Supreme Court remands case for retrial due to lack of reasoning regarding tax refund claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Third Instance Court's decision, finding a procedural defect in the lower court's reasoning. The appellant argued that the Third Instance Court failed to provide any justification for rejecting his specific claim for the return of taxes paid to the defendants. Consequently, the Court ruled that the lower court's decision was incomplete regarding this specific issue.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must remand a case for retrial when a lower court fails to provide reasoning for rejecting a specific claim, rendering the decision incomplete and unreviewable on the merits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 230 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 230/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο-εισηγητή, Ζαμπέτα Στράτα, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος Κ. Π. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Στυλιανό Σταματόπουλο και Δημήτριο Κουκουράκη.
Των αναιρεσιβλήτων: α) Π. Π. Λ., β) Ε. συζ. Π. Λ., το γένος Π. Μ., κατοίκων ..., γ) Χ. Π. Μ., κατοίκου ... και δ) Α. Π. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παναγιώτα Χαλκίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2015 αγωγή του αναιρεσείοντος στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 460/2017 του παραπάνω Δικαστηρίου και 5235/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 1-12-2018 αίτησή του. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίστηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.
Κατά την εκδίκαση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ζήτησαν του αναιρεσείοντος την παραδοχή και των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική τους δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 5235/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της 460/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, αφού εξαφανίστηκε η απόφαση αυτή, απερρίφθη αγωγή λογοδοσίας κλπ του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων, η οποία, ως προς το κύριο αίτημα λογοδοσίας, είχε γίνει δεκτή με την πρωτοβάθμια απόφαση, λόγω ερημοδικίας των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
1. Κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του το άρθρο 44 παρ. 2 του νόμου 3994/2011, "αν ασκηθεί έφεση από τον διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε.
Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, αν ασκηθεί έφεση από εναγόμενο που δικάστηκε ερήμην, με συνέπεια να θεωρηθούν ομολογημένοι, κατά το άρθρο 271 παρ. 3 ΚΠολΔ, οι αγωγικοί πραγματικοί ισχυρισμοί και να γίνει δεκτή η αγωγή, η εκκαλούμενη απόφαση, με μόνη την, κατ' άρθρο 532 ΚΠολΔ, τυπικά παραδεκτή άσκηση της έφεσης, εξαφανίζεται, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους τυχόν πρόσθετους αυτής λόγους, προκειμένου να ανατραπεί το σε βάρος του εναγομένου τεκμήριο ομολογίας.
Επομένως, αν στην έφεση περιέχεται άρνηση της αγωγής, η απόφαση εξαφανίζεται στο σύνολό της, χωρίς να απαιτείται να γίνει προηγουμένως δεκτός κάποιος λόγος έφεσης και η υπόθεση συζητείται εκ νέου στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στο οποίο ο εκκαλών - εναγόμενος μπορεί να προβάλει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που θα μπορούσε να είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αν είχε παραστεί (ΑΠ 579/2018, ΑΠ 11/2016).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αυτοί, δηλαδή, οι οποίοι, με την προϋπόθεση, ότι έχουν προταθεί νόμιμα, θεμελιώνουν ιστορικά το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος. "Πράγματα", επίσης, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, εφόσον περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, τα οποία αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 29/2012, ΑΠ 2024/2009, ΑΠ 1640/2009).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως εκείνη της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου κλπ (ΑΠ 178/2013).
Συνεπώς, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος, όταν το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, που προσεβλήθη ενώπιόν του, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της έφεσης.
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από την παραδεκτή επισκόπησή της (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, εξαφανίσθηκε η παραπάνω πρωτοβάθμια απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή, λόγω ερημοδικίας των αναιρεσιβλήτων, η κατ' αυτών από 2-12-2015 αγωγή λογοδοσίας του αναιρεσείοντος, καθόσον οι αναιρεσίβλητοι με την οικεία από 17-7-2017 έφεσή τους, όπως από την επισκόπηση και αυτής προκύπτει, αρνήθηκαν την παραπάνω αγωγή και, ειδικότερα, τη σύμβαση εντολής, που, με την αγωγή αυτή, προβλήθηκε ως γενεσιουργός αιτία της επίμαχης λογοδοσίας, διαλαμβάνοντας, ειδικότερα, στο δικόγραφο της έφεσής τους αυτής, ότι: 1) "...από τα παραπάνω εκτιθέμενα, που λόγω της ερημοδικίας μας δεν έχουν ληφθεί καθόλου υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, προδήλως συνάγεται ότι ουδεμία σύμβαση εντολής είσπραξης και απόδοσης μισθωμάτων προς τον ίδιο συνήψαμε με τον εφεσίβλητο ως εικονικοί συνιδιοκτήτες και ότι συνεπώς ουδεμία υποχρέωση για λογοδοσία κατ' άρθ. 303 ΑΚ υφίσταται από εμάς προς αυτόν...", 2) "...τα αντίθετα κρίνοντας η εκκαλουμένη, δεχόμενη την ύπαρξη σύμβασης εντολής μας από τον εφεσίβλητο, προκειμένου να εισπράττουμε τα μισθώματα των αναφερόμενων στην αγωγή ακινήτων αποκλειστικά για λογαριασμό του και να του τα αποδίδουμε ως δήθεν εικονικοί συνιδιοκτήτες τους τάχα, έσφαλε και για το λόγο τούτο θα πρέπει να εξαφανιστεί...", 3) "...1ος λόγος - πλήρης άρνηση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής.
