Supreme Court annuls labor dispute judgments for procedural errors and remands case for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled final judgments from the Single Member Court of Thessaloniki regarding a labor dispute between an employer and two employees. The court found that the lower court's decision to declare the employees' contract terminations invalid was procedurally flawed because it failed to explicitly state the invalidity in the operative part of the ruling. Consequently, the case was remanded for retrial before a different judge, and the employees were ordered to pay the employer's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must annul final judgments if they fail to explicitly declare the invalidity of contract terminations in the operative part, requiring remand for retrial before a different judge.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 230 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 230/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Καλλιόπη Πανά, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "AMCO B. Α. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." με το διακριτικό τίτλο "AMCO" όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Λεβέντη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Μ. Δ. του Π. και 2) Χ. Μ. του Σ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Σοφίας Καζάκου, αφού ανακάλεσε την δήλωση (ΚΠολΔ 242 παρ.2) και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 4652/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2331/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία διέταξε επανάληψη της συζήτησης.
Εκδόθηκε η 682/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των δύο ανωτέρω αποφάσεων, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-4-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Καλλιόπη Πανά. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 5-4-2019 και με αριθμό κατάθεσης 1108/136/2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, υπ’ αριθμ. 682/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθώς και η υπ’ αριθμ 2331/2017 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου ως προς τις οριστικές διατάξεις της.
Η έκδοση των αποφάσεων αυτών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 19-6-2013 και μ' αριθμό καταθέσεως 16.245/2013 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσαλονίκης οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ζητούσαν να αναγνωρισθεί ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας καθενός απ' αυτούς, που έγινε στις 22-3-2013, είναι ανυπόστατη, άλλως άκυρη, για τους αναφερόμενους στην αγωγή τους λόγους και να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία να αποδεχθεί τις υπηρεσίες τους στην ίδια ή ανάλογη θέση εργασίας με αυτή που κατείχαν κατά το χρόνο της καταγγελίας και να υποχρεωθεί να τους καταβάλει τα αιτούμενα ποσά για μισθούς υπερημερίας, άλλως, σε περίπτωση που η καταγγελία κριθεί υποστατή και έγκυρη, ν' αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να τους καταβάλει ως αποζημίωση απόλυσης και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης τα εκεί αναφερόμενα ποσά.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 4652/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κρίθηκε, εκτός των άλλων, ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων ήταν έγκυρη και δεν ήταν καταχρηστική και ακολούθως απέρριψε την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες άσκησαν την από 29-4-2015 και μ’ αριθμό κατάθεσης 1656/2015 έφεσή τους προς το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο, με την υπ' αριθμ. 2331/2017 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά αυτή και έκρινε ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των ήδη αναιρεσιβλήτων είναι καταχρηστική και ακολούθως , σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 254 ΚΠολΔ , διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης με σκοπό να προσκομισθούν από τους ενάγοντες οι λογαριασμοί ασφαλισμένου, οι οποίοι καλύπτουν το χρονικό διάστημα από την επομένη της καταγγελίας μέχρι τη συζήτηση της αγωγής τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ώστε να κριθεί η ουσιαστική βασιμότητα της έντασης του άρθρου 656 εδ.
β' ΑΚ, που παραδεκτά πρόβαλλε η αναιρεσείουσα στα δικαστήρια της ουσίας. Στη συνέχεια, με την υπ' αριθμ. κατάθεσης 3634/2017 κλήση των εναγόντων, εισήχθη εκ νέου προς συζήτηση η υπόθεση ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου στη δικάσιμο της 8-10-2018, το οποίο, με την υπ' αριθμ. 682/2019 απόφασή του, αφού έκρινε ότι η καταγγελία της σύμβασης των εναγόντων κρίθηκε τελεσίδικα άκυρη με την υπ' αριθμ 2331/2017 απόφαση αυτού, ακολούθως, αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση του άρθρου 656 εδ.
β ΑΚ όσον αφορά την πρώτη ενάγουσα και έκανε εν μέρει δεκτή αυτή ως προς τον δεύτερο ενάγοντα, επιδίκασε τα ποσά των 14.820, 12 και 26.983,17 ευρώ, αντίστοιχα, ως μισθούς υπερημερίας. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον στρέφεται κατά των οριστικών-τελεσίδικων διατάξεων της υπ' αριθμ 2331/2017 αποφάσεως και της τελεσίδικης υπ’ αριθμ 682/2019 αποφάσεως και δεν προκύπτει επίδοση των προσβαλλόμενων αποφάσεων (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
2. Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ.2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται.
Η άσκησή της, όμως, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (ΑΚ 174, 180). Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς τον σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα.
Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδικήσεως, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου. Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι’ αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία. Διότι, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της, δεν είναι ο εργοδότης, εκείνος που πρέπει να τη δικαιολογήσει, αλλά ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την ακυρότητα της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η ΑΚ 281 και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη.
Και αντιστρόφως, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως αληθινό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζόμενου ή την από πλευράς εκείνου παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων (ΑΠ 179/2016). Διότι, τότε, κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει την καλή λειτουργία της συμβάσεως.
Αλλά και όταν, ακόμη, αυτό δεν συμβαίνει, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή εκείνη που δεν γίνεται για σοβαρούς λόγους, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχειρήσεως του εργοδότη, δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστική. Διότι, εάν τίθετο τέτοια προϋπόθεση, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, από αναιτιώδης δικαιοπραξία, θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 380/2019, 258/2019, 1250/2018, 698/2018, 244/2017, 1461/2017).
