Appeal dismissed; domestic law interpretation not subject to EU Court preliminary ruling under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's jurisdictional ruling. The appellant argued that the domestic law provision in question required interpretation by the Court of Justice of the European Union to ensure compliance with EU principles. The court rejected this, holding that the provision does not constitute content of EU law but rather reflects principles inspired by it, thus precluding a preliminary ruling request.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 560 of the Code of Civil Procedure; The interpretation of domestic law provisions inspired by EU principles, but not constituting their content, does not constitute a question of EU law subject to preliminary ruling under Article 267 TFEU.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 230 / 2026 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 230 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Θ. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Δημήτριο Κουτσούκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 16-10-2025 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ. Πολ. Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο και Δάφνη Κουτσούκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ. Πολ. Δ.
Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΑΛΑΚΤΟΚΟΜΕΙΑ Α.Ε.", με διακριτικό τίτλο "ΟΛΥΜΠΟΣ - ΡΟΔΟΠΗ - ΤΥΡΑΣ" (πρώην "ΟΛΥΜΠΟΣ ΓΑΛΑΚΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΛΑΡΙΣΗΣ Α.Ε." και με το διακριτικό τίτλο "ΟΛΥΜΠΟΣ" πρώην "ΓΑΛΑΚΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΛΑΡΙΣΗΣ Α.Ε." με διακριτικό "ΟΛΥΜΠΟΣ"), που εδρεύει στο Δήμο Πύλης Τρικάλων όπως νόμιμα εκπροσωπείται με Α.Φ.Μ. ... το μεν ατομικά, το δε ως καθολικής διαδόχου της απορροφηθείσας εταιρείας με την επωνυμία "ΤΥΡΑΣ ΑΕ", που είχε έδρα στα Τρίκαλα με Α.Φ.Μ. ... , που διαγράφηκε λόγω συγχώνευσης με την εναγόμενη. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Ευάγγελο Λιάσκο και Βασιλική Σερμέτη με δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ. Πολ. Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 01-09-2020 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9949/2023 του ίδιου Δικαστηρίου και 1381/2024 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-05-2024 αίτησή του και τους από 27-05-2025 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 1381/2024 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, και επικύρωσε την υπ' αρ. 9949/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Παραδεκτά επίσης ασκήθηκαν και οι από 27-5-2025 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 30-5-2025 και επιδόθηκε νόμιμα στην αναιρεσίβλητη εταιρεία στις 5-6-2025 (βλ. την ...-2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Λάρισας Ι. Α.), δηλαδή 30 πλήρεις ημέρες πριν την ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσης στις 10-11-2025, αφού αφορούν στα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, που πλήττονται και με την αναίρεση (άρθρο 569 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο άσκησης της αναίρεσης και των προσθέτων λόγων της). Επομένως η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να εξετασθούν για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στα άρθρα 1, 3 και 16 του Ν. 4529/2018, με τον οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 2014/104/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Νοεμβρίου 2014, ορίζονται τα ακόλουθα: (άρθρο 1) "Σκοπός του νόμου είναι η ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη της Οδηγίας 2014/104 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Νοεμβρίου 2014 (ΕΕ L 349 της 5/12/2014), σχετικά με ορισμένους κανόνες που διέπουν τις αγωγές αποζημίωσης, βάσει του εθνικού δικαίου, για παραβάσεις των διατάξεων του δικαίου ανταγωνισμού των κρατών-μελών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και η θέσπιση των ίδιων ρυθμίσεων για παραβάσεις των άρθρων 1 ή 2 του ν. 3959/2011 (Α` 93), που δεν εμπίπτουν στα άρθρα 101 ή 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ)", (άρθρο 3) "1. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει υποστεί ζημία λόγω παράβασης του δικαίου του ανταγωνισμού δικαιούται πλήρη αποζημίωση. Η αποζημίωση αυτή περιλαμβάνει τη θετική και αποθετική του ζημία, καθώς και τόκους.
2. Η ευθύνη σε αποζημίωση είναι ανεξάρτητη από το αν μια αρχή ανταγωνισμού έχει ήδη διαπιστώσει την ύπαρξη παράβασης.
3. Τόκος οφείλεται για το χρονικό διάστημα από την πρόκληση της ζημίας έως την καταβολή της αποζημίωσης" και (άρθρο 16) "1. Στο Πρωτοδικείο Αθηνών συνιστάται ειδικό τμήμα, το οποίο εκδικάζει τις υποθέσεις του παρόντος. Στο τμήμα αυτό, η κατά τόπο αρμοδιότητα του οποίου εκτείνεται στο σύνολο της χώρας, τοποθετούνται τακτικοί δικαστές με προϋπηρεσία τουλάχιστον τριών (3) ετών στο βαθμό του πρωτοδίκη και με εξειδίκευση στο δίκαιο του ανταγωνισμού ή και στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν ελλείπει ο αναγκαίος αριθμός εξειδικευμένων δικαστών για τη συγκρότηση του τμήματος, τότε μπορεί να υπηρετήσουν σε αυτό δικαστές με απλή εμπειρία στο εμπορικό δίκαιο εν γένει.