Στα πλαίσια του πρώτου μέρους της παρούσας εφέσεως, ειδικότερα κατά την παράγραφο υπό στοιχεία III, όπου αρνούμαστε και αποκρούομε την ιστορική βάση της αγωγής του εφεσίβλητου σε βάρος μας...", 4) "...επειδή ρητά και κατηγορηματικά, στα πλαίσια προβολής του πρώτου λόγου της παρούσας έφεσης, επαναλαμβάνουμε ότι αποκρούουμε τον ψευδή ισχυρισμό περί δήθεν εικονικής μας συμμετοχής στην οικογενειακή εταιρεία "Κ.
Π. Μ. και Σια ΟΕ"...όπως επίσης αρνούμαστε και αποκρούουμε την ύπαρξη οιασδήποτε δήθεν εντολής ή ανάκλησής της για είσπραξη πολιτικών καρπών και μισθωμάτων (ως δήθεν εντολοδόχων και εικονικών εταίρων του εφεσιβλήτου), τα οποία μισθώματα υποτίθεται ότι στη συνέχεια θα έπρεπε να τα αποδίδουμε στον ίδιο..." και 5) "...επειδή η αλήθεια είναι ότι ουδέποτε παρείχαμε στον εφεσίβλητο κανενός είδους λογοδοσία ατελή ή μη, ποτέ δεν τέθηκε τέτοιο ζήτημα και κυρίως διότι δεν είχαμε καμία υποχρέωση προς τούτο...".
Ειδικότερα, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι: "εφόσον λοιπόν ασκήθηκε (η έφεση) από διαδίκους (τους αναιρεσιβλήτους), οι οποίοι, κατά τα προεκτεθέντα, δικάσθηκαν ερήμην, πρέπει η εκκαλουμένη απόφαση, κατά παραδοχή της τυπικώς δεκτής εφέσεως, με την οποία οι εναγόμενοι, ήδη εκκαλούντες, παραπονούνται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, επιδιώκοντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την απόρριψη της εναντίον τους αγωγής, να εξαφανισθεί μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση, ήτοι στο σύνολό της, αφού πλήττεται ως προς την εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων...".
Αφού, συνεπώς, οι αναιρεσίβλητοι αρνήθηκαν ρητά με το προεκτεθέν περιεχόμενο της παραπάνω έφεσής τους, που ασκήθηκε παραδεκτά, την ανωτέρω ιστορική βάση της προαναφερθείσας εναντίον αυτών αγωγής του αναιρεσείοντος, ζητώντας την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης και την απόρριψη της αγωγής αυτής, ορθά, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, το Εφετείο εξαφάνισε, άνευ ετέρου, στο σύνολό της την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε κάνει δεκτή, λόγω ερημοδικίας των αναιρεσιβλήτων, την παραπάνω αγωγή.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 και 9 ΚΠολΔ, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες, ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, ήτοι ότι εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση στο σύνολό της "για εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων", χωρίς αντίστοιχους λόγους έφεσης και χωρίς σχετικό αίτημα.
2. Περαιτέρω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο, με την απόφασή του αυτή, εξαφάνισε, σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρονται στον πρώτο λόγο αναίρεσης, την πρωτοβάθμια, ερήμην των εκκαλούντων (ήδη αναιρεσιβλήτων), απόφαση, από μόνο το γεγονός της άρνησης, κατά τα ανωτέρω, από τους αναιρεσίβλητους της ιστορικής βάσης της κατ' αυτών αγωγής, χωρίς, δηλαδή, να ερευνήσει προηγουμένως τους λόγους της έφεσής τους.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 και 8 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι έκανε δεκτό τον πρώτο λόγο έφεσης, ενώ αυτός "ήταν προφανές ότι τύγχανε μη νόμιμος και έπασχε από ποιοτική αοριστία". Είναι δε αβάσιμος ο λόγος αυτός, πρωτίστως, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι στο ότι το Εφετείο απεφάνθη, κάνοντάς τον δεκτό, για τον πρώτο λόγο έφεσης, ενώ τούτο δεν συνέβη, αφού, κατά τα ανωτέρω, το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση χωρίς προηγούμενη έρευνα των λόγων έφεσης και στη συνέχεια, προχώρησε στην εξέταση της ένδικης αγωγής, την οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, επειδή δεν αποδείχθηκε η κύρια ιστορική της βάσης.
3. Απορριπτέος, για τον ίδιο παραπάνω λόγο, είναι και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1, 8 και 9 ΚΠολΔ, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή δεν απέρριψε: α) το δεύτερο λόγο έφεσης, λόγω "ποιοτικής - νομικής αοριστίας" της ένστασης παραγραφής της αξίωσης λογοδοσίας, που προβλήθηκε με αυτόν και β) τον τρίτο λόγο έφεσης, αν και η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος παροχής λογοδοσίας, που προβλήθηκε με αυτόν, ήταν μη νόμιμη και αόριστη.
4. Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση για την αλήθεια ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, αλλά και μόνον εκείνα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρώτη των οποίων εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, της ενεργείας, δηλαδή, του δικαστηρίου με πρωτοβουλία των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση ενός εγγράφου, όταν είναι ειδική και προκύπτει από αυτή η ταυτότητα του εγγράφου. Η επίκληση αυτή μπορεί να γίνει, είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση, είτε με αναφορά, με τις προτάσεις αυτές, σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.
Για να ιδρυθεί ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, θα πρέπει ο ισχυρισμός, τον οποίο το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι έχει αποδειχθεί βάσει αποδεικτικών μέσων που δεν είχαν προσκομισθεί νόμιμα, να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 335 ΚΠολΔ, αφού μόνο ένας τέτοιος ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο απέρριψε με την απόφασή του αυτή την παραπάνω αγωγή λογοδοσίας, επειδή έκρινε ότι δεν αποδείχτηκε η μεταξύ του αναιρεσείοντος και των αναιρεσιβλήτων σύμβαση εντολής διαχείρισης των αναφερόμενων μισθωμάτων, στην οποία σύμβαση ο αναιρεσείων στήριξε την αξίωσή του για παροχή της λογοδοσίας. Σύμφωνα με αυτά, ο έβδομος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 11β ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δέχτηκε ότι "λάμβαναν χώρα κανονικά διανομές των μισθωμάτων", βάσει των αναφερόμενων εγγράφων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία, όμως, αυτοί δεν προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, πρωτίστως, διότι ο παραπάνω ισχυρισμός, τον οποίο φέρεται ότι δέχτηκε ως αποδεδειγμένο το Εφετείο, δεν ασκεί ουσιώδη, με την έννοια που προεκτέθηκε, επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον το Εφετείο απέρριψε, κατά τα ανωτέρω, την αγωγή, όχι βάσει του ισχυρισμού αυτού, αλλά επειδή έκρινε, ότι δεν αποδείχτηκε η σύμβαση εντολής, που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων ως γενεσιουργό αιτία της αξίωσής του για παροχή της επίμαχης λογοδοσίας.
5. Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016, ΑΠ 509/2013).
Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της (ΟλΑΠ 20/2005), ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 112/2016).
Εν προκειμένω, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, απερρίφθη ως αβάσιμη με την προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω αγωγή λογοδοσίας του αναιρεσείοντος, διότι το Εφετείο, που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, δέχτηκε, ανελέγκτως, ότι δεν αποδείχθηκε η έννομη σχέση της εντολής μεταξύ αναιρεσείοντος και αναιρεσιβλήτων, την οποία ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί με την αγωγή του ως γενεσιουργό αιτία της λογοδοσίας που αξίωσε από τους αναιρεσιβλήτους.
Ειδικότερα, δέχτηκε το Εφετείο ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, αποδείχτηκε, πλην άλλων και ότι "o ενάγων και ήδη εφεσίβλητος Κ. Μ. και οι πρώτος, τρίτος και τέταρτος των εναγομένων, Π. Λ., Χ. Μ. και Α. Μ. (γαμπρός και αδέλφια του ενάγοντος) είχαν αναπτύξει κοινή επιχειρηματική δραστηριότητα από το έτος 1979, ασχολούμενοι με την κατασκευή πολυώροφων οικοδομών, τις οποίες ανήγειραν με το σύστημα της αντιπαροχής, είτε σε δικά τους οικόπεδα είτε σε οικόπεδα τρίτων.
Μάλιστα, ο ενάγων με τους αδελφούς του, τρίτο και τέταρτο των εναγομένων, καθώς και την αδελφή τους, Ε. συζ. Π. Λ. (δεύτερη εναγόμενη), είχαν συστήσει ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Κ. Π. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ, με σκοπό την κατασκευή πολυώροφων οικοδομών και συμμετοχή του κάθε εταίρου στα κέρδη και τις ζημίες κατά ποσοστό 25%.
Διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας ορίστηκε, από την έναρξή της, ο ενάγων, ενώ οι υπόλοιποι συμμετείχαν ως ομόρρυθμα μέλη με ποσοστό 25% ο καθένας τους. Από την έναρξη της ως άνω εταιρείας, όλα τα αδέλφια ασχολήθηκαν αποκλειστικά με τη λειτουργία της ανωτέρω οικογενειακής επιχείρησης, όπως έκανε και ο πρώτος εναγόμενος και σύζυγος της δεύτερης εναγόμενης, Π.
Λ.. Μάλιστα, για την εξυπηρέτηση της εύρυθμης λειτουργίας της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, αυτοί είχαν κατανείμει μεταξύ τους τις αρμοδιότητες. Έτσι, ο ενάγων είχε την αρμοδιότητα να διευθύνει και να εκπροσωπεί την εταιρεία στις συναλλαγές της, να διαχειρίζεται κάθε οικονομική της δραστηριότητα και να υπογράφει κάτω από την εταιρική επωνυμία κάθε έγγραφο που αφορούσε την ως άνω εταιρεία.