3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 6/2019, 1/2016, 2/2013, 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, 1420/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος , που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 2/2019, 9/2016, 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
4. Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 2331/2017 απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "H εφεσίβλητη συστάθηκε με την μορφή της Ο.Ε., με πρωτοβουλία του Ι.
Α. μεταξύ αυτού και των Π. Κ. και Ρ. συζ. Δ. Κ., με το από 21.9.1981 ιδιωτικό συμφωνητικό, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και έκτοτε υπέστη τροποποιήσεις με εναλλαγές και αυξομειώσεις στα πρόσωπα των μελών της, εκτός από αυτό του Ι. Α. που παρέμενε σταθερά ο διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπός της και είχε κατορθώσει να καταστήσει την εταιρία ιδιαιτέρως κερδοφόρα και ανταγωνιστική στον τομέα της εισαγωγής και εμπορίας ειδών υγιεινής.
Οι εκκαλούντες, οι οποίοι είναι σύζυγοι, προσλήφθηκαν από την εφεσίβλητη, από τον διαχειριστή αυτής Ι. Α., το έτος 1994, η πρώτη όμως διέκοψε την εργασία της το 2001 και επανήλθε στην εργασία της την 1.11.2002. Το έτος 2000, με το από 17.10.2000 ιδιωτικό συμφωνητικό που και αυτό δημοσιεύθηκε νόμιμα, αποχώρησαν από τη εταιρία ο Ι.
Α., λόγω συνταξιοδότησής του, και η Μ. Κ., οι οποίοι μεταβίβασαν τα εταιρικά τους μερίδια -20% ο καθένας- στη θυγατέρα του Ι. Α. Β. - Β. Α., Α. Δ., που μεταβίβασε την εταιρική της μερίδα (20%) στη Θ. Α., σύζυγο του Ι. Α., η οποία έτσι εισήλθε για πρώτη φορά στην εταιρία, και ο Δ. Ν., ο οποίος μεταβίβασε τη δική του εταιρική μερίδα, κατά ποσοστό επίσης 20%, στον Α.
Α., τροποποιήθηκε η επωνυμία της εταιρίας από "I. Α. και Σία Ο.Ε." σε "Β. Α. και Σία Ο.Ε." και ορίστηκαν ως διαχειριστές και νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρίας ο Ι. Α., παρά το γεγονός ότι είχε αποχωρήσει και ως προς την εταιρία ήταν, πλέον, τρίτο πρόσωπο, και η Θ. Α., σύζυγος του. Ακολούθησε η από 9.7.2001 τροποποίηση, που δημοσιεύτηκε νόμιμα, με την οποία τροποποιήθηκε και πάλι η επωνυμία της εταιρίας από "Β.
Α. και Σία Ο.Ε." σε "AMCO - Β. Α. και Σία Ο.Ε." και η από 18.12.2001 τροποποίηση, που δημοσιεύτηκε νόμιμα, κατά την οποία αποχώρησε από την εταιρία ο εταίρος, Α. Α., μεταβιβάζοντας την εταιρική του μερίδα στην έτερη θυγατέρα του Ι. Α., Ε. Α., που έτσι εισήλθε για πρώτη φορά στην εταιρία και στη Θ. Α.. Επίσης, με την από 23.6.2003 τροποποίηση αυξήθηκε το εταιρικό κεφάλαιο με κεφαλαιοποίηση του υπολοίπου των μη αναληφθέντων κερδών και, τέλος, με την από 30.6.2003 τροποποίηση, που δημοσιεύτηκε νόμιμα, καθεμία από τις δυο θυγατέρες μεταβίβασε στη Θ.
Α. ποσοστό 9% από το 33% που κατείχε ως τότε, με αποτέλεσμα οι εταιρικές μερίδες να διαμορφωθούν τελικά σε 52% για την τελευταία και από 24% για την καθεμία από τις αδελφές Α., ενώ τροποποιήθηκε το άρθρο 10 του καταστατικού "ΛΥΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ- ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ", το οποίο όρισε σχετικά με τη λύση της εταιρίας τα ακόλουθα: "Αποκλείεται η για κάθε λόγο λύση της εταιρίας, εφόσον η εταίρος Α.
Θ. σύζυγος Ι. Α. βρίσκεται εν ζωή. Καταγγελία της εταιρίας λαμβάνουσα χώρα εκ μέρους των εταίρων Α. Β.-Β. και Α. Ε. ή των κληρονόμων τους, αν τυχόν αυτές έχουν προαποβιώσει της Α. Θ.ς συζύγου Ι. Α., δε συνεπάγεται τη λύση της, αλλά έχει ως αποτέλεσμα την έξοδο του καταγγέλλοντος εταίρου από αυτήν με ταυτόχρονη εξαγορά του εταιρικού του μεριδίου από τους εναπομείναντες εταίρους κατά τον λόγο συμμετοχής τους στην εταιρία." Διαχειριστές παρέμειναν η σύζυγος του Ι.
Α. και ο ίδιος ως "διορισμένος από την εταιρία", ενώ ήδη, με το από 17.10.2000 τροποποιητικό εταιρικό συμφωνητικό, είχε τεθεί όρος ότι μεταβίβαση της εταιρικής μερίδας γίνεται με τη σύμφωνη γνώμη των διαχειριστών. Θ Ι. Α. ουδέποτε κατέστησε τις κόρες του διαχειρίστριες, ακόμη και όταν αυτές, διαθέτοντας από 33% της εταιρίας, κατείχαν την πλειοψηφία των εταιρικών μερίδων (66%), όταν δε το 2001 ασθένησε από στεφανιαία νόσο που επιδεινούμενη οδήγησε σταδιακά σε καρδιακή ανεπάρκεια, νεφροπάθεια και τελικώς στο θάνατο του στις 9.1.2006, προέβη στην ισχυροποίηση της θέσης της συζύγου του στην εταιρία, τη διαχείριση της οποίας ασκούσε αυτός μέχρι και την ημέρα του θανάτου του.
