Supreme Court allows appeal against maritime contract termination due to conflicting facts and violation of law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding a maritime employment contract termination. The appellant argued that the lower court failed to establish whether the employee had formally notified the shipowner of termination, citing contradictions in the judgment between the employee's alleged intent to terminate and the court's acceptance of mediation requests. The court found these contradictions and the failure to verify the legal validity of the termination constituted a violation of law, necessitating a remand for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must allow an appeal when the lower court's judgment contains contradictions regarding material facts or fails to verify the legal validity of a termination of a maritime employment contract, constituting a violation of law that requires remand for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 230 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 230/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "Κ. ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Στέφανου Λύρα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Δ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Λειβιδιώτου- Σαμψώνη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν η 2537/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 464/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-12-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την από 22-12-2022 και αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1236/113/2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 464/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα), η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών. Με την ως άνω απόφαση, η οποία συνεκδίκασε την από 25-8-2020 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και την από 11-3-2021 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της 2537/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 19-12-2018 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, απορρίφθηκε η έφεση της εναγομένης και έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η έφεση του ενάγοντος, μετά δε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. 'Οπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των αρ. 84,105 και 106 του Κ.Ι.Ν.Δ. (νόμος 3816/1988) γίνεται διάκριση, μεταξύ των εννοιών της πλοιοκτησίας, της κυριότητας πλοίου και του εφοπλισμού. Η πλοιοκτησία υποδηλώνει κυριότητα και εφοπλισμό, έτσι ώστε όταν τα τελευταία αυτά στοιχεία αποχωρίζονται να υπάρχει αφενός κυριότητα του πλοίου και αφετέρου εφοπλισμός (ΑΠ 477/2021, 11/2009).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 74, 75 παρ. 1 εδ. β' και 76 παρ. 1 του Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου (ΚΙΝΔ - Ν. 3816/1958), όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με τα άρθρα 292 και 293 του νέου ΚΙΝΔ (Ν. 5020/2023), σύμβαση ναυτολογήσεως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δύναται να καταγγελθεί υπό του ναυτικού κατά πάντα χρόνο, εάν ο πλοίαρχος υποπέσει σε βαρεία παράβαση των έναντι του ναυτικού καθηκόντων του.
Στην περίπτωση αυτή οφείλεται αποζημίωση η οποία είναι ίση με το μισθό δέκα πέντε ημερών και σε περίπτωση κατά την οποία η λύση της συμβάσεως εγένετο στην αλλοδαπή, η αποζημίωση διπλασιάζεται προκειμένου περί λιμένος της Μεσογείου, του Ευξείνου Πόντου, της Ερυθράς Θαλάσσης ή της Ευρώπης, τριπλασιάζεται δε προκειμένου περί οποιουδήποτε άλλου λιμένος.
Βαρεία παράβαση των καθηκόντων του πλοιάρχου νοείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 200, 281 και 288 ΑΚ, εκείνη εξαιτίας της οποίας δεν δύναται να αξιωθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση από το ναυτικό, κατά τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, να συνεχίσει να εργάζεται στο πλοίο, εμμένων στη σύμβαση, αλλά επιβάλλεται η εκ μέρους αυτού καταγγελία της συμβάσεως ναυτολογήσεως, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων.
Η βαρεία παράβαση δεν απαιτείται να υπάρχει αποκλειστικά στο πρόσωπο του πλοιάρχου, στον οποίο αναφέρεται η ως άνω διάταξη του άρθρου 74 του ΚΙΝΔ. Αρκεί να υπάρχει στο πρόσωπο του πλοιοκτήτη ή του εφοπλιστή ή άλλου σχετιζομένου προς το πλοίο, εφόσον η παράβαση συνιστά, κατά τα προεκτεθέντα, αθέτηση βασικών υποχρεώσεων έναντι του ναυτικού.