Για το λόγο αυτό, οι υπόλοιποι εταίροι (αδέλφια του) του είχαν χορηγήσει σχετική πληρεξουσιότητα, προκειμένου να συμβάλλεται αντ' αυτών και για λογαριασμό τους, ως πωλητής ή εκμισθωτής των ακινήτων της εταιρείας. Οι δε Π. Λ., Χ. και Α. Μ. είχαν αναλάβει, κυρίως, τις εξωτερικές εργασίες, όπως την ανεύρεση και επίβλεψη των συνεργείων καθώς και την πληρωμή τους, ενώ η δεύτερη εναγόμενη είχε αναλάβει την αρμοδιότητα της είσπραξης των μισθωμάτων των εκμισθωμένων ακινήτων της εταιρείας και της κατάθεσής τους, κατά το ποσοστό που αναλογούσε στον καθένα, στους τραπεζικούς λογαριασμούς των εταίρων.
Τα έσοδα από τις πωλήσεις των ακινήτων της εταιρείας εισέπραττε ο ενάγων, καταθέτοντας το ποσό αρχικά σε δικό του τραπεζικό λογαριασμό, ενώ στη συνέχεια το διένειμε σε κάθε εταίρο, κατά το ποσοστό συμμετοχής του στα κέρδη της εταιρείας. Τα έσοδα από τα μισθώματα της εταιρείας εισέπραττε η δεύτερη εναγόμενη με την κατάθεση αυτών σε κοινό λογαριασμό που αυτή διατηρούσε και ακολούθως τα διένειμε, κατά το αναλογούν στον καθένα ποσοστό (1/4) στους τέσσερις εταίρους, καταθέτοντάς τα στους τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούσε ο καθένας από αυτούς.
Και ενώ οι σχέσεις των αδελφών υπήρξαν ιδιαιτέρως αρμονικές, από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2008, αυτές διερράγησαν με αιτία την αποχώρηση των εναγομένων από την εταιρεία, λόγω συνταξιοδότησής τους. Ειδικότερα δε, οι τελευταίοι για τον ως άνω λόγο ζήτησαν τη διανομή της ακίνητης και κινητής περιουσίας, των τραπεζικών λογαριασμών και των μετοχών της επιχείρησης.
Προκειμένου δε να διευθετηθούν τα ανωτέρω ζητήματα, έπρεπε αυτοί να συμφωνήσουν στη διανομή της κοινής τους ακίνητης περιουσίας, ώστε καθένας από αυτούς που του ανήκε το 1/4 εξ αδιαιρέτου σε κάθε ακίνητο, να αποκτήσει κατά πλήρη κυριότητα κάποιες οριζόντιες ιδιοκτησίες, καθώς και στη μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων των εναγομένων στον ενάγοντα, ο οποίος θα συνέχιζε τη λειτουργία της επιχείρησης.
Έτσι, ενώ αρχικά συμφώνησαν να διανείμουν μεταξύ τους την κοινή ακίνητη περιουσία και για το σκοπό αυτό καταρτίσθηκαν τα ... και .../29-10-2008 συμβόλαια διανομής και ανταλλαγής ποσοστών της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευσταθίας Μπολτσή, δυνάμει των οποίων κάθε συμβαλλόμενος παρέλαβε στη νομή του τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που περιήλθαν σ' αυτόν κατά πλήρη κυριότητα με την ανταλλαγή και άρχισε έκτοτε να τις νέμεται με διάνοια κυρίου, χωρίς να διατυπωθεί εκ μέρους κάποιου από αυτούς προς τον άλλο οποιαδήποτε διαμαρτυρία, στη συνέχεια δημιουργήθηκαν προστριβές και διαρκείς δικαστικές διενέξεις.
Ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 2-5-2011 αγωγή του σε βάρος των αδελφών του και των αποκτώντων από αυτούς, ισχυριζόμενος ότι το .../2008 συμβόλαιο, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και των πρώτου, τρίτου και τέταρτου των εναγομένων, με το οποίο οι τελευταίοι αποκτούσαν κατά πλήρη κυριότητα τις περιγραφόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες, ήταν άκυρο, διότι δεν έφερε τη δική του υπογραφή και για το λόγο αυτό ζητούσε να αναγνωριστεί ότι ούτε οι ανωτέρω εναγόμενοι ούτε οι τρίτοι, που τις απέκτησαν από αυτούς, κατέστησαν κύριοι των εν λόγω ιδιοκτησιών.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 5895/2013 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που την απέρριψε λόγω καταχρηστικότητας. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε την από 28-1-2014 έφεσή του ο ενάγων και με την 1473/2015 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αυτή απορρίφθηκε και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση. Ήδη, η ως άνω 11473/2015 απόφαση κατέστη αμετάκλητη με την 8/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κατήργησε τη δίκη, λόγω παραιτήσεως του ενάγοντος.