Ιδιαιτέρως πρέπει να τονιστεί ως προς τον τρόπο διαχείρισης της εταιρίας κατά το χρόνο που μεσολάβησε από την εκδήλωση των προβλημάτων υγείας του Α. έως το θάνατο του, ότι ο τελευταίος ασκούσε σταθερά τον έλεγχο, λαμβάνοντας όλες τις κρίσιμες αποφάσεις ως προς την άσκηση της εμπορικής πολιτικής, τη διάθεση των κερδών, τη διοχέτευση των εισπράξεών της σε λογαριασμούς οι οποίοι δεν ήταν εταιρικοί αλλά προσωπικοί, την προσπάθεια να εμφανιστεί μειωμένη η κερδοφορία της εταιρίας, ακόμη και αν αυτό την εξέθετε σε φορολογικό έλεγχο και κυρίως τον διαρκή και επισταμένο έλεγχο των διαθεσίμων αυτής και του ταμείου της.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η εκκαλούσα, που είχε την ευθύνη του ταμείου της επιχείρησης, τον επισκέφθηκε στο νοσοκομείο, όπου νοσηλευόταν, και έλαβε από αυτόν την εντολή για την εκτέλεση συγκεκριμένης τραπεζικής συναλλαγής, την οποία και εκτέλεσε την ημέρα του θανάτου του. Μετά το θάνατο του, οι θυγατέρες (από προηγούμενο γάμο) του Ι.
Α., οι οποίες ουδέποτε είχαν αναμειχθεί στα εταιρικά ζητήματα ούτε και αμφισβήτησαν ποτέ τις ενέργειες του πατέρα τους ακόμη και σε θέματα διάθεσης κερδών, εκδήλωσαν την επιθυμία τους να μετέχουν στη διαχείριση της εταιρίας και τότε, μεταξύ αυτών και της Θ. Α., ξεκίνησε μακρύς δικαστικός αγώνας με αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, αγωγές και μηνύσεις, που κατά το μεγαλύτερο μέρος του περιγράφεται με λεπτομέρειες στις προσκομιζόμενες με επίκληση από την εφεσίβλητη 1265/2013 και 2199/2013 αποφάσεις του δικαστηρίου αυτού, συνεχίζεται δε έως σήμερα.
Στις 22.10.2012 οι θυγατέρες Α. κοινοποίησαν στη Θ. Α. μακροσκελή εξώδικη δήλωση με την οποία της γνωστοποιούσαν ότι την ανακαλούν από διαχειρίστρια για σπουδαίο λόγο, όπως αυτός περιγράφεται στη δήλωση αναλυτικώς, και την ίδια ημέρα εγκαταστάθηκαν αιφνιδιαστικά στην έδρα της εταιρίας, με τη βοήθεια ομάδας ατόμων που τις συνόδευε αλλά και δικηγόρων, αποκλείοντας και στην πράξη την ανακληθείσα διαχειρίστρια από τη διαχείριση της εταιρίας.
Η τελευταία προέβη, στις 24.10.2012, σε καταγγελία της εταιρίας για σπουδαίο λόγο και με αίτησή της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ζήτησε το διορισμό εκκαθαριστή και επικουρικά, για την περίπτωση που θα κρινόταν ότι η εταιρία δεν λύθηκε με την καταγγελία, διορισμό προσωρινού διαχειριστή, αίτηση, η οποία έγινε τελεσιδίκως δεκτή ως προς την επικουρική της βάση, αφού απορρίφθηκε ως προς την κύρια, με την 2199/2013 απόφαση του δικαστηρίου αυτού που επικύρωσε την 7631/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, απορρίπτοντας ως ουσιαστικώς αβάσιμες τις εκατέρωθεν ασκηθείσες εφέσεις.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τουλάχιστον μέχρι τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η απόφαση για το διορισμό του προσωρινού διαχειριστή δεν είχε ακόμη υλοποιηθεί, λόγω των διαδοχικών αποποιήσεων των προσώπων που διορίζονται από το δικαστήριο. Η Α., στις 30.10.2012, επέδωσε στις αδελφές Α.
την από 29.10.2012 εξώδικη δήλωση, κοινοποιούμενη στη Ζ' ΔΘΥ Θεσσαλονίκης, στην Επιθεώρηση Εργασίας Θεσσαλονίκης, στο ΙΚΑ Καλαμαριάς, στην τράπεζα "ALPHA BANK", στους προμηθευτές και πελάτες της εταιρίας και, τέλος, στους εργαζομένους αυτής, με την οποία τους γνωστοποιούσε ότι είναι και οι τρεις συνεκκαθαρίστριες (δηλαδή η ίδια και οι αδελφές Α.) και ότι μόνο από κοινού μπορούν πλέον να ενεργούν.
