230/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated230/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 24-3-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 230 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 230/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών:1)Θ.-Β. Σ. του Α., 2)Χ. Γ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τoν πληρεξούσιo δικηγόρο Γεώργιο Παπαδημητρίου.
Του αναιρεσίβλητου:Α. Κ. του Ν. κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αναστάσιο Φράγκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-6-2005 αγωγή της δικαιοπαρόχου, Ά. χας Ν. Κ., του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10565/2014 του ιδίου Δικαστηρίου, 673/2015 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 22-11-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 24-3-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε να απορριφθεί καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.
Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του. (Ολ.Α.Π. 16/2006, 7/2002, 8/2001).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.28/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, σχετικά με την ένδικη υπόθεση, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 20-11-1972 απεβίωσε στη Θεσσαλονίκη ο Α. Σ. του Α., που ήταν πατέρας της αρχικώς ενάγουσας , της πρώτης εναγομένης και παππούς της δεύτερης. 0 αποβιώσας, κατά το χρόνο του θανάτου του, είχε στη συγκυριότητά του, μεταξύ άλλων ακινήτων ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου μίας πολυώροφης οικοδομής που έχει χαρακτηρισθεί ήδη διατηρητέα και βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη επί της οδού ... (πρώην ...).
Η οικοδομή κατασκευάστηκε το έτος 1928 επί οικοπέδου εκτάσεως 491 τ.μ., από τα οποία καλύπτονται τα 291 τ.μ. και αποτελείται από : α) ημιυπόγειο όροφο συγκείμενο από δύο καταστήματα, β) ισόγειο όροφο συγκείμενο από δύο καταστήματα με πατάρι και υπόγειο, γ) πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο όροφο υπέρ το ισόγειο, καθένας από τους οποίους αποτελείται από δύο διαμερίσματα, δ) πέμπτο υπέρ το ισόγειο σε εσοχή όροφο, αποτελούμενο από δύο διαμερίσματα και ε) ένα διαμέρισμα στο ακάλυπτο πίσω τμήμα του οικοπέδου.
To υπόλοιπο ποσοστό εξ αδιαιρέτου (1/2) της οικοδομής ανήκε στην Ο. Θ., αδελφή του Α. Σ.. Οι προαναφερόμενοι, αρχικοί συγκύριοι της πολυώροφης οικοδομής δεν προέβησαν στη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, αλλά στις 14-4-1961 καθόρισαν τη χρήση αυτής και υπέγραψαν το με ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο ο Α.
Σ. διαχειριζόταν και εκμεταλλευόταν για δικό του λογαριασμό την αριστερή πτέρυγα της οικοδομής, η οποία περιελάμβανε το κατάστημα του ισογείου με το υπόγειο και τους ορόφους πάνω από αυτό μέχρι της οροφής, με εξαίρεση το διαμέρισμα του τρίτου ορόφου, το οποίο ιδιοκατοικείτο από τη συνιδιοκτήτρια αδελφή του Ο.
Θ., καθώς και το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, το οποίο κείται στη δεξιά πτέρυγα της πολυκατοικίας. Η διάρκεια της συμφωνίας ορίσθηκε για είκοσι χρόνια αρχομένη από 14-4-1961 και παρατεινομένη αυτοδικαίως κατά τη λήξη της για ίσο χρονικό διάστημα, εφόσον δεν ήθελε καταγγελθεί από κάποιο από τα συμβαλλόμενα μέρη.
Πριν το θάνατό του ο Α. Σ. συνέταξε την υπ’ αριθμό .../1968 δημόσια διαθήκη ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χρήστου Αντωνίου, η οποία δημοσιεύθηκε με τα υπ’ αριθμό 58/1973 πρακτικά του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με τη διαθήκη κατέλιπε στη σύζυγό του Δ. Δ. Σ., μεταξύ άλλων ακινήτων, το ιδανικό μερίδιό του (1/2) επί της προαναφερόμενης οικοδομής, με το δικαίωμα της καθ’ ύψος επέκτασης αυτής, η οποία αποδέχθηκε την κληρονομία με την υπ’ αριθμό .../1973 δήλωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σωτηρίου Μάγκου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης (τόμος ...).