Σημειωτέον δε, ότι με την ως άνω απόφαση κρίθηκαν αμετάκλητα ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι οψίμως σε κείνη τη δίκη προταθέντες ισχυρισμοί του ενάγοντος περί εικονικής συμμετοχής των εναγομένων στην εταιρεία και περί αποκλειστικής κυριότητας του ενάγοντος επί όλων των ακινήτων της εταιρείας. Περαιτέρω, δικαστική διένεξη δημιουργήθηκε και όσον αφορά το ζήτημα της μεταβίβασης των εταιρικών μεριδίων των εναγομένων στον ενάγοντα, καθόσον στο καταρτισθέν μεταξύ τους από 31-10-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης της εταιρείας οι εναγόμενοι εμφανίζονται να αποχωρούν από την εταιρεία, μεταβιβάζοντας τα εταιρικά τους μερίδια στον ενάγοντα, αντί ποσού 36,68 ευρώ ο καθένας.
Οι εναγόμενοι αμφισβήτησαν το κύρος του ανωτέρω συμφωνητικού και υπέβαλαν σε βάρος του ενάγοντος την από 1-9-2010 μήνυση για πλαστογραφία με χρήση του ως άνω συμφωνητικού, η οποία τέθηκε στο αρχείο με την 12/2012 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών, καθώς και την από 20-7-2016 αγωγή τους περί επιδίκασης του ανταλλάγματος για τη μεταβίβαση των εταιρικών τους μεριδίων.
Μεταξύ δε των πολλών δικών, που ανοίχθηκαν στα πλαίσια των διαταραγμένων σχέσεων των αδελφών, είναι κι εκείνες με την κατάθεση εκ μέρους του ενάγοντος πανομοιότυπων αγωγών κατά της δεύτερης εναγομένης αδελφής του, καθώς και κατά του τρίτου εναγόμενου αδελφού του, Χ., αλλά και κατά των ανιψιών του, Δ. Λ. (θυγατέρας των πρώτου και δεύτερης των εναγομένων) και Ν.
και Α. Μ. (θυγατέρων του τέταρτου των εναγομένων). Με τις ανωτέρω αγωγές ο ενάγων, επικαλούμενος τη χορήγηση προς αυτούς δανείων, ζητούσε την έντοκη επιδίκασή τους. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι με την 4891/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που έκρινε επί ασκηθείσας εκ μέρους του ενάγοντος εφέσεως κατά της 2112/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σχετικά με την από 19-4-2010 αγωγή του σε βάρος της δεύτερης εναγομένης, απορρίφθηκαν οι ισχυρισμοί του ενάγοντος περί χορήγησης δανείου σ' αυτήν και περί εικονικής συμμετοχής των αδελφών του στην εταιρεία, ενώ έγινε δεκτή τελεσίδικα η πραγματική συμμετοχή τους στην εταιρεία και η διανομή των κερδών αυτής μεταξύ τους και συνακόλουθα ο ισχυρισμός της δεύτερης εναγόμενης ότι έλαβε το σχετικό ποσό από τον ενάγοντα, όχι ως δάνειο, αλλά λόγω της συμμετοχής της στα κέρδη της εταιρείας σε ποσοστό 25%.
Με την κρινόμενη αγωγή ο ενάγων ισχυρίζεται και πάλι ότι οι εναγόμενοι συμμετείχαν εικονικά στην εταιρεία του και φέρονται ως συγκύριοι των περιγραφομένων ακινήτων, των οποίων αποκλειστικός κύριος είναι μόνον ο ίδιος, για φορολογικούς λόγους. Ότι, στην πραγματικότητα, οι εναγόμενοι δεν ήταν συνεταίροι του αλλά υπάλληλοι στην εταιρεία του, που τους κατέβαλε μισθό κι ότι αυτοί, κατ' εντολή του, εισέπρατταν από το έτος 1988 τα μισθώματα των εκμισθωμένων ακινήτων του, με τη συμφωνία να του αποδίδουν -κατόπιν αφαίρεσης του μισθού τους- τα υπόλοιπα ποσά ανά εξάμηνο.
Ότι αυτοί, κατά το έτος 2008, που λύθηκε η σύμβαση εντολής, του είχαν αποδώσει μόνο ένα μικρό μέρος των εισπραχθέντων μισθωμάτων κι όταν αυτός τους ζήτησε λογοδοσία, οι τελευταίοι του παρέδωσαν έναν ασαφή κατάλογο. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί του ενάγοντος, που αποτελούν την ιστορική βάση της αγωγής του, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν.
Και τούτο διότι, πέραν πάσης αμφιβολίας, αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι είχαν πραγματική συμμετοχή στην ως άνω οικογενειακή επιχείρηση και ήταν πραγματικοί συγκύριοι των ακινήτων της εταιρείας, σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Για το λόγο αυτό, συμμετείχαν σε ποσοστό 25% ο καθένας στα κέρδη της οικογενειακής επιχείρησης.
Η διανομή των κερδών της εταιρείας και μάλιστα ισομερώς στον κάθε συνεταίρο, προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από τους εκκαλούντες εντάλματα πληρωμής και γραμμάτια είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, που αφορούν τα έτη 1992-2008, καθώς κι από τα αντίγραφα βιβλιαρίων των διαδίκων της ίδιας ως άνω Τράπεζας.