Ενώ εκκρεμούσε η έκδοση της απόφασης επί της αιτήσεως της Θ. Α. για το διορισμό εκκαθαριστή, στις 21.3.2013, οι αδελφές Α. υπέβαλαν έγκληση κατά της ιδίας και κατά των εκκαλούντων, καθώς και κατά των Α. Τ., Σ. Σ., συνεργατών της εταιρίας και Χ. Δ. (του παραιτηθέντος από την αγωγή ενάγοντος), για το αδίκημα της απιστίας κατ' εξακολούθηση και της άμεσης συνέργειας σε αυτήν, το οποίο φέρεται να τελέστηκε κατά το χρονικό διάστημα από 19.3.2009 έως 29.5.2009.
Συνοπτικώς, το αδίκημα της απιστίας αφορούσε στη διακίνηση εμπορευμάτων της εταιρίας χωρίς παραστατικά, το αντίτιμο από την πώληση των οποίων δεν εισερχόταν στο ταμείο της εταιρίας, αλλά το καρπωνόταν η διαχειρίστρια αυτής, τούτο δε γινόταν με τη βοήθεια της εκκαλούσας που διαχειριζόταν το ταμείο της επιχείρησης και του εκκαλούντος που είχε την ιδιότητα του αποθηκάριου.
Με αφορμή την έγκληση αυτή κατήγγειλαν εγγράφως, την επομένη, τη σύμβαση εργασίας των εκκαλούντων, χωρίς να τούς καταβάλουν αποζημίωση. Η έγκληση τέθηκε στο αρχείο με την 597/2013 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης Νικόλαου Κωνσταντίνου ως προφανώς αβάσιμη. Ειδικώς σε ό,τι αφορά τους εκκαλούντες στην εισαγγελική διάταξη τονίζεται ότι κανένα στοιχείο δεν εισφέρθηκε σε βάρος τους πέραν της ιδιότητας που είχαν ως υπάλληλοι της εταιρίας σε συγκεκριμένες θέσεις.
Η διάταξη εκδόθηκε στις 18.7.2013 και στους εκκαλούντες καταβλήθηκε η οφειλόμενη αποζημίωση από. 9.204,48 ευρώ και 28.680,36 ευρώ, αντίστοιχα, με έμβασμα στον τραπεζικό λογαριασμό τους, στις 31.7.2013, ενώ οι εγκαλούσες δεν προσέβαλαν τη διάταξη με προσφυγή στον Εισαγγελέα Εφετών, αλλά αποδέχθηκαν την απόρριψη της εγκλήσεώς τους.
Στην ανωτέρω εισαγγελική διάταξη αναφέρεται ότι η έγκληση στηρίχθηκε σε έκθεση που συντάχθηκε από τον πραγματογνώμονα Η. Μ., που φέρεται να ακολουθούσε το ιδιόκτητο φορτηγό αυτοκίνητο της εταιρίας, με το οποίο υποτίθεται ότι εκτελούνταν οι χωρίς νόμιμα παραστατικά παραδόσεις των εμπορευμάτων της και οι οποίες, κατ'αυτόν, γίνονταν στην πόλη της Θεσσαλονίκης και στις περιαστικές περιοχές της.
Στη διάταξη επισημαίνεται, μεταξύ άλλων, ότι ο … αναφέρει πως διαπίστωσε παράδοση εμπορευμάτων σε κατάστημα στην οδό ..., στον πελάτη της εταιρίας Β., που ωστόσο έχει εγκατεστημένη την επιχείρηση του στην οδό ... της πόλης της ..., ενώ• παραλείπει να αναφέρει τις παραδόσεις που γίνονταν εκτός των ορίων του νομού … και τις οποίες θα έπρεπε να γνωρίζει, εάν παρακολουθούσε το φορτηγό σε όλες τις διαδρομές του, όπως ισχυρίζεται, και οι οποίες ήταν πολυάριθμες.
Ακόμη, ως προς την κατάθεση του Χ. Η., από την εισαγγελική πρόταση, χαρακτηρίστηκε καταφανώς αναξιόπιστη και έωλη, ενώ σημειώνεται ότι ο τελευταίος συμμετείχε στην ενέργεια των αδελφών Α. να καταλάβουν τις εγκαταστάσεις της εταιρίας και με τον τρόπο αυτό να αναλάβουν και τη διαχείρισή της, και ότι, για το λόγο αυτό, δεν πρόκειται για την αντικειμενική έκθεση ενός εμπειρογνώμονα.
Τέλος, οι εκθέσεις της KPMG για την οικονομική κατάσταση της εφεσίβλητης, τις οποίες οι αδελφές Α. επικαλούνται για να αποδείξουν την ακαταλληλότητα της Α. ως διαχειρίστριας και των οποίων τα πορίσματα, μέχρι στιγμής, δεν έχουν γίνει δεκτά από κανένα δικαστήριο, δεν προσκομίστηκαν στον εισαγγελέα για να στηρίξουν τη μήνυση σε βάρος αυτής και των εκκαλούντων.
Οι διαπιστώσεις που διατυπώνονται στο σκεπτικό της εισαγγελικής διάταξης, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι εγκαλούσες δεν προσέφυγαν κατ' αυτής, ενισχύει το συμπέρασμα του παρόντος δικαστηρίου ότι η υποβολή της μηνύσεως ήταν προσχηματική και βασιζόταν σε αναληθή στοιχεία, ασχέτως αν με την εισαγγελική διάταξη δεν επιβλήθηκαν έξοδα στις εγκαλούσες, "διότι κρίθηκε ότι η έγκληση δεν υποβλήθηκε από δόλο ή βαριά" αμέλεια.