Επίσης, από τις πιο πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 167, 168 ΑΚ, συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης ναυτολόγησης είναι μονομερής και απευθυντέα δικαιοπραξία που αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική της ενέργεια από τη στιγμή που λαμβάνει γνώση αυτής ο παραλήπτης κατά το άρθρο 167 ΑΚ, πρέπει δε αυτή (καταγγελία) να περιέχει σαφή και αναμφίβολη βούληση του καταγγέλλοντος να λύσει μονομερώς τη σύμβαση, έτσι ώστε να μη μένει στον αντισυμβαλλόμενο αμφιβολία ως προς τη λύση ή όχι της σύμβασης (ΑΠ 1909/2023, ΑΠ 377/2022, ΑΠ 1343/2021, ΑΠ 524/2018).
Εξάλλου, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 819/2023). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1532/2024, ΑΠ 1550/2023, ΑΠ 155/2016, 495/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006, ΑΠ 1532/2023, 2041/2022, 109/2020, 1238/2019).
Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση (ΑΠ 1227/2024, ΑΠ 617/2022, 467/2021, 50/2020, 598/2019).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "....Στην πλοιοκτησία της εναγόμενης εταιρίας ανήκει από 1-11-2017 το με ελληνική σημαία Ε/Γ-Ο/Γ πλοίο "Κ." το οποίο μετονομάστηκε σε "AQUA BLUE" ενώ κατά τον προηγούμενο χρόνο, από 1-11-2016 έως 1-9-2017, τον εφοπλισμό του ασκούσε η "ΤΖΑΜΠΟ ΤΖΕΤ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και στη συνέχεια, από 1-9-2017 έως 31-10-2017, η "SEA SPEED JET ΝΙΕVO LTD", η δε εναγόμενη παρέμενε κυρία αυτού.
Δυνάμει διαδοχικών προσυμφώνων ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκαν μεταξύ του αντίστοιχου νομίμου εκπροσώπου κάθε μιας των άνω ναυτικών εταιριών κατά τα κατωτέρω χρονικά διαστήματα και του ενάγοντας απογεγραμμένου ναυτικού, ο τελευταίος ναυτολογήθηκε στο Πέραμα με την ειδικότητα του ναύτη, στο ως άνω πλοίο και παρείχε τις υπηρεσίες του από 14-7-2017 έως 17-8-2017, από 19-8-2017 έως 15-9-2017, από 22-9-2017 έως 2-10-2017, απολυόμενος κάθε φορά λόγω μετάθεσης σε άλλο πλοίο.
Ναυτολογήθηκε εκ νέου στις 7-10-2017 και παρέμεινε στο πλοίο έως τη λήξη της σύμβασής του στις 21-11-2017...... Η εναγόμενη στις 20-11-2017 όφειλε στον ενάγοντα υπόλοιπο αποδοχών Οκτωβρίου - η ίδια εξάλλου συνομολογεί ότι στις 10-11-2017 κατέβαλε στον ενάγοντα μέρος των αποδοχών του, του εν λόγω μήνα, περίπου το ήμισυ αυτών - καθώς και την αμοιβή υπερωριακής εργασίας για τις καθημερινές ημέρες όλου του χρονικού διαστήματος της ναυτολόγησής του στο πλοίο της. 'Οτι η εναγομένη, κατά το διάστημα αυτό, συνήθιζε να μην καταβάλει στο τέλος κάθε μήνα ως όφειλε, σύμφωνα με τα ανωτέρω, το σύνολο των νομίμων αποδοχών του στον ενάγοντα, παρά το ότι δεν αποδείχθηκε, ούτε εξάλλου επικαλέστηκε η ίδια, ότι συνέτρεχε λόγος που να δικαιολογεί την καθυστέρηση της καταβολής.
Κατέβαλε συνήθως ένα ποσό ως προκαταβολή των αποδοχών και το υπόλοιπο σε μεταγενέστερο, της δήλης ημέρας που όφειλε να εξοφλεί τις δεδουλευμένες αποδοχές του εργαζόμενου ναυτικού, χρόνο. Υπό αυτές τις διαμορφωθείσες με υπαιτιότητα της εναγόμενης συνθήκες, αδικαιολόγητης και πλέον της συνήθους καθυστέρησης εξόφλησης, ο ενάγων προέβη στις 20-11-2017 σε καταγγελία της εργασιακής του σχέσης, ακριβώς λόγω μη καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του, επιχειρώντας να παραδώσει στον πλοίαρχο του πλοίου το με την ίδια ημερομηνία ιδιόχειρο σημείωμά του, το οποίο όμως ο τελευταίος αυτός αρνήθηκε να παραλάβει, με αποτέλεσμα ο ενάγων να αναγκαστεί, προκειμένου να καταθέσει την καταγγελία του, να απευθυνθεί στο λιμεναρχείο Κερατσινίου, όπου τον παρέπεμψαν στον Τομέα Ασφαλείας του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιά όπου και πράγματι προσέφυγε ζητώντας μεσολάβηση της Υπηρεσίας για τη διευθέτηση εργασιακών θεμάτων, σύμφωνα με την από 26-4-2018 ...