Σύμφωνα με τα έγγραφα αυτά, η δεύτερη εναγομένη, η οποία, όπως προεκτέθηκε, ασχολούταν με την είσπραξη των μισθωμάτων των εκμισθωμένων ακινήτων της εταιρείας, έκανε ανάληψη δύο φορές κατ' έτος ορισμένου χρηματικού ποσού από κοινό λογαριασμό που διατηρούσε με τους λοιπούς εταίρους ή τις συζύγους τους και το διένειμε ισομερώς, ήτοι κατά το 1/4, καταθέτοντας το ποσό που αναλογούσε στον καθένα στους τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούσαν στην ΕΤΕ οι λοιποί συνεταίροι (αδέλφια).
Έτσι, την ίδια ημέρα και ώρα που κάνει ανάληψη κάποιου ποσού, εμφανίζεται να καταθέτει το 1/4 αυτού και στον ... λογαριασμό, που διατηρούσε στην ΕΤΕ ο ενάγων με συνδικαιούχο τη σύζυγό του Α.. Από τα έγγραφα αυτά αποδεικνύεται, τόσο η πραγματική συμμετοχή των εναγομένων στην εταιρεία, αφού αυτοί συμμετείχαν στα κέρδη της εταιρείας ισομερώς όλα αυτά τα έτη, όσο κι ότι αυτοί απέδιδαν στον ενάγοντα το ποσοστό του επί των κερδών, μεταξύ των οποίων κι εκείνων από την είσπραξη των μισθωμάτων των ακινήτων, ώστε να καταρρίπτεται και ο επικουρικώς προβαλλόμενος από αυτόν ισχυρισμός περί εντολής του να εισπράττουν τα μισθώματα που αναλογούσαν στο ποσοστό συγκυριότητάς του επί των ακινήτων.
Πέραν τούτου, η ιδιότητα των εναγομένων ως συνεταίρων και συνακόλουθα ως συγκυρίων των ακινήτων και όχι ως απλών υπαλλήλων της εταιρείας προκύπτει και από τη συμμετοχή τους σε επένδυση σε αμοιβαία κεφάλαια. Ειδικότερα δε ο ενάγων και οι πρώτος, τρίτος και τέταρτος των εναγομένων εμφανίζονται ως συνδικαιούχοι σε επένδυση σε αμοιβαία κεφάλαια της εταιρείας …, που έγινε στις 8-1-1998, ποσού 2,5 δις.
δρχ. Εάν αυτοί είχαν την πραγματική ιδιότητα των υπαλλήλων της εταιρείας και συμμετείχαν σε αυτήν εικονικά ως συνεταίροι, δε μπορεί να δικαιολογηθεί το γεγονός της συμμετοχής τους στην ανωτέρω σημαντική επένδυση. Ουδόλως δε αποδείχθηκε η επικαλούμενη από τον ενάγοντα σύμβαση εντολής βάσει της οποίας οι εναγόμενοι θα εισέπρατταν τα μισθώματα των ακινήτων, είτε ως υπάλληλοι της εταιρείας, είτε, όπως προβλήθηκε επικουρικά, ως συγκύριοί των που εισέπρατταν και τα μισθώματα που αναλογούσαν στον ενάγοντα (συγκύριο).
Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι συμμετείχαν ισομερώς στα κέρδη της εταιρείας, μεταξύ των οποίων και σ' εκείνα από την είσπραξη των μισθωμάτων των εκμισθωμένων ακινήτων της εταιρείας, τα οποία και διένειμαν κατ' έτος. Άλλωστε, δεν αντέχει στην κοινή λογική η παραδοχή πως, παρότι οι εναγόμενοι ήταν απλώς υπάλληλοι της εταιρείας και εισέπρατταν από το έτος 1988 μισθώματα των ακινήτων, που ανήκαν αποκλειστικά στον ενάγοντα, τα οποία (μισθώματα) δεν του απέδιδαν (παρά μόνον ελάχιστο μέρος τους), ο ενάγων δεν αντέδρασε με οποιοδήποτε τρόπο όλα αυτά τα έτη, αλλά συνέχισε να τους αφήνει να διαχειρίζονται την περιουσία του, να εισπράττουν και να κατακρατούν και άλλα υπέρογκα χρηματικά ποσά.
Κι ενώ, κατά τους ισχυρισμούς του, τον Οκτώβριο του έτους 2008 ανακάλεσε τη δοθείσα προς αυτούς εντολή του και διαπίστωσε ότι οι εντολοδόχοι του είχαν αποδώσει σ' αυτόν μόλις το ποσό των 803.462,95 ευρώ από τα εισπραχθέντα μισθώματα, τα οποία, κατά τους υπολογισμούς του, ανέρχονταν στο ποσό των 8.316.475 ευρώ, αυτός αποδέχθηκε περί τα τέλη του ιδίου ως άνω μήνα να διανείμουν μεταξύ τους τις κοινές οριζόντιες ιδιοκτησίες, καταρτίζοντας τα ...