Στις 26-8-1985 απεβίωσε η Δ. Δ. Σ., η οποία κατέλιπε την από 15-5-1975 ιδιόγραφη διαθήκη, που δημοσιεύθηκε με τα υπ’ αριθμό 990/1985 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και κηρύχθηκε κυρία με την υπ’ αριθμό 1053/1985 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Με την ανωτέρω διαθήκη η αποβιώσασα μητέρα και γιαγιά των διαδίκων κατέλιπε:
α) στην αρχικώς ενάγουσα θυγατέρα της "ένα διαμέρισμα του τελευταίου ορόφου της εν Θεσσαλονίκη και επί της οδού ... οικοδομής μετά του αναλογούντος ποσοστού οικοπέδου και της καθ’ ύψος επεκτάσεως", β) στη δεύτερη εναγόμενη - εγγονή της, ο 1/2 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας της ως άνω οικοδομής και κατά πλήρη κυριότητα το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη επί της οδού ...
και 3) στην πρώτη εναγόμενη, θυγατέρα της, την ψιλή κυριότητα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και την επικαρπία της ως άνω οικοδομής κατά το ιδανικό της μερίδιο, μετ’ αφαίρεση του ανήκοντος στην αρχικώς ενάγουσα ποσοστού εξ αδιαιρέτου, καθώς και ολόκληρη την υπόλοιπη κινητή και ακίνητη περιουσία της. Η διαθέτιδα Δ.
Δ. χήρα Α. Σ. κατά το χρόνο του θανάτου της είχε στην κυριότητα, νομή και κατοχή της ποσοστό 36% εξ αδιαιρέτου της επίδικης πολυώροφης οικοδομής , καθόσον πριν το θάνατό της, κατά διάφορα χρονικά διαστήματα είχε μεταβιβάσει ποσοστό 14% εξ αδιαιρέτου σε τρίτους. Όπως παραπάνω αναφέρεται, δεν είχε γίνει σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας της οικοδομής από τους αρχικούς συγκυρίους, αλλά ούτε και η διαθέτιδα με την ιδιόγραφη διαθήκη μπορούσε να συστήσει οριζόντια ιδιοκτησία κατ’ άρθρο 1002 ΑΚ, αφού δεν ήταν κυρία του όλου ακινήτου, αλλά μόνο του εναπομείναντος μετά τις μεταβιβάσεις ποσοστού 36% εξ αδιαιρέτου.
Συνεπώς, η διάταξη της διαθήκης με την οποία η κληρονομουμένη κατέλιπε στην αρχικώς ενάγουσα θυγατέρα της το διαμέρισμα του τελευταίου ορόφου είναι άκυρη, με έννομη συνέπεια να αποκτήσει η τελευταία με τη διαθήκη ανάλογο ποσοστό εξ αδιαιρέτου επί της όλης οικοδομής, που αντιστοιχεί στην αξία του διαμερίσματος.
Μετά το θάνατο της διαθέτιδος, οι εναγόμενες προέβησαν στη σύνταξη της υπ’ αριθμό .../1989 αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κυρ. Ελευθεριάδη, με την οποία δήλωσαν ότι το διαμέρισμα του τελευταίου ορόφου, που κατέλιπε η αποβιώσασα μητέρα και γιαγιά τους στην αρχικώς ενάγουσα αντιστοιχεί σε ποσοστό 5% εξ αδιαιρέτου της οικοδομής.
Το υπόλοιπο εξ αδιαιρέτου ποσοστό που απομένει ανέρχεται σε 31% και αυτό περιήλθε στις εναγόμενες με τη διαθήκη και ειδικότερα η κληρονομουμένη στην πρώτη εναγόμενη - θυγατέρα της- κατέλιπε τα 15,50% εξ αδιαιρέτου της οικοδομής κατά πλήρη κυριότητα και τα υπόλοιπα 15,50% κατά επικαρπία στην πρώτη εναγομένη και κατά ψιλή κυριότητα στη δεύτερη εναγομένη -εγγονή της.
