέλεξε", 7) "διότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και άστοχη αυτού ερμηνεία, δέχεται ότι ο λόγος που δεν την είχε συμπεριλάβει (την αναιρεσίβλητη) στην προηγουμένη διαθήκη του από 20-08-1981 είναι ότι τότε βρισκόταν στην αρχή της καλλιτεχνικής της σταδιοδρομίας, ενώ αντίθετα αναδείχθηκε τα επόμενα χρόνια, δηλαδή μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1980, τούτο δε είναι...
προφανώς αναπόδεικτο" και 8) "διότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή αλλά και άστοχη ερμηνεία του νόμου...δέχεται ότι (ο διαθέτης) άφησε την βιβλιοθήκη του στην Χ.Α.Ν.Θ Θεσσαλονίκης, επειδή ο Μ1 ήταν στο διοικητικό συμβούλιο αυτής. Εάν ελάμβανε υπ όψιν της ότι ο τότε Δήμαρχος ...ήταν προσωπικός φίλος του αποβιώσαντος δεν θα αιτιολογούσε με αυτόν τον τρόπο την διάθεση της τεραστίας βιβλιοθήκης του στην Χ.Α.Ν.Θ Θεσσαλονίκης αντί του Δήμου ...." Όλοι οι ως άνω λόγοι, ανεξάρτητα από την αοριστία τους, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποιον από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης θεμελιώνουν οι ανωτέρω αιτιάσεις, ούτε αναφέρονται ενάριθμα, οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, είναι, σε κάθε περίπτωση, απαράδεκτοι, διότι πλήττουν αποκλειστικά την εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση), όπως προεκτέθηκε, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
3.- Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 εδ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύεται μόνον όταν τα διδάγματα αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς και όχι όταν χρησιμεύουν για εκτίμηση αποδείξεων. Για την πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4 και 566 παρ.1 του ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν, γιατί αλλιώς καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως αόριστος.
Ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ. 1εδ.β'του του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, διότι κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δέχθηκε, ότι τα φωτοτυπικά αντίγραφα των επίμαχων ιδιόγραφων διαθηκών πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου για την εγκυρότητα των ιδιόγραφων διαθηκών.
Επίσης ο αναιρεσείων με τους έκτο, έβδομο και όγδοο, κατά το δεύτερο μέρος τους, λόγους της αναίρεσης, από την ίδια ως άνω διάταξη, προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας αναφορικά με την κρίση του για την απώλεια των πρωτότυπων των ιδιόγραφων δια-θηκών και την θέληση του διαθέτη να αφήσει στην ενάγουσα-αναιρεσίβλητη και στην Χ.Α.Ν.Θ Θεσσαλονίκης τα αναφερόμενα περιουσιακά στοιχεία.
Ο πρώτος λόγος είναι προεχόντως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται σ' αυτόν ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο και ποιον κανόνα δικαίου αυτά αφορούν, ενώ οι υπόλοιποι λόγοι είναι απαράδεκτοι, διότι αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα προς στήριξη των απόψεων του αναιρεσείοντος.
4.- Από τις διατάξεις του άρθρου 553 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι, αν η απόφαση του πρωτοδικείου προσβλήθηκε με έφεση και έγινε αυτή τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η οριστική απόφαση του εφετείου, εφόσον αυτό υπεισήλθε στην εξέταση της ουσίας, γιατί, αν μεν έγινε δεκτή κατ' ουσία η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίστηκε και έπαψε να υπάρχει, ενώ αν απορρίφθηκε η έφεση κατ' ουσία, ενσωματώθηκε στην εφετειακή. Επομένως, στην περίπτωση αυτή, λόγοι αναίρεσης που πλήττουν παραδοχές της απόφασης του πρωτοδικείου είναι απαράδεκτοι.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ.11περ. γ του ίδιου άρθρου, με τον οποίο προσάπτεται η πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη αποδεικτικού μέσου και συγκεκριμένα της υπ'αριθμ....ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αρτέμιδος Αντωνιάδου ένορκης βεβαίωσης του Μ1 είναι απαράδεκτος, διότι, όπως από το περιεχόμενο του λόγου αυτού προκύπτει, η πλημμέλεια αυτή αποδίδεται στην πρωτοβάθμια 30384/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και όχι στην προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε την εν λόγω ένορκη βεβαίωση με τις υπόλοιπες αποδείξεις, όπως σ' αυτή ρητά αναφέρεται.
5.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωσή της προκύπτει ότι η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο και όχι μαρτυρική κατάθεση.
Επιπροσθέτως για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει η δυνατότητα να κριθεί από τον Άρειο Πάγο, αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, β) το γενόμενο δεκτό από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα πραγματικά γεγονότα και δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.
Αν ο λόγος αναίρεσης δεν περιέχει τα παραπάνω αναφερόμενα στοιχεία, είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί (ΟλΑΠ 120/2008). Ο αναιρεσείων με τους πρώτο, κατά το τρίτο μέρος του, και με τον πέμπτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγους της αναίρεσης, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο για παραμόρφωση της υπ'αριθμ....ένορκης ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αρτέμιδος Αντωνιάδου κατάθεσης του Μ1, η οποία, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, έχει ληφθεί υπόψη ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο.
Οι λόγοι αυτοί, ανεξάρτητα από την αοριστία τους, αφού δεν αναφέρεται κανένα από τα ως άνω απαιτούμενα για το ορισμένο αυτών στοιχεία, είναι απαράδεκτοι, αφού, όπως προεκτέθηκε στην ανωτέρω νομική σκέψη, δεν ιδρύεται ο από την ως άνω διάταξη λόγος όταν η παραμόρφωση αφορά μαρτυρική κατάθεση. 6.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν περιέχει άλλους λόγους εκτός από τους παραπάνω, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18-1-2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 2668/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης καθώς και τους πρόσθετους λόγους της αναίρεσης που ασκήθηκαν με το από 8-10-2009 δικόγραφο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