και .../29-10-2008 συμβόλαια διανομής και ανταλλαγής ποσοστών...Κατόπιν όλων των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να παράσχουν λογοδοσία στον ενάγοντα, ως εντολοδόχοι του". Σύμφωνα με αυτά, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο όγδοος, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, για εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 303 ΑΚ, λόγω έλλειψης αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά "με τα ακόλουθα σημεία της αγωγής:
α) ότι τα συμβόλαια αγοράς οικοπέδων, εργολαβικά επί αντιπαροχή και πράξεις σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας ήταν εικονικά καθ' ο μέτρο μνημόνευαν τους αναιρεσιβλήτους ως αγοραστές, εργολάβους ή κυρίους, β) ότι αληθής κύριος των περιουσιακών στοιχείων αυτών ήταν ο αναιρεσείων και ότι η χρηματοδότηση των εν λόγω συναλλαγών έλαβε χώρα με δικά του χρήματα αποκλειστικά, γ) ότι οι αναιρεσίβλητοι διαχειριζόταν κατά την περίοδο 1988-2008 τα ακίνητα αυτά που ήταν τύποις τμήμα της ατομικής των περιουσίας, αληθώς δε της ατομικής περιουσίας του αναιρεσείοντος".
Είναι δε αβάσιμος ο λόγος αυτός, διότι τα ανωτέρω θέματα, ως προς τα οποία προβάλλεται η έλλειψη αιτιολογίας, δεν συνιστούν "ζητήματα" με την έννοια του όρου, όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, αλλά όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αποτελούν επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, για την ενίσχυση των αγωγικών ισχυρισμών του, ως προς την ύπαρξη σχέσης εντολής μεταξύ του ιδίου και των αντιδίκων του, και την εικονική συμμετοχή των τελευταίων στις εταιρικές δραστηριότητες για τα οποία, λόγω της φύσης τους αυτής, δεν απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Ο ίδιος λόγος, ως προς την ανωτέρω υπό στοιχείο (γ) αιτίαση είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, διότι πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο του πραγματικού γεγονότος, ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν ήταν διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων του αναιρεσείοντος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
6. Απορριπτέος, ως αβάσιμος, για την ίδια παραπάνω αιτία, είναι ο ανωτέρω λόγος και κατά το δεύτερο μέρος του, για εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 138 ΑΚ, λόγω έλλειψης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για εικονικότητα των αναφερόμενων συμβολαίων αγοράς οικοπέδων στο όνομα των αναιρεσιβλήτων, καθόσον όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, και ο ισχυρισμός αυτός συνιστά επιχείρημα του αναιρεσείοντος για την ενίσχυση του αγωγικού ισχυρισμού του, ως προς την ύπαρξη σχέσης εντολής μεταξύ του ιδίου και των αντιδίκων του, για το οποίο επιχείρημα, λόγω της φύσης του αυτής, δεν απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
7. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει ή το δικαστήριο που την εξέδωσε δεν δέχτηκε την ύπαρξη δεδικασμένου (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 4/2007).
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, συνήγαγε την κρίση του ότι η συμμετοχή των αναιρεσιβλήτων στην προαναφερθείσα ομόρρυθμη εταιρεία, που είχαν συστήσει με τον αναιρεσείοντα αδελφό τους, δεν ήταν εικονική, όπως είχε ισχυρισθεί ο αναιρεσείων, αλλά πραγματική, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει και όχι βάσει δεδικασμένου από τις 1473/2015 και 4891/2017 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκαν μετά από αγωγές του αναιρεσείοντος, η πρώτη εναντίον και των αναιρεσιβλήτων, με αντικείμενο τη μη μεταβίβαση της κυριότητας των ακινήτων που αφορά το .../2008 συμβόλαιο, λόγω ακυρότητας αυτού και η δεύτερη αγωγή εναντίον της δεύτερης αναιρεσίβλητης, για την αναγνώριση και ως εικονικής της συμμετοχής αυτής στην παραπάνω εταιρεία και οι οποίες αποφάσεις διηγηματικά μόνο αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με το προεκτεθέν περιεχόμενο αυτής, για να καταδειχθεί το πλήθος των δικών που δημιούργησε ο αναιρεσείων κατά των αναιρεσιβλήτων.
Σύμφωνα με αυτά, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ένατος, από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη παραδοχή δεδικασμένου, ως προς το ανωτέρω γεγονός της μη εικονικής συμμετοχής των αναιρεσιβλήτων στην παραπάνω εταιρεία, από τις ανωτέρω αποφάσεις, λόγω μη ταυτότητας του αντικειμένου της διαφοράς.
8. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/2009). Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/2008).
Εν προκειμένω, με τον δέκατο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο που εξέδωσε την απόφαση αυτή, κατέληξε στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα για μη ύπαρξη μεταξύ των διαδίκων της ανωτέρω σχέσης εντολής διαχείρισης από τους αναιρεσιβλήτους περιουσιακών στοιχείων του αναιρεσείοντος, χωρίς, όμως, να λάβει υπόψη του τα παρακάτω έγγραφα, καίτοι ο αναιρεσείων τα είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί νόμιμα ενώπιόν του και από τα οποίο προέκυπταν, κατά τον ερευνώμενο λόγο, τα αντίθετα από εκείνα που, σύμφωνα με τα παραπάνω, δέχτηκε το Δικαστήριο αυτό.