2. Στο Εφετείο Αθηνών συνιστάται ειδικό τμήμα το οποίο εκδικάζει τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του ανωτέρω ειδικού τμήματος επί υποθέσεων του παρόντος και στο οποίο υπηρετούν δικαστές με εξειδίκευση στο δίκαιο του ανταγωνισμού ή και στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή και στο εμπορικό δίκαιο εν γένει.
3. Υποθέσεις που υπάγονται στα τμήματα των παραγράφων 1 και 2 και εισάγονται σε άλλο τμήμα του ίδιου δικαστηρίου παραπέμπονται στα τμήματα των παραγράφων 1 και 2.
4. Υποθέσεις που δεν υπάγονται στα τμήματα των παραγράφων 1 και 2 και εισάγονται σε αυτά, μπορεί να δικασθούν από τα τμήματα αυτά ή να παραπεμφθούν στο αρμόδιο τμήμα.
5. Στα τμήματα των παραγράφων 1 και 2, εφόσον είναι κατά τόπον αρμόδια, μπορεί να εισαχθούν για εκδίκαση και άλλες υποθέσεις του εμπορικού δικαίου, εάν κατά την κρίση του δικαστή ή του συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο το απαιτούν οι υπηρεσιακές ανάγκες".
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 5 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ` ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47 ή αν το δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 46. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο ως άνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, συνιστάμενο σε παραδοχή υλικής αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου (του εφετείου) και όχι όταν το εφετείο, επιλαμβανόμενο έφεσης, που υπάγεται κατά το άρθρο 19 ΚΠολΔ στην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένα ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ` ύλην (ΟλΑΠ 5/2003, ΟλΑΠ 3/1991, ΑΠ 477/2021, ΑΠ 962/2020, ΑΠ 700/2019) και επίσης ότι ο λόγος δεν ιδρύεται σε περίπτωση παραβάσεως των κανόνων της κατά τόπον αρμοδιότητας, διότι τέτοιος λόγος αναιρέσεως δεν αναφέρεται στην εν λόγω διάταξη (ΑΠ 150/2022, ΑΠ 1330/2011, ΑΠ 661/2004, ΑΠ 1529/1991).
Επίσης, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017).
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).
Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της αγωγής, της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).
Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης. Τέλος από την διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ συνάγεται ότι οι λόγοι αναιρέσεως καθορίζονται περιοριστικά στο άρθρο αυτό, όπως συνάγεται από τη χρήση της λέξης "μόνο" (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 304/2021, ΑΠ 1032/2019) και συνεπώς είναι απαράδεκτοι λόγοι αναίρεσης, που δεν περιλαμβάνονται στην περιοριστική απαρίθμηση των λόγων του άρθρου αυτού (ΑΠ 943/2021, πρβλ για το όμοιο ζήτημα ως προς το άρθρο 560 ΚΠολΔ ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 77/2022, ΑΠ 304/2021) και συνεπώς είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που αφορά στην παραβίαση των δικονομικών διατάξεων ως προς την τοπική αρμοδιότητα, γιατί τέτοιος λόγος δεν περιλαμβάνεται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, στην από 1-9-2020 αγωγή του κατά της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της, εκθέτει τα ακόλουθα: Ότι διατηρεί μονάδα εκτροφής γαλακτοπαραγωγών αγελάδων και κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Απρίλιο του έτους 2002 έως τις 31 Μαρτίου του έτους 2003, στο πλαίσιο άτυπων ατομικών συμβάσεων αποκλειστικής προμήθειας γάλακτος αορίστου διάρκειας, πωλούσε αποκλειστικά το παραγόμενο ημερησίως γάλα της μονάδας του στην εδρεύουσα στα Τρίκαλα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΤΥΡΑΣ ΑΕ", παραδίδοντας σε αυτή, αντί καταβολής τιμήματος, τις αναλυτικά αναφερόμενες στην αγωγή ποσότητες γάλακτος.
Ότι στη συνέχεια και δη από τον μήνα Απρίλιο του έτους 2004 έως και το έτος 2007 πωλούσε το παραγόμενο ημερησίως γάλα στην εναγόμενη εταιρεία, υπό την τότε επωνυμία "ΓΑΛΑΚΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΛΑΡΙΣΗΣ ΑΕ" και με τον διακριτικό τίτλο "ΟΛΥΜΠΟΣ ΑΕ", την οποία είχε εξαγοράσει η "ΤΥΡΑΣ ΑΕ" ήδη από τον Μάιο του έτους 2000, παραδίδοντας σε αυτή, αντί καταβολής τιμήματος, τις αναλυτικά αναφερόμενες στην αγωγή ποσότητες γάλακτος.
Ότι το έτος 2014 η εξαγορασθείσα εταιρεία με την επωνυμία "ΓΑΛΑΚΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΛΑΡΙΣΗΣ ΑΕ" τροποποίησε την επωνυμία της σε "ΟΛΥΜΠΟΣ ΓΑΛΑΚΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΛΑΡΙΣΗΣ ΑΕ" και το έτος 2015 την τροποποίησε εκ νέου σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΑΛΑΚΤΟΚΟΜΕΙΑ ΑΕ", με διακριτικούς τίτλους "ΟΛΥΜΠΟΣ" και "ΡΟΔΟΠΗ", ενώ είχε προηγηθεί η συγχώνευση της εναγόμενης με την ανώνυμη εταιρεία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΞΑΝΘΗ ΑΕ", την οποία απορρόφησε.