Οι εναγόμενες με την προαναφερόμενη αποδοχή κληρονομίας δήλωσαν ότι αποδέχονται την κληρονομία που κατέλιπε η αποβιώσασα μητέρα και γιαγιά τους κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου (15,50%) η κάθε μία, προσδιορίζοντας και αναγνωρίζοντας ότι το υπόλοιπο ποσοστό εξ αδιαιρέτου της οικοδομής (5%) περιήλθε στη συγκληρονόμο -αρχικώς ενάγουσα - αδελφή της πρώτης και θεία της δεύτερης.
To εξ αδιαιρέτου αυτό ποσοστό της κληρονομίας (5%) της αρχικώς ενάγουσας επί της επίδικης οικοδομής, που προσδιόρισαν και αναγνώρισαν οι εναγόμενες με την προαναφερόμενη δήλωση αποδοχής κληρονομίας αποδέχθηκε και η ίδια η ενάγουσα, η οποία με την ένδικη αγωγή της επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση ζητεί να αναγνωρισθεί συγκληρονόμος σε ποσοστό 5% εξ αδιαιρέτου, ενώ μεταγενέστερα από την άσκηση της αγωγής συντάχθηκε η υπ’ αριθμό .../2008 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Σταμάτη Καταπόδη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών των υποθηκοφυλακείων Αθηνών και Θεσσαλονίκης, με βάση την οποία αποδέχθηκε το προαναφερόμενο κληρονομικό μερίδιο και στη συνέχεια ο γιός της Α.
Κ., που υπεισήλθε μετά το θάνατό της στη δικονομική της θέση ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, προέβη στη σύνταξη της υπ’ αριθμό .../2008 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του προαναφερόμενου συμβολαιογράφου,, που μεταγράφηκε νόμιμα, με την οποία αποδέχθηκε και αυτός την επαχθείσα κληρονομία της αποβιωσάσης μητέρας του Ά.
Κ., στην οποία περιλαμβάνονταν μεταξύ των άλλων το ως άνω ιδανικό μερίδιο επί της επίδικης οικοδομής. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι σχέσεις της αρχικώς ενάγουσας με τους αποβιώσαντες γονείς της, όσο ζούσαν και το ευρύτερο συγγενικό της περιβάλλον ήταν διαταραγμένες, λόγω του γάμου που τέλεσε με τον Ν. Κ.
παρά τις αντιρρήσεις τους, με αποτέλεσμα να έχει ενσκήψει σφοδρότατη αντιδικία, εκτός της προκείμενης, για περιουσιακής και οικογενειακής φύσεως θέματα, η δίκη δε αφορούσε την ακύρωση του γάμου των γονέων της κατέληξε στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (βλ. νομίμως επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ’ αριθμό 1810/1986 απόφαση της Ολομελείας και την 1491/1987 απόφαση του Γ’ πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου).
Στα πλαίσια της αντιδικίας η αρχικώς ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης τη με αριθμό κατάθεσης .../1974 αγωγή κατά της μητέρας της Δ. Σ. και της αδελφής της Θ. Σ. (πρώτη εναγομένη) με την οποία ζητούσε για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους τη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας της επί της κληρονομιαίας περιουσίας τoυ αποβιώσαντος το έτος 1972 πατέρα της Α.
Σ.. Μετά το θάνατο της μητέρας της το έτος 1985, η δίκη διακόπηκε και συνεχίσθηκε με τις κληρονόμους εκ διαθήκης της αποβιωσάσης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμό 7982/1998 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με βάση την οποία έγινε μερικά δεκτή η αγωγή. Κατά της απόφασης ασκήθηκαν από όλους τους διαδίκους εφέσεις, οι οποίες συζητήθηκαν ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 16-2-2000 και ενώ ακόμη δεν είχαν εκδοθεί αποφάσεις επί των εφέσεων η αρχικώς ενάγουσα παραιτήθηκε οριστικά και αμετάκλητα από το δικόγραφο της προαναφερόμενης περί κλήρου και συμπλήρωσης της νόμιμης μοίρας, γεγονός που αποδέχθηκαν οι εναγόμενες και συντάχθηκε η με αριθμό .../16-2-2000 πράξη της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρίας Μπαλτά - Λασκαρίδου, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενες και ήδη εκκαλούσες- εφεσίβλητες.