Τα εν λόγω έγγραφα είναι: α) η 70732/1968/2014 αγωγή των πρώτου, τρίτου και τετάρτου αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος, β) οι από 17-9-2013 προτάσεις, της από 20-9-2013 προσθήκης - αντίκρουσης και της από 18-10-2013 αξιολόγησης μαρτυρικών καταθέσεων των παραπάνω αναιρεσιβλήτων στη δίκη εξαιτίας της 5223/2011 αγωγής του αναιρεσείοντος στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, γ) οι από 10-12-2014 προτάσεις των παραπάνω αναιρεσιβλήτων στο Εφετείο Αθηνών στη δίκη εξαιτίας της 608/2014 έφεσης του αναιρεσείοντος, δ) της από 20-10-2015 έφεσης των δευτέρας, τρίτου και τετάρτου αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος και της 5186/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ε) οι από 22-10-2015 προτάσεις της δεύτερης αναιρεσίβλητης στη δίκη εξαιτίας της 75324/4873/2010 αγωγής του αναιρεσείοντος κατ' αυτής και επίσης στ) το από 12-5-2014 υπόμνημα του τρίτου αναιρεσιβλήτου στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, ζ) η .../2014 ένορκη βεβαίωση του τρίτου αναιρεσιβλήτου στη συμβολαιογράφο Αθηνών Σοφία Φουρουντζόγλου, που δόθηκε για την υποστήριξη της από 12-3-2014 μήνυσης των πρώτου και τετάρτου αναιρεσιβλήτων κατά και του αναιρεσείοντος και η) οι ένορκες βεβαιώσεις .../2015 και .../2013 των τετάρτου και πρώτου αναιρεσιβλήτων στην Ειρηνοδίκη Αθηνών, για την απόκρουση των αγωγών του αναιρεσείοντος 75324/4873/2010 και 75295/4270/2010, αντίστοιχα.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη του "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επαναπροσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι διάδικοι...χωρίς, ωστόσο, να παραλείπεται κάποιο, κατά την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς", σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασής του αυτής, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω έγγραφα.
9. Τέλος, από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, λογικά, η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης σημαίνει την αδυναμία αναιρετικού ελέγχου της ύπαρξης ακολουθίας στη δικανική κρίση ως προς την εφαρμογή διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, βάσει της διαπιστωμένης εμπειρικής πραγματικότητας, ιδίως λόγω έλλειψης ή ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών, των ουσιαστικών, δηλαδή, παραδοχών, του δικαστηρίου της ουσίας, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια δε της διάταξης αυτής, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας αναιρείται για έλλειψη αιτιολογίας, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 526/2006, ΑΠ 140/2006, ΑΠ 1140/2005).
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο, αφού δέχτηκε, ότι δεν αποδείχτηκε η σύναψη μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εντολής διαχείρισης από τους αναιρεσιβλήτους περιουσιακών στοιχείων του αναιρεσείοντος, απέρριψε ως αβάσιμη με την απόφασή του αυτή την κύρια βάση της αγωγής παροχής λογοδοσίας για το σύνολο των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων, όπως και την πρώτη επικουρική της βάση παροχής λογοδοσίας για το μερίδιο (1/4) του αναιρεσείοντος στα παραπάνω περιουσιακά στοιχεία, ως μη νόμιμη δε τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής για την καταβολή, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, του καταλοίπου της λογοδοσίας, ενώ απέρριψε σιωπηρά και, συνεπώς, χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία, το αίτημα του αναιρεσείοντος, που συνδέεται με την πρώτη παραπάνω επικουρική βάση της αγωγής του, με το οποίο ζητούσε να υποχρεωθούν να του καταβάλουν οι αναιρεσίβλητοι, βάσει των διατάξεων για τη διοίκηση αλλοτρίων, τα ποσά που ισχυρίσθηκε, ότι κατέβαλε για φόρο εισοδήματος και για φόρο μεγάλης ακίνητης περιουσίας αυτών (αναιρεσιβλήτων) και τα οποία ποσά ανέρχονται, σύμφωνα με την αγωγή, σε 622.026,94 ευρώ για το ζεύγος των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, σε 725.490,83 ευρώ για τον τρίτο αναιρεσίβλητο και σε 629.780,61 ευρώ για τον τέταρτο αναιρεσίβλητο, με συνέπεια, εξαιτίας της παντελούς, κατά τα παραπάνω, έλλειψης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την αιτία απόρριψης του ανωτέρω αγωγικού αιτήματος, να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 730, 736, 713, 721 ΑΚ.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο έκτος, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια, ενώ παρέλκει η έρευνα των τρίτου και τετάρτου λόγων αναίρεσης, με τους οποίους προσβάλλεται η απόρριψη του ίδιου παραπάνω κεφαλαίου της αγωγής, ακολούθως δε, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το σχετικό κεφάλαιό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς το κεφάλαιο αυτό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές, αφού χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατέθεσε (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, αφού ηττώνται, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5235/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το παραπάνω μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατέθεσε. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Φεβρουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