Ότι το έτος 2016, η εταιρεία "ΤΥΡΑΣ ΑΕ" απορροφήθηκε διά συγχωνεύσεως από την εναγόμενη εταιρεία υπό την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΑΛΑΚΤΟΚΟΜΕΙΑ ΑΕ", η οποία μετέφερε την έδρα της στην Πύλη Τρικάλων, με αποτέλεσμα να καταστεί η εναγόμενη καθολική διάδοχος της "ΤΥΡΑΣ ΑΕ". Ότι ο τότε όμιλος "ΤΥΡΑΣ" και τώρα "ΟΛΥΜΠΟΣ", ως ενιαία επιχείρηση, αλλά και κάθε μία από τις ανωτέρω εταιρείες ("ΤΥΡΑΣ ΑΕ" και "ΓΑΛΑΚΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΛΑΡΙΣΗΣ ΑΕ") με πρόθεση συμμετείχαν σε συμπράξεις (cartel) με στόχο τον καθορισμό των τιμών αγοράς του γάλακτος από τους παραγωγούς και τη συμπίεση αυτών σε χαμηλά επίπεδα, καθώς και την κατανομή των αγορών, με αποτέλεσμα τη νόθευση του ελεύθερου ανταγωνισμού.
Ότι προς επίτευξη του στόχου αυτού εκμεταλλεύτηκαν τη δεσπόζουσα θέση τους στην αγορά, επέδειξαν συμπεριφορά αντίθετη προς τα χρηστά ήθη και την καλή πίστη, παραβίασαν το γενικό καθήκον της μη πρόκλησης ζημίας σε άλλο και, τέλος, εκμεταλλεύτηκαν καταχρηστικά τη σχέση οικονομικής εξάρτησης υπό την οποία τελούσε ο ίδιος σε σχέση με αυτές στην εγχώρια αγορά γάλακτος, αφού δεν μπορούσε, ενόψει και της απαγορευμένης σύμπραξης επιχειρήσεων, να στραφεί σε άλλο αγοραστή για να πωλήσει τα προϊόντα του.
Ότι την παράνομη αυτή συμπεριφορά, που έλαβε χώρα υπό τις προαναφερόμενες περιστάσεις, μετήλθε η εναγόμενη με πρόθεση να ζημιώσει τον ενάγοντα και εν γνώσει του παράνομου χαρακτήρα της, πράγματι δε προκάλεσε οικονομική ζημία σε αυτόν, συνιστάμενη στη διαφορά μεταξύ της καταβληθείσας τιμής, όπως αυτή εκτίθεται στην κρινόμενη αγωγή, και της εύλογης ανταγωνιστικής τιμής, που έπρεπε να λαμβάνει, η οποία έπρεπε να καθοριστεί στο ποσό των 0,45 €/κιλό πωλούμενου γάλακτος, άλλως στο ποσό των 0,40 €/κιλό πωλούμενου γάλακτος, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων, που αναλυτικά αναφέρει στην αγωγή.
Ότι η διαφορά αυτή ανέρχεται για το μεν χρονικό διάστημα από 1-4-2002 έως 31-3-2003 στο συνολικό ποσό των 39.419,07 ευρώ (υπολογιζόμενης της εύλογης ανταγωνιστικής τιμής με 0,45 €/λίτρο), άλλως στο συνολικό ποσό των 12.844,97 ευρώ (υπολογιζόμενης της εύλογης ανταγωνιστικής τιμής με 0,40 €/λίτρο), για το δε χρονικό διάστημα από 1-4-2003 έως 30-9-2007 αντιστοίχως στο συνολικό ποσό των 170.089,19 ευρώ της εύλογης ανταγωνιστικής τιμής, άλλως στο συνολικό ποσό των 47.978,04 ευρώ, λόγω της διαφοράς μεταξύ του καταβληθέντος τιμήματος πώλησης του γάλακτος και του τιμήματος, που θα έπρεπε να της είχε καταβληθεί, αν αντιστοίχως η απορροφηθείσα από την εναγομένη ΤΥΡΑΣ ΑΕ και η εναγόμενη (υπό την τότε επωνυμία "ΓΑΛΑΚΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΛΑΡΙΣΗΣ ΑΕ") καθόριζε στα εύλογα επίπεδα την τιμή μονάδας του γάλακτος στην εγχώρια αγορά.
Με βάση το ως άνω ιστορικό, όπως αυτό αναλυτικότερα εκτίθεται στην αγωγή, και μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος σε αναγνωριστικό, ο ενάγων ζητεί να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγόμενης να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 209.508,26 €, άλλως το ποσό των 60.829,01 €, νομιμοτόκως από την έκδοση κάθε τιμολογίου πώλησης, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Επικουρικά δε, στην περίπτωση που κριθεί ότι έχει παραγραφεί η αξίωσή του που πηγάζει από αδικοπραξία, ζητεί να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να του καταβάλει τα παραπάνω ποσά, τα οποία αποτελούν την ωφέλειά της κατά το άρθρο 938 ΑΚ, ως περιελθόν λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού από αιτία παράνομη και ανήθικη.