Παράλληλα, οι φορολογικές παραβάσεις που διαπιστώθηκαν σε βάρος της εταιρίας στη διάρκεια τακτικού φορολογικού ελέγχου αφορούσαν σε πράξεις που διενεργήθηκαν κατά τη χρήση του 2005, όσο διαχειριζόταν την εταιρία ο Ι. Α., διαχείριση την οποία, όπως προαναφέρθηκε, ασκούσε μέχρι και την ημέρα του θανάτου του στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν.
Ακολούθως, στις 9.12.2013, οι αδελφές Α. υπέβαλαν νέα μήνυση σε βάρος της εκκαλούσας για το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα και προέβησαν σε νέα (επικουρική) καταγγελία της σύμβασης εργασίας της. Σύμφωνα με την έγκληση, η εκκαλούσα, πειθόμενη από την Θ. Α. που ενήργησε ως ηθικός αυτουργός, κατέθεσε ψευδώς στο ακροατήριο του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όταν εξετάστηκε ως μάρτυρας στις 14.10.2013 επί αγωγής της εταιρίας (εκπροσωπούμενης από τις αδελφές Α.) κατά της Θ.
Α., ότι η τελευταία εμφανίστηκε στην εταιρία μετά το θάνατο του Α. και ότι προηγουμένως δεν είχε ασχοληθεί καθόλου με τις εταιρικές υποθέσεις, καθώς ήταν τυπικώς και μόνο συνδιαχειρίστρια. Η έγκληση στηριζόταν στο γεγονός ότι η εγκαλουμένη είχε καταθέσει στην …/….6.2006 ένορκη βεβαίωσή της στο συμβολαιογράφο Δημήτριο Κούτσικο ότι από το έτος 2000, λόγω της σοβαρής ασθένειας του Ι.
Α., η Α. είχε αναλάβει ενεργό ρόλο στη διαχείριση της εταιρίας ο οποίος ήταν ιδιαιτέρως επιτυχής, έχοντας άριστη γνώση των εταιρικών υποθέσεων. Η ένορκη αυτή βεβαίωση είχε χρησιμοποιηθεί κατά τη συζήτηση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων για την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης, με την οποία η Ε. Α. ζητούσε ν απαγορευθεί προσωρινώς στην Θ.
Α. η άσκηση των εξουσιών της αποκλειστικής διαχειρίστριας της εταιρίας και να υποχρεωθεί ν' ανέχεται τη συμμετοχή της απούσας στη διαχείρισή της, αίτηση η οποία απορρίφθηκε με την 37407/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Η έγκληση τέθηκε στο αρχείο με την 771/2014 διάταξη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, η οποία έκρινε ότι ψευδές ήταν το περιεχόμενο της ένορκης βεβαίωσης και όχι της μαρτυρικής κατάθεσης στο δικαστήριο και ότι το αδίκημα της ψευδορκίας και της ηθικής αυτουργίας σε αυτήν είχε υποπέσει σε πενταετή παραγραφή.
Κατόπιν προσφυγής των εγκαλουσών, εκδόθηκε η 9/2015 διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης, που δέχθηκε την "προσφυγή και παρήγγειλε την άσκηση ποινικής δίωξης, η δε εκκαλούσα παραπέμφθηκε και δικάστηκε στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, από κοινού με την συγκατηγορούμενη της Θ. Α.. Αμφότερες αθωώθηκαν με την 1563/2017 απόφαση του δικαστηρίου που προσκομίζεται σε απόσπασμα.
Αλλά και ο εκκαλών είχε καταθέσει υπέρ της Α., στις 3.3.2013, ενώπιον του πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης για τα γεγονότα που συνέβησαν στις εγκαταστάσεις της εφεσίβλητης κατά την ανάκληση της Α. από την θέση της διαχειρίστριας και την ανάληψη της διαχείρισης από τις αδελφές Α.. Θα πρέπει εδώ να αναφερθεί ότι οι εκκαλούντες γνωρίστηκαν στο χώρο της εργασίας τους, συνήψαν δεσμό και παντρεύτηκαν, ήταν δε ιδιαιτέρως αγαπητοί στον εκλιπόντα.
Στη διάρκεια της ασθενείας του, κατά την οποία η σύζυγος του, αν και τυπικά διαχειρίστρια της εταιρίας, ασκούσε αυτή σύμφωνα με τις επιταγές του, αναπτύχθηκε μεταξύ αυτών και της Α. σχέση εμπιστοσύνης που τους καθιστούσε ανεπιθύμητους στις νέες διαχειρίστριες. Όταν όλοι οι υπάλληλοι της εταιρίας κλήθηκαν από τις αδελφές Α.
να υπογράψουν νέες συμβάσεις με πρόσθετους όρους, όπως η ρήτρα μη ανταγωνιστικότητας, σύμφωνα με την οποία οι εργαζόμενοι της επιχείρησης όφειλαν, σε περίπτωση λύσης της εργασιακής σχέσης, να μην απασχοληθούν σε ανταγωνιστικές εταιρίες για χρονικό διάστημα τριών ετών από τη λύση της εργασιακής σχέσης, οι εκκαλούντες αρνήθηκαν να υπογράψουν, όχι από δυστροπία, αλλά από το φόβο αφενός ότι απεμπολούσαν βασικά εργατικά τους δικαιώματα, μιας και είχαν συμπληρώσει πολλά χρόνια απασχόλησης στον ίδιο εργοδότη, αφετέρου ότι δεν θα μπορούσαν να βρουν αλλού εργασία.