βεβαίωση ... ενώ ακολούθως, απευθύνθηκε στον Εισαγγελέα Πειραιά σχετικά με την παράβαση του νόμου περί καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών. Το Λιμεναρχείο Πειραιά ενημέρωσε σχετικά την εναγόμενη πλοιοκτήτρια εταιρεία, η οποία μέσω του πλοιάρχου του πλοίου της, κάλεσε τον ενάγοντα να εμφανιστεί την επομένη ημέρα (21-11-2017) ενώπιον της αρμόδιας λιμενικής αρχής Κερατσινίου, προκειμένου να συντελεστεί η απόλυσή του με την παρουσία και του ίδιου του πλοιάρχου, πλην όμως ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε, το ίδιο επαναλήφθηκε και την επόμενη ημέρα (22-11-2017) κατά την οποία ο αρχιπλοίαρχος του πλοίου, κάλεσε τον ενάγοντα στο Λιμεναρχείο Πειραιά, προς διευθέτηση - διαπραγμάτευση των μεταξύ τους οικονομικών διαφορών.
Ωστόσο την ίδια αυτή ημέρα (21-11-2017) που η εναγόμενη μέσω του πλοιάρχου της κάλεσε τον ενάγοντα στο Λιμεναρχείο Κερατσινίου προκειμένου να συντελεστεί η απόλυσή του και ο πλοίαρχος δεν εμφανίστηκε, έσπευσε να καταθέσει στον λογαριασμό του ναυτικού αφενός μεν το υπόλοιπο αποδοχών Οκτωβρίου 2017 ποσού 777,67 λεπτών αλλά και τις αποδοχές μηνός Νοεμβρίου ποσού 1.778 πραγματοποιώντας ώρα 12.00 τις από 21-11-2017 ηλεκτρονικές πληρωμές μέσω της τράπεζας Alpha Bank, προσπαθώντας με αυτήν την ενέργειά της να εξαλείψει την δικαιολογημένη από μέρους του ενάγοντος καταγγελία της σύμβασής του, καθώς ο πλοίαρχος του πλοίου ενώ επρόκειτο να εμφανιστεί μετά του απολυομένου ενάγοντος ενώπιον της οικείας λιμενικής αρχής, προς λήξη της εργασιακής του σχέσης, όπως τον είχε διαβεβαιώσει, μισή ώρα μετά τις εν λόγω καταβολές, προέβη ώρα 12.30 σε αναγραφή στο ημερολόγιο γέφυρας του πλοίου, της καταγγελίας της σύμβασης του ενάγοντος λόγω παράνομης απουσίας αυτού από το πλοίο αλλά και στο ναυτικό του φυλλάδιο.
Υπό τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά που καταδεικνύουν τις δυσμενείς για τον ενάγοντα εργασιακές συνθήκες δεν μπορούσε να αξιωθεί η συνέχιση της εργασίας του στο πλοίο της εναγομένης, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών, ενώ η κατά τα άνω μεθοδευμένη από την εργοδότριά του καταγγελία της σύμβασής του λόγω δήθεν αδικαιολόγητης απουσίας του, παρίσταται ως παράνομη και καταχρηστική, αφού ο ενάγων δεν υπέπεσε σε κανένα παράπτωμα που να την δικαιολογεί, καθώς ο πλοίαρχος του πλοίου γνώριζε το λόγο της απουσίας του συνεπεία της από μέρους αυτού, από 20-11-2017, καταγγελίας της σύμβασής του, όπως και τον λόγο αυτής, που συνιστούσε βαριά παράβαση του δικών του καθηκόντων έναντι του ναυτικού σύμφωνα με τα αναλυθέντα στις προηγηθείσες σκέψεις.