Το ανωτέρω δικαστήριο έκρινε εαυτό αναρμόδιο κατά τόπον, κατά παραδοχή και σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης, δεχόμενο ότι η επικαλούμενη από τον ενάγοντα για τη θεμελίωση της τοπικής αρμοδιότητας του διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 Ν. 4529/2018 προϋποθέτει ότι έχει συσταθεί το προβλεφθέν από αυτή Ειδικό Τμήμα του Πρωτοδικείου Αθηνών για την εκδίκαση των υποθέσεων περί ελεύθερου ανταγωνισμού, λόγω παραβίασης των κανόνων ανταγωνισμού των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, το οποίο όμως δεν έχει συσταθεί, με αποτέλεσμα αυτή να είναι ανενεργή, ενώ η αγωγή είναι και εκτός του πλαισίου λειτουργικής αρμοδιότητας του ήδη συσταθέντος Ειδικού Εμπορικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως αυτό καθορίζεται στον ισχύοντα Κανονισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του Πρωτοδικείου Αθηνών και ακολούθως παρέπεμψε την υπόθεση στο κατά τόπον αρμόδιο Δικαστήριο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 ΚΠολΔ, Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων, επειδή η έδρα της εναγόμενης εταιρείας είναι στα Τρίκαλα.
Ο αναιρεσείων άσκησε έφεση κατά της απόφασης αυτής, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, που την απέρριψε κατ' ουσίαν με τη ακόλουθη αιτιολογία: "Ο εκκαλών παραπονείται...ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο... έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13 παρ. 1 Ν. 4529/2018 και 46 ΚΠολΔ, ενώ, εάν ορθώς έκρινε, έπρεπε αυτεπαγγέλτως να παραπέμψει την υπόθεση προς εκδίκαση στο Τμήμα Ειδικού Εμπορικού Δικαίου του Πρωτοδικείου Αθηνών, άλλως και επικουρικώς να δεχθεί ότι τυγχάνει καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο προς εκδίκαση της υπό κρίση διαφοράς και να προβεί σε εκτίμηση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας των επιμέρους αγωγικών βάσεων...
καθ' όσον με την ως άνω διάταξη του Ν. 4529/2018 καθιερώθηκε αποκλειστική (διεθνής και κατά τόπον) δικαιοδοσία του Πρωτοδικείου Αθηνών προς εκδίκαση των διαφορών από την παράβαση των διατάξεων περί ελευθέρου ανταγωνισμού, ώστε, ακόμη και εάν ήθελε υποτεθεί ότι δεν έχει ολοκληρωθεί η σύσταση του Ειδικού Τμήματος στο Πρωτοδικείο Αθηνών, την αποκλειστική αυτή λειτουργική αρμοδιότητα ασκεί ήδη το Τμήμα Ειδικού Εμπορικού Δικαίου, άλλως εν πάση περιπτώσει το Τμήμα Γενικού Εμπορικού Δικαίου του Δικαστηρίου αυτού, η δε ερμηνεία αυτή του άρθρου 13 Ν. 4529/2018 επιβάλλεται βάσει των αρχών της υπεροχής και της αποτελεσματικής εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου.
Επί του προκειμένου λόγου εφέσεως λεκτέα τα ακόλουθα: Στο άρθρο 2.Β. ΙΙΙ του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας του Πρωτοδικείου Αθηνών, ο οποίος έχει εγκριθεί με την υπ' αριθ. 49/2015 Απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (εν συμβουλίω)...ρυθμίζεται η λειτουργία του 3ου Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου (Τμήμα Εμπορικού Δικαίου, Πτωχεύσεων και Διανοητικής Ιδιοκτησίας) ως εξής :"Στο Τμήμα Εμπορικού Δικαίου, Πτωχεύσεων, Βιομηχανικής και Πνευματικής Ιδιοκτησίας υπάγονται οι υποθέσεις, οι οποίες αφορούν στο Εμπορικό Δίκαιο και την προσωπική κράτηση και εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία, καθώς και οι υποθέσεις του Πτωχευτικού Δικαίου.
Στο Τμήμα αυτό λειτουργεί Ειδικό Τμήμα I. `Εκδικάσεως Υποθέσεων Πνευματικής Ιδιοκτησίας, Εθνικών Σημάτων, Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας, Πιστοποιητικών Υποδειγμάτων Χρησιμότητος, Μεταφοράς Τεχνολογίας, Τοπογραφιών Προϊόντων Ημιαγωγών και Συμπληρωματικών Προστασίας, Βιομηχανικών Σχεδίων και Υποδειγμάτων και εν γένει όλων των υποθέσεων διανοητικής ιδιοκτησίας, οι οποίες υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.
Οι υποθέσεις του ως άνω ειδικού Τμήματος εγγράφονται αποκλειστικά στα πινάκια ΣΤΑ1 κανονικό και ΧΣΤΑ1 ειδικό (Πολυμελούς και Μονομελούς Πρωτοδικείου, κατά περίπτωση), στα οποία δεν προσδιορίζονται άλλης φύσεως υποθέσεις του γενικού Εμπορικού Δικαίου και εκδικάζονται αποκλειστικώς από τη σύνθεση Α του Τμήματος..".