Η εφεσίβλητη ισχυρίζεται με τις προτάσεις της ότι δεν οδηγήθηκε στην καταγγελία της σύμβασής τους από εκδικητικότητα, επειδή αμφότεροι κατέθεσαν κατά των νέων διαχειριστριών και επειδή αρνήθηκαν να υπογράψουν τις νέες συμβάσεις, διότι το ίδιο έπραξαν και άλλοι υπάλληλοι, τους οποίους κατονομάζουν, χωρίς να απολυθούν, γεγονός που ομολογείται από αμφότερα τα διάδικα μέρη.
Η πραγματική, ωστόσο, αιτία απόλυσης των εκκαλούντων αποδεικνύεται από τις προτάσεις της εφεσίβλητης, όπου γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένο γεγονός σε συνδυασμό με τις διευκρινίσεις που η εκκαλούσα κλήθηκε να δώσει επ' αυτού από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά την ακροαματική, ενώπιον του, διαδικασία.
Αποδείχθηκε, λοιπόν, ότι το διακύβευμα της δικαστικής διαμάχης που διαρκεί έως σήμερα, δεν είναι μόνο ο διαχειριστικός έλεγχος της εταιρίας, αλλά και η ανάκτηση, εκ μέρους των αδελφών Α., ποσού 2.499.103,70 ευρώ, κατατεθειμένου σε λογαριασμό όψεως της ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, με συνδικαιούχους τον αποβιώσαντα Α. και την Θ.
Α., το οποίο φέρεται καταγεγραμμένο σε έντυπη κατάσταση ως διαθέσιμο του μηνός Ιανουαρίου 2006 και το οποίο η εκκαλούσα διέγραψε, ενώ έχει πραγματοποιήσει και άλλες χειρόγραφες αλλαγές επί του ίδιου εγγράφου. Σύμφωνα με την χωρίς όρκο κατάθεση της, το έγγραφο αυτό υπήρξε n αιτία να εμπλακεί σε περιπέτειες και της δόθηκε από τον I.Α., ως σχέδιο, για να συντάσσει μηνιαίως μια πρόχειρη κατάσταση με τα διαθέσιμα και τις υποχρεώσεις της εταιρίας, ώστε να απεικονίζεται η πραγματική οικονομική της κατάσταση συνοπτικά, γι αυτό και τα τυπωμένα στοιχεία είναι διαγραμμένα και δίπλα από αυτά έχουν γίνει χειρόγραφες διορθώσεις, καθώς αφορούν σε άλλο χρονικό διάστημα {διαφορετικό μήνα) και τα οικονομικά δεδομένα όπως τα διαθέσιμα από επιταγές ή οι υποχρεώσεις από ασφαλιστικές εισφορές και ΦΠΑ έχουν μεταβληθεί.
Το ζήτημα δημιουργήθηκε επειδή δεν υπήρχε ανεξάρτητος εταιρικός τραπεζικός λογαριασμός, αλλά κοινοί λογαριασμοί της Θ. Α. και του I. Α., από τους οποίους γίνονταν εκταμιεύσεις για τις υποχρεώσεις της εταιρίας και στους οποίους κατατίθεντο οι εισπράξεις της. Το ανωτέρω ποσό μεταφέρθηκε από την Θ. Α. σε διαφορετικό λογαριασμό από αυτόν που ήταν κατατεθειμένο τρεις μόλις ημέρες μετά το θάνατο του συζύγου της.
Όταν, στη συνέχεια, κατά την αιφνιδιαστική εγκατάσταση των αδελφών Α. στα γραφεία της εταιρίας, περιήλθε το εν λόγω έγγραφο στην κατοχή τους, η εκκαλούσα κλήθηκε να δώσει πληροφορίες για το νέο λογαριασμό και, κατά την εκτίμησή τους, δεν συνεργάστηκε στην αποκάλυψή του. Αυτό είναι το κρίσιμο στοιχείο που οδήγησε στην καταγγελία της συμβάσεώς της, αλλά και στην καταγγελία της συμβάσεως του συζύγου της, δεδομένου ότι οι αναφορές στην πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων αμφοτέρων, και μάλιστα με τη μορφή ποινικού αδικήματος, αποδείχθηκε ότι έγιναν προσχηματικά, αφενός για να αποδυναμωθεί η θέση της Θ.
Α. στην εταιρία και αφετέρου για να απαλλαγούν οι αδελφές Α. από δυο πρόσωπα που τα έκριναν ως έμπιστα της αντιδίκου τους. Τούτο, αποδεικνύει τον καταχρηστικό χαρακτήρα της καταγγελίας, καθώς δεν είναι σύμφωνο προς τα χρηστά ήθη, αλλά και τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, να απολέσει ένας εργαζόμενος τη θέση εργασίας του, δίκη ν παράπλευρης απώλειας στη διαμάχη για την ανάληψη της διαχείρισης της εταιρίας, επειδή θεωρείται από την μια αντιμαχόμενη πλευρά ως πρόσωπο που απολαμβάνει την ιδιαίτερη εμπιστοσύνη της άλλης, ενώ ο ίδιος εκτελεί τα καθήκοντά του σύμφωνα με τις υποδείξεις του εργοδότη του, όπως οφείλει να πράξεις όποιος παρέχει τις υπηρεσίες του σε εκτέλεση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.
Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση των εναγόντων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή και ακολούθως ανέβαλλε την έκδοση της οριστικής του απόφασης και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης προκειμένου να προσκομισθούν από τους ενάγοντες λογαριασμοί ασφαλισμένου, που να καλύπτουν το χρονικό διάστημα από την επομένη της καταγγελίας και μέχρι τη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο και από τους οποίους να προκύπτουν οι αποδοχές που τους καταβλήθηκαν κατά το ανατέρω χρονικό διάστημα.
