230/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ "Είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής. Με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής". 2. Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 εδάφ.β' Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως αποτελούν και η κύρια ή επικουρική βάση της αγωγής.
Legislator headnote
AI generated230/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ανωτέρω έγγραφη σύμβασή μου ορισμένου χρόνου ανανεωνόταν κάθε χρόνο, εγγράφως, και άρχιζε από την 1η Σεπτεμβρίου εκάστου έτους, ήτοι με την έναρξη του σχολικού έτους και έληγε στις 15/6 εκάστου έτους, ήτοι με τη λήξη του σχολικού έτους. Στις έγγραφες ατομικές συμβάσεις που καταρτίζονταν μεταξύ μας, καθορίζονταν τόσο το ημερήσιο όσο και το εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας μου, καθώς και η συμφωνηθείσα αμοιβή μου.
Full text
Απόφαση 230 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 230/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Στυλιανή Γιαννούκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Γεώργιο Αναστασάκο, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στο …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Βλαστό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ καταθέτοντας προτάσεις υπογραφείσες από τον ως άνω πληρεξούσιο καθώς και από τον υπογράφοντα την αναίρεση πληρεξούσιο της Δημήτριο Ρίζο.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Ρ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Απόστολου Λύτρα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-10-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:831/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3715/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-10-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 22-1-2015 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ανδρέα Δουλγεράκη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ "Είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής. Με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής". 2. Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 εδάφ.β' Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως αποτελούν και η κύρια ή επικουρική βάση της αγωγής.
3. Kατά το άρθρ. 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ως απαράδεκτο που ιδρύει τον ως άνω λόγο αναίρεσης νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβίασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς την διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη.
4. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την ένδικη αγωγή του ισχυρίσθηκε μεταξύ των άλλων: "Στις 28.4.2003 προσλήφθηκα στο ... από την εναγομένη, η οποία διατηρεί ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, για να εργασθώ ως οδηγός σχολικού λεωφορείου, προκειμένου με αυτό να μεταφέρω μαθητές στα εκπαιδευτήριά της και αντιστρόφως μετά το πέρας των μαθημάτων τους για το σπίτι τους αντί μισθού εξ 882,79 ευρώ.
Η ανωτέρω έγγραφη σύμβασή μου ορισμένου χρόνου ανανεωνόταν κάθε χρόνο, εγγράφως, και άρχιζε από την 1η Σεπτεμβρίου εκάστου έτους, ήτοι με την έναρξη του σχολικού έτους και έληγε στις 15/6 εκάστου έτους, ήτοι με τη λήξη του σχολικού έτους. Στις έγγραφες ατομικές συμβάσεις που καταρτίζονταν μεταξύ μας, καθορίζονταν τόσο το ημερήσιο όσο και το εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας μου, καθώς και η συμφωνηθείσα αμοιβή μου.
Έτσι για όλο το διάστημα της απασχόλησής μου συμφωνήθηκε, τόσο εγγράφως, όσο και προφορικώς, ότι θα εργαζόμουν επί πέντε (5) ημέρες τη βδομάδα, ήτοι από Δευτέρα έως και την Παρασκευή και επί 38 ώρες την εβδομάδα και από 3-9-2007 μέχρι και της αποχώρησης μου (16-6-2010) επί 27,5 ώρες την βδομάδα. Εργάστηκα στην αντίδικο μέχρι της 16-6-2010, όταν η αντίδικος κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας μου.
Οι αποδοχές μου από της 1-1-2005 μέχρι 16-6-2010 ανήρχοντο ως εξής... Ενώ οι έγγραφες συμβάσεις μου όριζαν, αλλά και συμφωνήθηκε και προφορικά μεταξύ μας, ότι η εργασία μου θα ήταν 38 ώρες και 27,5 ώρες, αντίστοιχα, τη βδομάδα και επί πέντε (5) ημέρες τη βδομάδα ήτοι από Δευτέρα ως Παρασκευή και θα λαμβάνω τις ανωτέρω αποδοχές μου, δυστυχώς καταστρατηγήθηκαν αμέσως τα παραπάνω συμφωνηθέντα...
και το καθημερινό ωράριο εργασίας μου ήταν από τις 6.30 π.μ. έως 17.30 μ.μ... Όθεν η εναγομένη μου οφείλει για τις ανωτέρω αιτίες τα κάτωθι ποσά ήτοι: 1)Ευρώ 92.871, για αποζημίωσή μου για εργασία δύο ώρες και 12,5 ώρες αντίστοιχα τη βδομάδα ως απλή εργασία,... 4)Ευρώ 6.356,71 για την αποζημίωσή μου για διαφορές επιδομάτων αδειών.