Από τη γραμματική διατύπωση τής ως άνω διατάξεως σαφώς συνάγεται ότι στη λειτουργική αρμοδιότητα του Ειδικού Τμήματος Εμπορικού Δικαίου του Πρωτοδικείου Αθηνών δεν υπάγονται (και δεν έχουν μέχρι σήμερα υπαχθεί) οι υποθέσεις διαφορών από παραβάσεις, του εθνικού και ενωσιακού δικαίου του ελευθέρου ανταγωνισμού, με την αναγκαία επισήμανση ότι το δίκαιο του ανταγωνισμού (αθεμίτου και ελευθέρου) δεν αποτελεί κλάδο του δικαίου της βιομηχανικής ιδιοκτησίας...αλλά απολύτως αυτόνομο κλάδο του δικαίου, ώστε να μην δύναται να θεωρηθεί εντασσόμενο στο δίκαιο της διανοητικής ιδιοκτησίας εν γένει.
Ειδικότερα, το εν λόγω "Ειδικό Τμήμα" του 3ου Πολιτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών έχει αποκλειστική λειτουργική αρμοδιότητα προς εκδίκαση: α) των υποθέσεων βιομηχανικής ιδιοκτησίας (εθνικών και ενωσιακών σημάτων, διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, πιστοποιητικών υποδειγμάτων χρησιμότητος, μεταφοράς τεχνολογίας, τοπογραφιών προϊόντων ημιαγωγών και συμπληρωματικών προστασίας, βιομηχανικών σχεδίων και υποδειγμάτων) κατά τις προβλέψεις των άρθρων 6 έως 10 Ν. 2943/2001 "Έκτιση ποινών εμπόρων ναρκωτικών και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Δικαιοσύνης" και β) των υποθέσεων πνευματικής ιδιοκτησίας, κατά τις προβλέψεις του άρθρου 3 παρ. 26α Ν. 2479/1997..., όχι όμως και υποθέσεων από την παραβίαση του εθνικού και ενωσιακού δικαίου περί προστασίας του ελευθέρου ανταγωνισμού, για την εκδίκαση των οποίων η διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 Ν. 4529/2018 διέλαβε μεν ειδική πρόβλεψη ιδρύσεως και λειτουργίας ειδικού προς τούτο τμήματος του ως άνω Δικαστηρίου με αποκλειστική λειτουργική αρμοδιότητα για το σύνολο της ελληνικής επικράτειας, πλην όμως η πρόβλεψη αυτή δεν έχει μέχρι σήμερα υλοποιηθεί:
α) με σύσταση του εν λόγω τμήματος, ή, έστω, με ανάθεση (λόγω αντικειμενικών υπηρεσιακών προβλημάτων, μη επιτρεπόντων τη σύσταση, του εν λόγω αυτοτελούς τμήματος, κατά τα προεκτεθέντα) της εκδικάσεως της συγκεκριμένης κατηγορίας υποθέσεων σε ήδη υφιστάμενο τμήμα του Δικαστηρίου (είτε στο προρρηθέν Τμήμα Ειδικού Εμπορικού Δικαίου..., είτε σε οποιοδήποτε άλλο Τμήμα του Δικαστηρίου) με ρητή διάταξη του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας αυτού, μη αρκούσης της τυχόν προβλέψεως - με απλή Πράξη του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Δικαστηρίου κατά τη διάταξή του άρθρου 17 παρ. 7 Ν. 4938/2022 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και λοιπές διατάξεις" - της εγγραφής των υποθέσεων αυτών σε συγκεκριμένο πινάκιο υφισταμένου τμήματος του Δικαστηρίου, καθ' όσον ο Νόμος απαιτεί ρητώς την "ίδρυση τμήματος" (ή, έστω, την δια του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας ανάθεση της εκδικάσεως των εν λόγω υποθέσεων σε ήδη υφιστάμενο Τμήμα του Δικαστηρίου, οριζόμενο ως "ειδικό" με αποκλειστική προς τούτο λειτουργική αρμοδιότητα, συντρεχουσών των λοιπών νομίμων προϋποθέσεων) καί όχι απλώς τη συγκέντρωσή των κατά περίπτωση ομοειδών υποθέσεων σε συγκεκριμένο πινάκιο, χωρίς τήρηση των λοιπών τιθεμένων προϋποθέσεων, β) με πρόβλεψη εγγραφής των υποθέσεων ελευθέρου ανταγωνισμού σε διακριτό χωριστό (αυτοτελές) πινάκιο του ιδρυομένου νέου "Ειδικού Τμήματος" (ή έστω, οιουδήποτε άλλου ήδη υφισταμένου Τμήματος, το οποίο ορίζεται ως "ειδικό" , κατά τα προεκτεθέντα) και όχι ομού μετ' άλλων υποθέσεων γενικής αρμοδιότητας του Τμήματος Γενικού Εμπορικού Δικαίου ή άλλου Τμήματος του Δικαστηρίου και γ) με επιλογή με πράξη του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Δικαστηρίου των συγκεκριμένων Δικαστών, οι οποίοι θα στελεχώσουν το προκείμενο ειδικό τμήμα και πληρούν τις κατά περίπτωση τιθέμενες από το Νόμο προϋποθέσεις (τριετής κατ' ελάχιστον προϋπηρεσία στον βαθμό του Πρωτόδικη, εξειδίκευση στο δίκαιο του ανταγωνισμού ή και στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως ή, ελλείποντος του αναγκαίου αριθμού εξειδικευμένων στα ως άνω γνωστικά αντικείμενα δικαστών, απλή εμπειρία στο εμπορικό δίκαιο εν γένει), η δε εξειδίκευση των Δικαστών του Τμήματος Ειδικού Εμπορικού Δικαίου στα επιμέρους γνωστικά αντικείμενα της διανοητικής ιδιοκτησίας δεν επάγεται, άνευ άλλου τινός, εξειδικευμένη γνώση και στο εντελώς διαφορετικό γνωστικό πεδίο του ελευθέρου ανταγωνισμού, το οποίο εμφανίζει αυτοτέλεια έναντι άλλων κλάδων του γενικού και του ειδικού εμπορικού δικαίου.