Στη συνέχεια, η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 682/2019 απόφαση του ίδιου Εφετείου, δέχθηκε ότι είχε κριθεί τελεσίδικα το ζήτημα της ακυρότητας της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων με την υπ' αριθμ. 2331/2017 απόφαση και ερεύνησε μόνο το κεφάλαιο των μισθών υπερημερίας και τη βασιμότητα ή μη της ένστασης του άρθρου 656 εδ.
β ΑΚ, την οποία πρόβαλε παραδεκτά η εναγομένη στα δικαστήρια της ουσίας. Ειδικότερα, με την ως άνω απόφαση, αφού έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η ως άνω ένσταση μόνο ως προς τον δεύτερο ενάγοντα, επιδικάσθηκαν στην μεν ενάγουσα Μ. Δ. μισθοί υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 22-3-2013 έως 31-12-2013, ποσού 14.820,12 ευρώ, στον δε ενάγοντα Χ.
Μ. μισθοί υπερημερίας ύψους 26.983,17 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 22-3-2013 έως 31-10-2014.
5. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 και 288 ΑΚ και παράλληλα διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την συνδρομή ή μη περίπτωσης καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος στην άσκηση των από 22-3-2013 καταγγελιών της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου των αναιρεσιβλήτων εκ μέρους της αναιρεσείουσας εταιρείας, επαγομένης ακυρότητα αυτής, υποπίπτοντας έτσι στις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι η πρώτη ενάγουσα είχε τη διαχείριση του ταμείου της εναγομένης εταιρείας και ο δεύτερος ενάγων είχε την ιδιότητα του αποθηκάριου, ότι στις 22-10-2012 έγινε ανάκληση της καταστατικής διαχειρίστριας Θ. Α. για σπουδαίο λόγο και έκτοτε οι αδελφές Α. ασκούσαν νόμιμη ατομική διαχείριση μέχρι την καταγγελία των συμβάσεών τους, ότι το διακύβευμα της δικαστικής διαμάχης μεταξύ των αδελφών Α.
και της συζύγου του πατέρα τους δεν είναι μόνο ο διαχειριστικός έλεγχος της εταιρείας, αλλά και η ανάκτηση εκ μέρους των πρώτων ποσού 2.499.103, 70 ευρώ, κατατεθειμένου σε λογαριασμό όψεως της ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, με συνδικαιούχους τον αποβιώσαντα Ι. Α. και τη σύζυγο του Θ. Α., το οποίο φέρεται καταγεγραμμένο σε έντυπη κατάσταση ως διαθέσιμο του μηνός Ιανουαρίου 2006 και το οποίο η πρώτη αναιρεσείουσα διέγραψε, ενώ έχει πραγματοποιήσει και άλλες χειρόγραφες αλλαγές επί του ιδίου εγγράφου και σύμφωνα με την χωρίς όρκο κατάθεσή της το έγγραφο αυτό υπήρξε η αιτία να εμπλακεί σε περιπέτειες και ότι αυτό της δόθηκε από τον Ι.
Α. ως σχέδιο για να συντάσσει μηνιαίως μία πρόχειρη κατάσταση με τα διαθέσιμα και τις υποχρεώσεις της εταιρείας, ώστε να απεικονίζεται η πραγματική οικονομική κατάσταση συνοπτικά, γι' αυτό και τα τυπωμένα στοιχεία είναι διαγραμμένα και δίπλα από αυτά έχουν γίνει χειρόγραφες διορθώσεις, καθώς αφορούν σε άλλο χρονικό διάστημα και τα οικονομικά δεδομένα, όπως τα διαθέσιμα από επιταγές ή οι υποχρεώσεις από ασφαλιστικές εισφορές και ΦΠΑ, έχουν μεταβληθεί, ότι δεν υπήρχε ανεξάρτητος εταιρικός λογαριασμός αλλά κοινοί λογαριασμοί της Θ.
Α. και του Ι. Α., από τους οποίους γινόταν εκταμιεύσεις για τις υποχρεώσεις της εταιρείας και στους οποίους κατατίθεντο οι εισπράξεις της και ότι το ανωτέρω ποσό μεταφέρθηκε από τη Θ. Α. σε διαφορετικό λογαριασμό από αυτόν που ήταν κατατεθειμένα τρεις μόλις ημέρες μετά το θάνατο του συζύγου της, ότι όταν περιήλθε το ανωτέρω έγγραφο στην κατοχή των αδελφών Α.
η πρώτη ενάγουσα κλήθηκε να δώσει εξηγήσεις για το νέο λογαριασμό και κατ' αυτές δεν συνεργάσθηκε μαζί τους και ότι αυτό ήταν το κρίσιμο στοιχείο που οδήγησε στην καταγγελία της συμβάσεως της ενάγουσας και, τέλος, ότι δεν είναι σύμφωνο με τα χρηστά ήθη, αλλά και τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, να απωλέσει ένας εργαζόμενος τη θέση εργασίας του δίκην παράπλευρης απώλειας στη διαμάχη για την ανάληψη της διαχείρισης της εταιρείας, επειδή θεωρείται από τη μία αντιμαχόμενη πλευρά ως πρόσωπο που απολαμβάνει την ιδιαίτερη εμπιστοσύνη της άλλης, ενώ ο ίδιος εκτελεί τα καθήκοντά του σύμφωνα με τις υποδείξεις του εργοδότη του.