Κατά συνέπεια ο ενάγων, δικαιούται αποζημίωση απόλυσης, η οποία ισούται με το μισθό 15 ημερών..........[.........]. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι συνεπεία της αμέσως παραπάνω περιγραφόμενης συμπεριφοράς των οργάνων και προστηθέντων της εναγόμενης η οποία συνιστούσε υπέρβαση των ορίων του διευθυντικού της δικαιώματος, αντιτιθέμενη στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, αφού απέδωσαν στον ενάγοντα, εν γνώσει τους ψευδώς, την διάπραξη σοβαρού πειθαρχικού παραπτώματος, της αδικαιολόγητης και χωρίς άδεια απουσίας του από το πλοίο, με σκοπό να τον εμποδίσουν από την διεκδίκηση των εργασιακών δικαιωμάτων του και να του στερήσουν την δικαιούμενη αποζημίωση απόλυσης, αυτός παραπέμφθηκε ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου του Εμπορικού Ναυτικού, προκειμένου να του επιβληθεί η προβλεπόμενη από τον νόμο ποινή, εγκαλούμενος για παράβαση των άρθρων 205, 247 εδ.
ζ, 248 παρ. γ και 249 παρ. 1β του ΚΔΝΔ, υποβληθείς χωρίς βάσιμο λόγο στην ατιμωτική αυτή διαδικασία, στις 25-2-2019, απαλλαγείς αδιαμφισβήτητα, εν τέλει, από την κατηγορία που τον βάρυνε, ωστόσο είχε ήδη εκτεθεί στο επαγγελματικό και κοινωνικό του περιβάλλον, ότι παραβαίνει τα ναυτικά του καθήκοντα, γεγονός που έθεσε την επαγγελματική του υπόσταση σε αμφιβολία και έθιξε την επαγγελματική του αξία και υπόληψη, δημιούργησε δυσπιστία στο πρόσωπό του, τόσο στους συναδέλφους του ναυτικούς, όσο και στους εργοδότες, που απέφευγαν να τον προσλάβουν για αρκετό χρονικό διάστημα μετά το επίδικο συμβάν, με συνέπεια να προσβληθεί παράνομα και υπαίτια στην προσωπικότητά του και να υποστεί ηθική βλάβη.
Επομένως, δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάστασή της, η οποία, ενόψει των άνω περιγραφόμενων συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, του είδους και της διάρκειας της προσβολής, του βαθμού υπαιτιότητας των οργάνων και προστηθέντων της εναγόμενης, της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων και της κοινωνικής κατάστασης τον ενάγοντας, η επιβίωση του οποίου εξαρτιόταν αποκλειστικά από τον μισθό που λάμβανε ως αντάλλαγμα της εργασίας του στο πλοίο της εναγόμενης, ανέρχεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου στο ποσό των 6.000 ευρώ...".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 106 του ΚΙΝΔ, δεχόμενο ότι ο πλοίαρχος ήταν προστηθείς της αναιρεσίβλητης, ευθυνομένης, κατά συνέπεια, της ίδιας για την αναφερόμενη αδικοπραξία του, εφόσον δέχθηκε ότι κατά τον επίδικο χρόνο της καταγγελίας αυτή ήταν "πλοιοκτήτρια", πράγμα που σημαίνει ότι ασκούσε και τον εφοπλισμό του πλοίου, και συνεπώς είναι αβάσιμα όσα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα για παραβίαση της ως άνω διάταξης του άρθρου 106 του ΚΙΝΔ, σε σχέση με την ευθύνη της αναιρεσίβλητης από την πρόστηση.
Ωστόσο, με τις παραπάνω κρίσεις του το ως άνω Δικαστήριο, παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 74 του Κ.Ι.Ν.Δ., καθώς και τη διάταξη του άρθρου 167 του ΑΚ, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ως προς το ζήτημα εάν είχε λάβει χώραν την 20-11-2017 καταγγελία εκ μέρους ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου της ένδικης σύμβασης ναυτολόγησής του κατά τρόπο νόμιμο και έγκυρο και το οποίο (ζήτημα) αποτελεί την πρώτη προϋπόθεση για τη θεμελίωση των αναφερομένων αξιώσεων (απαιτήσεων) αυτού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 74 ΚΙΝΔ, την οποία εφάρμοσε, και της διάταξης του άρθρου 167 ΑΚ, την οποία δεν εφάρμοσε.
Συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη απόφαση καταλήγει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο ενάγων κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση ναυτολόγησής του (εργασιακή του σχέση) στις 20-11-2017, διαλαμβάνοντας ότι αυτός προσκόμισε στον πλοίαρχο ιδιόχειρο σημείωμα, το οποίο ο τελευταίος αρνήθηκε να παραλάβει και ότι ακολούθως, προκειμένου να καταθέσει την αναφερόμενη καταγγελία του, απευθύνθηκε στο Λιμεναρχείο Κερατσινίου και μετά στο Λιμεναρχείο Πειραιά, ζητώντας τη μεσολάβηση των υπηρεσιών αυτών για τη διευθέτηση εργασιακών θεμάτων.
Πλην όμως ουδόλως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ποιο ήταν το αντικείμενο και το περιεχόμενο του εν λόγω σημειώματος και εάν αυτό περιείχε σαφή, ορισμένη και αναμφίβολη τη βούληση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου να λύσει άμεσα την ένδικη σύμβαση ναυτολόγησής του και μάλιστα λόγω βαρείας παράβασης των καθηκόντων του πλοιάρχου εξ αιτίας της μη καταβολής αποδοχών του.
Εξάλλου, ουδόλως αναφέρεται σ' αυτήν (απόφαση) ότι, ανεξαρτήτως της παραλαβής ή όχι του ιδιόχειρου σημειώματος, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εξέφρασε στον πλοίαρχο έστω προφορικά σαφή και ορισμένη δήλωση βουλήσεώς του ότι προβαίνει σε καταγγελία, και μάλιστα λόγω βαρείας παράβασης των καθηκόντων του εξαιτίας της μη καταβολής των αποδοχών του ιδίου (αναιρεσιβλήτου), είτε, έστω, εάν πράγματι μερίμνησε ώστε η καταγγελία του να κατατεθεί στην αρμόδια Αρχή, προκειμένου να επέλθουν τα αποτελέσματα αυτής.
Επίσης, η εν λόγω απόφαση αντιφατικά στη συνέχεια δέχεται, όχι ότι ο εργαζόμενος γνωστοποίησε στη Λιμενική Αρχή την εκ μέρους του για τον παραπάνω λόγο καταγγελία, αλλά απλώς ότι ζήτησε τη μεσολάβηση της υπηρεσίας για τη διευθέτηση εργασιακών θεμάτων, μεσολάβηση όμως η οποία είναι ανεξάρτητη από τη λύση της εργασιακής σχέσης και ουδόλως υποδηλώνει την καταγγελία της τελευταίας.
Έτσι, εξαιτίας των ανωτέρω ελλείψεων, ασαφειών και αντιφάσεως στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος σχετικά με το ζήτημα εάν είχε λάβει χώραν την 20-11-2017 καταγγελία εκ μέρους του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου της ένδικης σύμβασης ναυτολόγησής του κατά τρόπο νόμιμο και έγκυρο, υπό την έννοια της ορθής ή μη υπαγωγής των ανελέγκτως γενόμενων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των ως άνω κανόνων δικαίου, τους οποίους ως εκ τούτου το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου.
Επομένως, οι πέμπτος και έκτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, έκαστος κατά το σχετικό σκέλος αυτού, σε συνδυασμό με τον τρίτο λόγο της αίτησης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα κατ' εκτίμηση του δικογράφου προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης της ως άνω διατάξεως του άρθρου 74 ΚΙΝΔ, είναι βάσιμοι.
VIII. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των ως άνω κριθέντων ως βάσιμων, πρέπει να γίνει δεκτή αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή άλλον από αυτόν που την εξέδωσε (άρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρ.176, 183, 191 παρ.1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 464/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς (ναυτικό τμήμα).
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