Ενόψει των ανωτέρω, ζήτημα παραπομπής της υπό κρίση υποθέσεως προς εκδίκαση από το Τμήμα Ειδικού Εμπορικού Δικαίου του Πρωτοδικείου Αθηνών εξ αντικειμένου δεν τίθεται, καθ' όσον το τελευταίο δεν έχει προς τούτο εκ του νόμου και εκ του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας του Δικαστηρίου αποκλειστική λειτουργική προς τούτο αρμοδιότητα.
Περαιτέρω, καθ' όσον αφορά στο Τμήμα Γενικού Εμπορικού Δικαίου, στο οποίο εισήχθη προς εκδίκαση η υπό κρίση αγωγή, δεν δύναται να υποστηριχθεί βασίμως η θέση ότι, ελλείψει ειδικού τμήματος εκδικάσεως διαφορών από την εφαρμογή του εθνικού και του ενωσιακού δικαίου προστασίας του ελευθέρου ανταγωνισμού, η προκειμένη αποκλειστική λειτουργική αρμοδιότητα ανήκει στο Τμήμα αυτό κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 Ν. 4529/2018, η οποία τυγχάνει ευθείας εφαρμογής επί τη βάσει των αρχών της υπεροχής και της αποτελεσματικής εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου, διότι η προρρηθείσα διάταξη δεν αρκείται στην εκδίκαση της συγκεκριμένης κατηγορίας υποθέσεων από το τμήμα γενικού εμπορικού δικαίου (άλλωστε, εάν τούτο ίσχυε, θα ήταν περιττή η διάταξη), αλλά προβλέπει ειδικώς τη σύσταση "ειδικού τμήματος" με αρμοδιότητα στο σύνολο της ελληνικής επικράτειας, προκειμένου ακριβώς να επιτευχθεί "...
η συγκέντρωση όλων των αγωγών αποζημιώσεως σε έναν εξείδικευμένο δικαιοδοτικό σχηματισμό, έτσι ώστε να διασφαλισθεί η κατά το δυνατόν ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων του ενωσιακού, καθώς και του εθνικού δικαίου ανταγωνισμού, όπως επίσης και η συνεκδίκαση συναφών αγωγών με συνέπεια την αποφυγή εκδόσεως αποκλινουσών δικαστικών αποφάσεων"...με την περαιτέρω επισήμανση ότι η επίκληση των αρχών της υπεροχής και της αποτελεσματικής εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου δεν δικαιολογεί την εκ του αποτελέσματος παράκαμψη της διαδικαστικού -δικονομικού χαρακτήρα διατάξεως του άρθρου 13 Ν. 4529/2018, η εφαρμογή του οποίου προϋποθέτει συγκεκριμένες περαιτέρω ενέργειες των αρμοδίων δικαστικών οργάνων, οι οποίες δεν έχουν εισέτι λάβει χώρα, κατά τα προεκτεθέντα, ενώ, εν πάση περιπτώσει, η εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του Ν. 4529/2018 εκ μέρους του αρμοδίου καθ' ύλην και κατά τόπον κατά τις γενικές διατάξεις του ΚΠολΔ δικαστηρίου ουδόλως κωλύεται από τη μη λειτουργία ειδικού τμήματος εκδικάσεως διαφορών από την ενωσιακή και εθνική νομοθεσία περί προστασίας του ελευθέρου ανταγωνισμού στο Πρωτοδικείο Αθηνών.
Μετά ταύτα, λαμβανομένου υπόψη ότι, κατά τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο, τοπική αρμοδιότητα του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προς εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως δεν δύναται να θεμελιωθεί: α) στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 ΚΠολΔ (δωσιδικία της έδρας του εναγομένου νομικού προσώπου), καθ' όσον η εναγομένη ανώνυμη εταιρία εδρεύει στα Τρίκαλα (5ο χλμ.