Επίσης παραιτήθηκε οριστικά και αμετάκλητα από το δικαίωμα της ασκήσεως αγωγής συμπληρώσεως νομίμου μοίρας κατά των εναγομένων, αναφορικά με την κληρονομιαία περιουσία της αποβιωσάσης μητέρας της Δ. Σ. και συντάχθηκε για το σκοπό αυτό η υπ’ αριθμό .../16-2-2000 πράξη της προαναφερόμενης συμβολαιογράφου.
Με την τελευταία συμβολαιογραφική πράξη η αρχικώς ενάγουσα παραιτήθηκε οριστικά και αμετάκλητα και από το δικαίωμα να αξιώσει καρπούς (μισθώματα) από την κληρονομία της μητέρας της μέχρι 16-2-2000 και έλαβε το ποσό των 190.000.000 δραχμών από τις συγκληρονόμους της, προκειμένου να επιτευχθεί ο συμβιβασμός και να παύσουν οι μεταξύ τους εκκρεμείς δίκες για τις κληρονομικές διαφορές που ανέκυψαν μετά το θάνατο των γονέων τους, όπως προκύπτει από το νομίμως επικαλούμενο και προσκομιζόμενο με ημερομηνία 16-2-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό.
Από το θάνατο της διαθέτιδος Δ. Σ. οι εναγόμενες κατέχουν με την ιδιότητά τους ως συγκληρονόμων την επίδικη πολυώροφη οικοδομή, αντιποιούμενοι το κληρονομικό δικαίωμα της ενάγουσας, το οποίο ανέρχεται σε 5% εξ αδιαιρέτου, όπως παραπάνω αναφέρεται. Ειδικότερα η πρώτη εναγόμενη, η οποία έχει αποκτήσει την επικαρπία, εκμισθώνει σε τρίτους και εισπράττει τα μισθώματα του ισόγειου καταστήματος, που βρίσκεται στην αριστερή πτέρυγα της οικοδομής από το θάνατο της διαθέτιδος μητέρας της και εφεξής και δεν αποδίδει τους καρπούς , που αντιστοιχούν στο κληρονομικό της μερίδιο (5%), ενώ και οι δύο εναγόμενες γνωρίζουν ότι δεν είναι οι μοναδικές συγκληρονόμοι του ιδανικού μεριδίου (36%) που κατέλιπε με τη διαθήκη η κληρονομουμένη, αλλά ποσοστό 5% από αυτό ανήκει στην ενάγουσα.
Το ανωτέρω κατάστημα, που αποτελείται από ισόγειο όροφο, υπόγειο και πατάρι, είναι μισθωμένο από 16-2-2000 μέχρι 15-6- 2005, δηλαδή επί 64 μήνες, αντί μηνιαίου μισθώματος 5.870,00 ευρώ.
Συνεπώς, η ενάγουσα δικαιούται το ποσό των 18.784,00 ευρώ, που αντιστοιχεί στα μισθώματα του κληρονομικού της μεριδίου (5.870 ευρώ Χ 64 μήνες = 375.680 ήτοι τριακόσια εβδομήντα πέντε εξακόσια ογδόντα Χ5% ). Στο σημείο αυτό πρέπει να ειπωθεί ότι από το περιεχόμενο του από 16-2-2000 ιδιωτικού συμφωνητικού - συμβιβασμού και της υπ’ αριθμό .../16-2-2000 πράξεως της συμβολαιογράφου Μαρίας Μπαλτά - Λασκαρίδου, προκύπτει σαφώς ότι η αρχικώς ενάγουσα παραιτήθηκε από το δικόγραφο συμπλήρωσης της νόμιμης μοίρας και από το δικαίωμα να αξιώσει τους καρπούς (μισθώματα) από την κληρονομία της αποβιωσάσης μητέρας της για χρονικό διάστημα από το θάνατό της μέχρι την ημέρα που επετεύχθη ο συμβιβασμός, δηλαδή μέχρι 16-2-2000 και όχι για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, στο ποσό δε των 190.000.000 δραχμών που έλαβε συμπεριλαμβάνονταν το μερίδιο που αναλογούσε σε αυτήν επί των πολιτικών καρπών του ισόγειου καταστήματος μέχρι την επιτευχθείσα συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς.