Ενόψει των παραδοχών αυτών και του γεγονότος ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη, ως εκ της θέσεώς της, είχε υποχρέωση ενημέρωσης και παροχής πληροφοριών προς τις νόμιμες διαχειρίστριες της αναιρεσείουσας αναφορικά με τα ταμειακά διαθέσιμα της εταιρείας, τις κινήσεις του τραπεζικού λογαριασμού που χρησιμοποιείτο για τις εταιρικές ανάγκες, τις εγγραφές στα επίσημα ή και ανεπίσημα βιβλία - καταστάσεις που τηρούνταν στο λογιστήριο της εταιρείας, ενώ ο δεύτερος αναιρεσίβλητος είχε υποχρέωση, ως υπεύθυνος αποθήκης, ενημέρωσης των αδελφών Α.
ως προς τα πραγματικά αποθέματα των εμπορευμάτων και τις πραγματικές καταστροφές αυτών, δεδομένου ότι το ποσό των 2.499.103,70 ευρώ ήταν εκτός των βιβλίων και οικονομικών καταστάσεων της αναιρεσείουσας, πράγμα που εύλογα οδηγεί στην υπόνοια ότι γινόταν πωλήσεις χωρίς τιμολόγια και εικονικές καταστροφές εμπορευμάτων της αποθήκης χωρίς παραστατικά.
Από τις παραδοχές αυτές δεν φαίνεται να στοιχειοθετεί κατάχρηση δικαιώματος η ενέργεια των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας να καταγγείλουν την σύμβαση εργασίας των εναγόντων και μάλιστα κατά "προφανή" υπέρβαση των ορίων που καθορίζονται από την καλή πίστη και τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος του εργοδότη, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ιδίως όταν πρόκειται για σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, όπως αυτή υφίσταται μεταξύ μιας εταιρείας και του υπευθύνου του ταμείου της και της αποθήκης της, η οποία (καταγγελία) δικαιολογείται όταν υπάρχει δυσαρέσκεια και απώλεια της εμπιστοσύνης της εταιρείας προς τους υπαλλήλους της.
Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2331/2017 απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθόσον δεν εξηγεί για ποιο λόγο οι αναιρεσίβλητοι δεν παρέβησαν τα καθήκοντα της εργασίας που τους ανατέθηκαν και την υποχρέωση πίστης προς την εν λόγω εργοδότρια εταιρεία όταν αυτοί, αν και κλήθηκαν, δεν έδωσαν πληροφορίες στις νομίμους εκπροσώπους της αναιρεσείουσας εταιρείας Ε.
και Β. - Λ. Α. για το νέο λογαριασμό στον οποίο μεταφέρθηκε το ιδιαίτερα μεγάλο ποσό των 2.499.103,70 ευρώ και για τα αποθέματα της αποθήκης, ούτε εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αν υπήρξαν μετά το θάνατο του Ι. Α. και μέχρι την ανάληψη της διαχείρισης της αναιρεσείουσας από τις θυγατέρες του υποδείξεις προς τους αναιρεσίβλητους από τη Θ.
Α. για την πλημμελή τήρηση του ταμείου και των λογιστικών βιβλίων της εταιρείας, των εγγραφών καταστροφής ή μη των εμπορευμάτων της αποθήκης, για την μη ορθή απογραφή των εμπορευμάτων και την καταχώριση δαπανών άνευ τιμολογίων, την παρακολούθηση των διαθεσίμων της εταιρείας σε άτυπες καταστάσεις της πρώτης αναιρεσίβλητης, αν η ανωτέρω πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων των αναιρεσιβλήτων συνεχίσθηκε και μέχρι πότε, διότι στην περίπτωση αυτή η άρνηση των αναιρεσιβλήτων να παράσχουν πληροφορίες στους νέους διαχειριστές για τις εν λόγω αποδείξεις συνιστά παράβαση των εργασιακών τους καθηκόντων και παράβαση της υποχρέωσης πίστης προς την εργοδότριά τους, η οποία προκαλεί κλονισμό της εμπιστοσύνης και δικαιολογεί την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων.
Εξάλλου, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι η πραγματική αιτία της καταγγελίας των συμβάσεων των αναιρεσιβλήτων ήταν η άρνησή τους να συνεργασθούν με τις νέες διαχειρίστριες για τα ανωτέρω θέματα, δεν διαλαμβάνει ότι η άσκηση του δικαιώματος της εργοδότριας εταιρείας υπερβαίνει "προφανώς" τα όρια που επιβάλλουν τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και ότι εξ αυτού του λόγου οι καταγγελίες είναι άκυρες και, τέλος, δεν περιέχει καν διάταξη στο διατακτικό της με την οποία να αναγνωρίζει την ακυρότητα της καταγγελίας, παρότι εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή.
Παρά ταύτα, η υπ' αριθμ. 682/2019 απόφαση, που επιλήφθηκε της υπόθεσης μετά την διαταχθείσα επανάληψη της συζήτησης, θεωρώντας ότι κρίθηκε τελεσίδικα η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων με την προγενέστερη απόφαση, ασχολείται μόνο με τους δικαιούμενους μισθούς υπερημερίας και τη βασιμότητα της ένστασης εκ του άρθρου 656 εδ.
β ΑΚ τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της. Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδονται στις προσβαλλόμενες αποφάσεις οι πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης των άρθρων 281, 288 και 648 ΑΚ, είναι βάσιμοι.
6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθούν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η έρευνα των υπολοίπων λόγων της αίτησης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τις υπ' αριθμ, 2331/2017 και 682/2019 αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους να πληρώσουν στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