Εθνικής Οδού Τρικάλων - Πύλης), β) στη διάταξη του άρθρου 33 ΚΠολΔ (δωσιδικία της δικαιοπραξίας), διότι ο ενάγων δεν επικαλείται ότι οι ένδικες συμβάσεις πωλήσεως αγελαδινού γάλακτος καταρτίσθηκαν στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου Αθηνών ή ότι εντός αυτής εκπληρώθηκαν ή έπρεπε να εκπληρωθούν οι παροχές των διαδίκων μερών, γ) στη διάταξη του άρθρου 35 ΚΠολΔ (δωσιδικία της αδικοπραξίας) και στην ομοίου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 7 σημ. 2 του Κανονισμού 1215/2012 (Βρυξέλλες Ια) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ns Δεκεμβρίου 2012 "για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις" , καθ' όσον ο ενάγων δεν επικαλείται ότι η εις βάρος του τελεσθείσα αδικοπραξία (καθ' άπασες τις σχετικές αγωγικές βάσεις, συμπεριλαμβανομένης της επικουρικής βάσεως εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού λόγω παραγραφής της τελεσθείσας εις βάρος του αδικοπραξίας - άρθρα 904 επ. , 938 AΚ) έλαβε χώρα στην Περιφέρεια του Πρωτοδικείου Αθηνών ή ότι το ζημιογόνο εις βάρος του αποτέλεσμα επήλθε στην περιφέρεια αυτού, το πρωτοβάθμιο Δικάστήριο, το οποίο, έστω και με συνοπτική αιτιολογία, η οποία παραδεκτώς συμπληρώνεται από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 534 ΚΠολΔ), κήρυξε εαυτό κατά τόπον αναρμόδιο προς εκδίκαση της αγωγής και παρέπεμψε αυτή στο καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων (ως Δικαστήριο τής έδρας τής εφεσίβλητου -εναγομένης ανώνυμης εταιρίας κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13 παρ. 1 Ν. 4529/2018 και 46 ΚΠολΔ, ο υποστηρίζων δε τα αντίθετα πρώτος λόγος εφέσεως παρίσταται αβάσιμος και απορριπτέος".
Με τους μοναδικό λόγο αναίρεσης και πρώτο και δεύτερο πρόσθετους λόγους αυτής, εκτιμώμενους ως σύνολο, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 5, άλλως δε από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, "με το που απέρριψε ως αβάσιμο, άλλως παρά το νόμο κήρυξε ως απαράδεκτο τον πρώτο λόγο έφεσης του..., ο οποίος έπληττε την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (του Τμήματος Γενικού Εμπορικού Δικαίου) ότι για την εκδίκαση της ένδικης αγωγής τοπικά αρμόδιο ήταν το Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων, στο οποίο και την παρέπεμψε, κατ' άρθρο 46 εδ.
β ΚΠολΔ,...προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 13, 16 Ν. 4529/2018, που θεμελιώνουν την αποκλειστική αρμοδιότητα Ειδικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών για την εκδίκαση αγωγών αποζημίωσης λόγω παράβασης των ενωσιακών και ελληνικών κανόνων ανταγωνισμού, αν (δε) προέβαινε σε ορθή(ερμηνεία) ...θα κατέληγε στην αντίθετη κρίση, θα εξαφάνιζε την πρωτόδικη απόφαση και θα δίκαζε την αγωγή, κατ' άρθρο 535 παρ. 2 ΚΠολΔ, γιατί η αναιρεσιβαλλόμενη εκκινεί από εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Τμήμα Ειδικό Εμπορικό στο πλαίσιο του Τμήματος Γενικού Εμπορικού Δικαίου του Πρωτοδικείου Αθηνών δεν κατέστη με απόφαση της Ολομέλειας του Πρωτοδικείου λειτουργικά αρμόδιο για την εκδίκαση των διαφορών, όπως ορίζει το άρθρο 13 παρ. 1 Ν. 4529/2018", αφού "με σχετική απόφαση που διαλαμβάνεται στα υπ’ αρ. ...2019 πρακτικά της Ολομέλειας του Πρωτοδικείου Αθηνών ορίστηκε το Τμήμα Ειδικό Εμπορικό ως λειτουργικά αρμόδιο για την εκδίκαση των διαφορών του Ν. 4529/2018, χωρίς να έχει έννομη επιρροή το αν πρόκειται για προσωρινό ή οριστικό μέτρο (και τούτο) αρκεί, γιατί το άρθρο 13 Ν. 4529/2018 παρέχει σαφή και επαρκή νομική βάση..
οι (δε)διατάξεις περί γενικής και ειδικής δωσιδικίας του ΚΠολΔ δεν εφαρμόζονται στην επίδικη αγωγή, γιατί εκτοπίζονται από την από 16-9-2018 ισχύουσα ειδική διάταξη του άρθρου 13 Ν. 4529/2018, η ορθή ερμηνεία(της οποίας) επιβάλλεται και...με βάση τις αρχές της υπεροχής και αποτελεσματικής εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου και εδώ των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ και της Οδηγίας 2014/104/ΕΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 3 ΣΕΕ,...
με βάση το άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ...(και)με βάση τις ενωσιακές γενικές αρχές της ασφάλειας δικαίου, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης,(της) αποτελεσματικότητας και υπεροχής του ενωσιακού δικαίου και (με βάση) το θεμελιώδες δικαίωμα της αποτελεσματικής προστασίας του ενωσιακού δικαιώματος αποζημίωσης".