Συνεπώς, για το επίδικο χρονικό διάστημα που επακολούθησε από 16-2-2000 μέχρι 15-6-2005 η ενάγουσα ως εκ διαθήκης συγκληρονόμος δικαιούται το προαναφερόμενο ποσό των 18.784,00 ευρώ, που αντιστοιχεί στο κληρονομικό της μερίδιο και η αξίωσή της αυτή δεν είναι καταχρηστική, ούτε προηγήθηκε συμπεριφορά εκ μέρους της, εξαιτίας της οποίας δημιουργήθηκε η πεποίθηση στις εναγόμενες ότι δεν θα αξιώσει την καταβολή των πολιτικών καρπών, αφού όπως παραπάνω αναφέρεται υπήρξε χρόνια αντιδικία για περιουσιακής φύσεως θέματα που κατέληξε στο ως άνω συμβιβασμό και υπήρξε ρητή αναφορά των αξιώσεων από τις οποίες παραιτήθηκε και του χρονικού διαστήματος που αφορούν.
Συνεπώς, η επίδικη αξίωσή της δεν υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος , όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενες, προτείνοντας την ένταση του άρθρου 281 ΑΚ.To πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά εκτιμώντας τις αποδείξεις δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την περί κλήρου αγωγή αναγνωρίζοντας ότι το ποσοστό του κληρονομικού μεριδίου της ενάγουσας ανέρχεται σε ποσοστό 5% επί της επίδικης οικοδομής, απορριπτομένου του αντίθετου περί τούτου ισχυρισμού των εναγομένων - εκκαλουσών, ούτε κρίνεται αναγκαίο να διαταχθεί η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης αναφορικά με την αξία του κληρονομικού της μεριδίου κατά το χρόνο επαγωγής της κληρονομίας, απορριπτομένου του σχετικού αιτήματός των, διότι αποδείχθηκε ότι με την ως άνω δήλωση αποδοχής κληρονομίας προσδιόρισαν οι ίδιες το δικό τους κληρονομικό μερίδιο σε ποσοστό 31% και της ενάγουσας σε 5%, το οποίο η τελευταία αποδέχθηκε, όπως παραπάνω αναφέρεται.
Έσφαλε όμως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον έκρινε ότι η αξίωση της ενάγουσας να επιδιώξει την απόδοση των πολιτικών καρπών του κληρονομιαίου ακινήτου για το επίδικο χρονικό διάστημα είναι καταχρηστική και απέρριψε με την αιτιολογία αυτή τη σωρευόμενη αγωγή απόδοσης των ωφελημάτων, ενώ έπρεπε να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την προταθείσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και να δεχθεί εν μέρει την αγωγή, όπως παραπάνω αναφέρεται ".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή και αναγνώρισε τον αναιρεσίβλητο, ο οποίος υπεισήλθε στη δικονομική θέση της αρχικώς διαδίκου - ενάγουσας, συγκληρονόμο κατά ποσοστό 5% εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου, υποχρέωσε τις αναιρεσείουσες να αποδώσουν σ’ αυτόν το ως άνω ποσοστό και υποχρέωσε την πρώτη απ’ αυτές να του καταβάλει το ποσό των 18.784 ευρώ, που αντιστοιχεί στα μισθώματα του κληρονομικού μεριδίου της αρχικώς ενάγουσας, για τη χρονική περίοδο από 16-2-2000 μέχρι 15-6-2005, και έκανε δεκτή την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, εξαφανίζοντας, κατά τούτο, την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει την αίτηση περί απόδοσης των ωφελημάτων, κρίνοντας ότι η εν λόγω αξίωση είναι καταχρηστική, κατ’ ουσιαστική αποδοχή της προταθείσας από τις ήδη αναιρεσίβλητες ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η αξίωση της αρχικώς ενάγουσας να επιδιώξει την απόδοση των πολιτικών καρπών του ως άνω κληρονομιαίου ακινήτου για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα (και όχι για το προγενέστερο της 16-2-2000) δεν είναι καταχρηστική, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πραγματικά περιστατικά, που οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες επικαλέστηκαν και πρότειναν για τη θεμελίωση της από την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.