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, γιατί στηρίζονται σε αναληθή προϋπόθεση, δεδομένου ότι το Εφετείο δεν εξέτασε την υλική αρμοδιότητά του, αλλά την τοπική αρμοδιότητα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και συνεπώς δεν ιδρύεται ο επικαλούμενος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ούτε κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο και συνεπώς δεν ιδρύεται ούτε λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του ιδίου άρθρου, αλλά εξετάζοντας τον λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο αυτός παραπονείτο για την κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι είναι τοπικά αναρμόδιο να δικάσει την αγωγή του και ότι έπρεπε για το λόγο αυτό να παραπεμφθεί η υπόθεση στο κατά τόπον αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων, απέρριψε τον λόγο έφεσης και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, υπό την επίκληση δε των λόγων αυτών ο αναιρεσείων πλήττει απαραδέκτως την κρίση αυτή του Εφετείου, αφού όπως προαναφέρθηκε δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης για την παραβίαση των διατάξεων που καθορίζουν την τοπική αρμοδιότητα.
Σύμφωνα με το άρθρo 267 της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) (πρώην άρθρο 234 της ΣΕΚ) "Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις: α) επί της ερμηνείας των Συνθηκών, β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης.
Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επ` αυτού. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο...".
Από το σαφές περιεχόμενο της ανωτέρω διάταξης και από τον σκοπό που επιδιώκει ο θεσμός της προδικαστικής παραπομπής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), από τα δικαστήρια των κρατών μελών της Ένωσης, ερωτημάτων για την ερμηνεία του πρωτογενούς και δευτερογενούς δικαίου της Ένωσης, δηλαδή και των Οδηγιών, ο οποίος σκοπός είναι κυρίως η διασφάλιση της ομοιομορφίας στην εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, η οποία εξυπηρετεί και την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εμπλεκομένων φυσικών και νομικών προσώπων, αφού η αρχή αυτή απειλείται, αν οι ίδιες διατάξεις εφαρμόζονται διαφορετικά στα κράτη μέλη της Ένωσης (ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 1651/2023), συνάγεται ότι παραδεκτό αντικείμενο τέτοιου προδικαστικού ερωτήματος αποτελεί και η ερμηνεία κανόνων του εσωτερικού δικαίου κράτους μέλους, κατά το μέρος που ενσωματώνουν όμοιες ρυθμίσεις του δικαίου της Ένωσης και συνεπώς η άρνηση ή η παράλειψη του εθνικού δικαστηρίου να κρίνει την εκκρεμή σε αυτό υπόθεση με βάση την ερμηνεία, που δόθηκε στο ενωσιακό δίκαιο από το ΔΕΕ συνιστά παράβαση του δικαίου αυτού, η οποία στην Ελλάδα ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 των άρθρων 559 ή 560 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 1651/2023).
Αντίθετα όμως δεν αποτελεί αντικείμενο τέτοιου ερωτήματος και η ερμηνεία κανόνων του εσωτερικού δικαίου που δεν έχουν θεσπισθεί σε εφαρμογή δικαίου της Ένωσης, αλλά εμπνέονται από αυτό ή στις οποίες εφαρμόζονται όχι ευθέως αλλά αναλογικά οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, που έχει ενσωματωθεί στο Ελληνικό δίκαιο, αφού δεν είναι δυνατόν να επιβληθεί στα κράτη - μέλη η αναλογική εφαρμογή τους (ΑΠ 1651/2023, ΑΠ 1647/2018, ΑΠ 1784/2014).
Με τα δικόγραφα τόσο της αίτησης αναίρεσης, όσο και των προσθέτων λόγων της, ο αναιρεσείων υποβάλλει αίτημα υποβολής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) κατά το άρθρο 267 της ΣΛΕΕ, προδικαστικού ερωτήματος σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 13 Ν. 4529/2018, η οποία, όπως ισχυρίζεται, συνέχεται με την ερμηνεία και εφαρμογή των ενωσιακών αρχών της ασφάλειας δικαίου, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της αρχής της αποτελεσματικότητας των άρθρων 101,102 ΣΛΕΕ, του δικαιώματος της αποτελεσματικής προστασίας του ενωσιακού δικαιώματος αποζημίωσης λόγω παράβασης των ανωτέρω άρθρων (άρθρο 47 Χάρτη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της ΕΕ) και της αρχή της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου, με το ειδικότερο περιεχόμενο, που αναφέρει στο αίτημα του.
Το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, γιατί στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, δεδομένου ότι το δικαστήριο τούτο δεν έχει δυνατότητα να προβεί στην ερμηνεία της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 13 Ν. 4529/2018, με βάση την οποία κρίθηκε η έλλειψη της κατά τόπον αρμοδιότητας του δικαστηρίου στο οποίο κατατέθηκε η αγωγή του αναιρεσείοντος, αφού δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης για την παραβίαση των διατάξεων που καθορίζουν την τοπική αρμοδιότητα, αφού για την πληρότητα της αιτιολογίας απόρριψης σημειωθεί και ότι η διάταξη του άρθρου 13 Ν. 4529/2018, δεν αποτελεί και περιεχόμενο της Οδηγίας 2014/104/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Νοεμβρίου 2014, που ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία με τον νόμο αυτό.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκησή της, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-5-2024 αίτηση και τους από 27-5-2025 πρόσθετους λόγους αυτής, του Γ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1381/2024 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