ένστασης, την οποία δεν παραβίασε ευθέως, μη υποπεσόν κατ’ εκτίμηση, ενόψει της μη αναφοράς ειδικότερου αριθμού αναιρετικής πλημμέλειας από όσες το άρθρο 559 ΚΠολΔ. προβλέπει, στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου αυτού, αφού υπό τα ανωτέρω γενόμενα από τούτο δεκτά πραγματικά περιστατικά η ένδικη αξίωση, όσον αφορά το εν λόγω ζήτημα, δεν υπερβαίνει τα όρια που η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του δικαιώματος επιβάλλουν, αφού οι προαναφερόμενες περιστάσεις δεν ήταν αρκετές για να δημιουργηθεί στην πρώτη αναιρεσείουσα η πεποίθηση ότι η αντίδικος αδελφή της δεν θα ασκούσε το δικαίωμα αυτό, καθόσον η ένδικη αξίωση δεν έχει σχέση με τον επελθόντα συμβιβασμό μεταξύ των αρχικώς διαδίκων, διότι αυτή δεν στηρίζεται κατά την ιστορική και νομική της βάση σ’ αυτόν, ο οποίος επήλθε μετά το θάνατο της διαθέτιδας, η δε προγενέστερη της συντάξεως (15-5-1975) της διαθήκης συμπεριφορά της αρχικώς ενάγουσας δεν αποτελεί αιτία που καθιστά καταχρηστική την άσκηση της επίδικης αξίωσης και με τη διαθήκη της η διαθέτιδα δεν στέρησε την τελευταία από το δικαίωμα λήψεως του αναλογούντος σ’ αυτήν ποσοστού των μισθωμάτων του άνω καταστήματος, ούτε αυτή παραιτήθηκε του δικαιώματος για τη λήψη των μελλοντικών πολιτικών καρπών του επίδικου καταστήματος, ήτοι για το μετά τις 16-2-2000 χρονικό διάστημα, αλλά, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, υπήρξε ρητή αναφορά των αξιώσεων από τις οποίες παραιτήθηκε και του χρονικού διαστήματος, που αφορούν, και συγκεκριμένα από του θανάτου της διαθέτιδας (26-8-1985) μέχρι στις 16-2-2000.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της από 22-11-2015 αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το υπόλοιπο μέρος, στο οποίο διαλαμβάνονται αντίθετα επιχειρήματα των αναιρεσειουσών ως προς τις παραπάνω παραδοχές και το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται αποκλειστικά η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται :
α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ενώ από το συσχετισμό αυτής με τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ.
προκύπτει ότι για να είναι παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο αυτός (ο λόγος) στηρίζεται, έχει νόμιμα προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.Α.Π.43/1990).
Συνεπώς, ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος, λόγος της ίδιας, ως άνω, αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε και παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 156 και 454 Α.Κ., αφού, υπό τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, η παραίτηση της αρχικώς ενάγουσας, μητέρας του αναιρεσίβλητου, οδηγεί σε απώλεια (εγκατάλειψη) του δικαιώματός της, καθόσον φέρει το χαρακτήρα άφεσης χρέους με τις αναφερόμενες συνέπειες, είναι αόριστος και ως τέτοιος απορριπτέος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι σχετικές πλημμέλειες, που δεν αφορούν τη δημόσια τάξη, προτάθηκαν από τις ήδη αναιρεσείουσες (εκκαλούσες-εφεσίβλητες) στο Εφετείο και με ποιον τρόπο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, ούτε άλλωστε προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεών τους ότι προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός στο Εφετείο.
Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, δεχόμενο ότι : α) με την άφεση χρέους επιτυγχάνεται η πλήρης, αυτοδίκαιη και οριστική διαγραφή του χρέους, διότι αυτή είναι γενική από κάθε υφιστάμενη από τη μίσθωση σχέση και β) η τεθείσα προθεσμία μη άσκησης του δικαιώματός της μέχρι την 16-2-2000 είναι απαράδεκτη στην άφεση χρέους, διότι είναι ασυμβίβαστη στο αποσβεστικό της αποτέλεσμα και ότι η παραίτηση της αξιώσεως της αρχικώς ενάγουσας επί των μισθωμάτων μέχρι την 16-2-2000 είναι αντίθετη προς τη διάταξη του άρθρου 454 Α.Κ., είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο δέχθηκε, κατόπιν ανέλεγκτης εκτίμησης των αποδείξεων, ότι "υπήρξε ρητή αναφορά των αξιώσεων από τις οποίες παραιτήθηκε η αρχικώς ενάγουσα και του χρονικού διαστήματος, που αφορούν", δηλαδή ότι υπήρξε μερική απόσβεση χρέους καθόλα νόμιμη και επιτρεπτή και όχι γενική άφεση χρέους για μελλοντικές απατήσεις, χωρίς με την κρίση του αυτήν να παραβιάσει τις προαναφερόμενες διατάξεις.
Οι ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειουσών, οι οποίες προβάλλονται με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ότι έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι από το περιεχόμενο δηλώσεως, που περιλαμβάνεται στις ανωτέρω συμβολαιογραφικές πράξεις (υπ’ αριθμ. .../16-2-2000 της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρίας Μπαλτά-Λασκαρίδου, που αφορά την κληρονομική περιουσία του Α.
Σ. και την υπ’ αριθμ. .../16-2-2000 της ίδιας συμβολαιογράφου, που αφορά την κληρονομιαία περιουσία της Δ. χήρας Α. Σ.) και στο ιδιωτικό συμφωνητικό (σύναψης συμβιβασμού) "συνάγεται" παραίτηση της αρχικώς ενάγουσας από το δικαίωμα που ασκήθηκε με την υπ’ αριθμ. .../1974 αγωγή, για την καταβολή πολιτικών καρπών (μισθωμάτων) από το θάνατο της μητέρας μας (26-8-1985) μέχρι 16-2-2000 και όχι παραίτηση και από το δικαίωμα που ασκήθηκε με την από 16 Ιουνίου 2005 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, διατυπώνει αμφιβολία ως προς την έννοια της παραίτησης από το δικαίωμα και αποφαίνεται αφού προέβη στην ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως, χωρίς να προσφύγει στους κανόνες ερμηνείας των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 Α.Κ.) για να διαγνώσει την αληθινή βούληση της παραιτούμενης ενάγουσας, είναι απαράδεκτες, διότι, όπως προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν δέχθηκε αμφίβολα σημεία ως προς τη βούληση της τελευταίας, ώστε να επιβάλλεται η προσφυγή στους παραπάνω ερμηνευτικούς κανόνες, σχετικά δε με τη μη προσφυγή της προσβαλλόμενης απόφασης στους εν λόγω κανόνες ως προς την έννοια της παραίτησης δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτές, γιατί η παραίτηση είναι μονομερής δικαιοπραξία.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αυτής αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, απαράδεκτος είναι ο τέταρτος λόγος της ίδιας αναίρεσης, κατά το, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., μέρος του, διότι, με την επίκληση της έλλειψης αιτιολογίας, αναφερόμενης στην επίτευξη του ως άνω συμβιβασμού και την παύση των μεταξύ των διαδίκων εκκρεμών δικών, πλήττεται, απαραδέκτως, η επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου.
Τέλος, ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος, της από 22-11-2015 αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., δηλαδή της ευθείας παραβίασης λόγω ανεπαρκών κατά το νόμο στοιχείων των διατάξεων των άρθρων 287, 361, 962, 416 και 454 Α.Κ., είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή των αναιρεσειουσών ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας και ποια είναι τα επιπλέον στοιχεία, που ήταν, κατά το νόμο, αναγκαία (βλ.Ολ.Α.Π.27/1998).
Κατά τα λοιπά είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο, αφού, υπό την επίφαση της παραβάσεως των άνω διατάξεων, πλήττει αποκλειστικά την εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση), καθ’ εαυτή, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.). Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες, ως ηττηθείσες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά του, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-11-2015 αίτηση των Θ. - Β. Σ. του Α. και Χ. Γ. του Γ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 673/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