Ζήτησε δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει τα ανωτέρω ποσά. Επί της αγωγής, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την οποία, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπησή της δέχθηκε ότι "Κατά τις ενδιάμεσες ώρες (ήτοι από 8.30' που ολοκληρωνόταν η προσέλευση των µαθητών µέχρι τις 13.30' που έπρεπε το λεωφορείο να είναι έτοιµο για τη µεσηµεριανή αποχώρηση των µαθητών), ο ενάγων τις δύο ηµέρες της εβδομάδας είχε εφημερία και παρέµενε υποχρεωτικά στο σχολείο, εκτελώντας µε το λεωφορείο διάφορες εργασίες της εναγόµενης.
Τις υπόλοιπες τρεις ηµέρες, ο ενάγων απασχολείτο κατά τις ενδιάµεσες αυτές ώρες, όπως και οι άλλοι οδηγοί της εναγοµένης, µε εργασίες παρεμφερείς και παρακολουθηµατικές προς την κύρια εργασία του οδηγού, ήτοι µε την καθαριότητα και τη συντήρηση του λεωφορείου, τον εφοδιασµό του µε καύσιµα, παραµένοντας στις εγκαταστάσεις της εναγοµένης και διατηρώντας σε εγρήγορση τις σωµατικές και πνευµατικές του δυνάµεις για την ανά πάσα στιγµή αξιοποίηση τους από την εναγοµένη, ενώ πολλές φορές κατά τις ίδιες ώρες µετέφερε µαθητές σε ηµερήσιες εκδροµές (όπως στο Λαύριο, στη Χαλκίδα), καθώς και σε επισκέψεις σε θέατρα, διάφορα ιδρύµατα κλπ.
Έτσι, κατά τις ώρες αυτές, ο ενάγων βρισκόταν σε κατάσταση γνήσιας ετοιµότητας προς εργασία, η οποία εξοµοιούται µε κανονική παροχή εργασίας και εφαρµόζονται σ' αυτή οι διατάξεις περί εργατικής νοµοθεσίας". Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του αυτή, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, παραδεκτά, ενόψει του ότι ο ενάγων, για πρώτη φορά με τις προτάσεις του, απαραδέκτως, προέβαλε το σχετικό ισχυρισμό, με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, ως βάσιμα, τον οποίο, μάλιστα η ίδια ζήτησε να απορρίψει ως απαράδεκτο.
Η ένδικη αγωγή είχε ως βάση το περιστατικό ότι ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε καθημερινά καθ' υπέρβαση του νομίμου ωραρίου, περιστατικό το οποίο όφειλε να αποδείξει. Η εντός του διαδικαστικού πλαισίου προσθήκη των περιστατικών, ότι η εν λόγω απασχόληση προέκυπτε από την εκτέλεση επικαλουμένων εργασιών, τις οποίες προσδιόρισε με τις προτάσεις στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και με το δικόγραφο της έφεσής του ή, σε κάθε περίπτωση, προέκυπτε από την εκ μέρους του εργοδότη επικαλούμενη επιβολή σ' αυτόν της υποχρέωσης να παραμένει στο χώρο της επιχείρησης και να βρίσκεται σε διαρκή ετοιμότητα να δεχθεί εντολή προς εκτέλεση κάποιας από τις εργασίες αυτές, δεν συνιστά υπέρβαση του περιορισμού που τίθεται από την ΚΠολΔ 224, αλλά διευκρινιστική συμπλήρωση που βρίσκεται μέσα στα όρια αυτής.
Συνεπώς, το δικαστήριο της ουσίας, δεν υπέπεσε στις επικαλούμενες πλημμέλειες και γι' αυτό ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας, ότι παρά το νόμο, αφενός μεν έλαβε υπόψη τα ως άνω περιλαμβανόμενα στοιχεία, αφετέρου δε παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτους τους συναπτόμενους με τα στοιχεία αυτά ισχυρισμούς, είναι αβάσιμος. 5.
Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, 7/2006, 4/2005). Περαιτέρω, κατά τον αριθμό 19 του αυτού ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση δίκης. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία-ΟλΑΠ 1|1999 και 32/1996), όταν δηλ.
δεν προκύπτει από την απόφαση ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε (ΑΠ 1131/2007). Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμά της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1872/2008, ΑΠ 1987/2007).
6. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 και 659 ΑΚ προκύπτει ότι, αν κατά την διάρκεια της συμβάσεως εργασίας συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων η παροχή από τον εργαζόμενο, μέσα στο νόμιμο ωράριο, πρόσθετης διαρκούς φύσεως εργασίας, η οποία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, δεν είναι συναφής με την εργασία που συμφωνήθηκε αρχικά και η οποία (πρόσθετη) εργασία παρέχεται συνήθως με μισθό, ο εργοδότης, αν δεν έχει συμφωνηθεί ιδιαίτερος πρόσθετος μισθός, ούτε συμφωνήθηκε ότι δεν θα καταβάλλεται πρόσθετος μισθός, υποχρεούται να καταβάλει για την πρόσθετη αυτή εργασία τον ειθισμένο μισθό, δηλαδή τον μισθό που καταβάλλεται συνήθως σε άλλους μισθωτούς, που παρέχουν την ίδια εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες.
Περαιτέρω, από τις αυτές ως άνω διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1 του Ν. 1876/1990 και 2 επ. του Ν.Δ. 3765/1957, προκύπτει ότι γνήσια ετοιμότητα προς εργασία υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος βρίσκεται σε πλήρη δέσμευση του ελεύθερου χρόνου του, υπό την έννοια ότι κατά την διάρκεια του ωραρίου του δεν διαθέτει την παραμικρή δυνατότητα να αναπαύεται ή να χρησιμοποιεί την εργασιακή του δύναμη διαφορετικά, αλλά πρέπει να διατηρεί τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις σε εγρήγορση, ώστε να είναι σε θέση να παρέχει την εργασία του στον εργοδότη σε κάθε στιγμή που θα του ζητείται.
Σ' αυτή τη μορφή ετοιμότητας (γνήσια) θεωρείται ότι υπάρχει πλήρης απασχόληση, ανεξάρτητα από το εάν θα παρουσιασθούν περιπτώσεις για παροχή εργασίας, και έτσι η γνήσια ετοιμότητα εξομοιώνεται με κανονική παροχή εργασίας και εφαρμόζονται σ' αυτήν, εκτός αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο, όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και ειδικότερα για τα κατώτατα όρια αποδοχών, τα χρονικά όρια εργασίας, την αμοιβή και τις προσαυξήσεις για υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση και εργασία κατά τις Κυριακές, αργίες κ.λπ., για τον λόγο δε αυτόν στην πιο πάνω περίπτωση οφείλεται ο μισθός που συμφωνήθηκε και, αν δεν έχει συμφωνηθεί, οφείλεται ο ειθισμένος, σύμφωνα με το άρθρο 653 ΑΚ.
Αντίθετα, στην περίπτωση παροχής εξαρτημένης εργασίας υπό την μορφή της απλής ετοιμότητας ή ετοιμότητας κλήσεως προς εργασία, στην οποία ο εργαζόμενος συμφωνεί να περιορίσει την προσωπική του ελευθερία, αναλαμβάνοντας μόνο την υποχρέωση να παραμείνει σε ορισμένο τόπο για ορισμένο χρόνο, χωρίς να έχει σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές του δυνάμεις, τις οποίες υποχρεούται να κινητοποιήσει μόνο αν υπάρξει ανάγκη, δεν εφαρμόζονται, εκτός αν έχει συμφωνηθεί ειδικά το αντίθετο, οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις για παροχή νυκτερινής ή υπερωριακής εργασίας ή εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες.
Για το λόγο αυτό, στην πιο πάνω περίπτωση οφείλεται μόνο ο μισθός που συμφωνήθηκε και, αν δεν έχει συμφωνηθεί, ο ειθισμένος μισθός, σύμφωνα με το άρθρο 653 ΑΚ. Τέλος, το ζήτημα του είδους της ετοιμότητας προς εργασία και ειδικότερα αν πρόκειται για γνήσια ή μη γνήσια (απλή) ετοιμότητα είναι θέμα απόδειξης των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην μία ή την άλλη περίπτωση. (ΟλΑΠ 10/2009) 7.
Στην προκείμενη υπόθεση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε σχέση με το ζήτημα της φύσεως και των ωρών απασχολήσεως του αναιρεσίβλητου στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα "Ο ενάγων προσλήφθηκε στις 28-4-2003 από την εναγομένη εταιρία, η οποία διατηρεί επιχείρηση ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων, ως οδηγός σχολικών λεωφορείων και απασχολήθηκε σ' αυτήν, µε διαδοχικές έγγραφες συµβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που έληγαν στις 15-6 κάθε έτους και άρχιζαν την 1-9 κάθε νέου έτους, έως τις 16.6.2010.
Σε όλες τις ως άνω συμβάσεις ρητά συμφωνήθηκε, ότι αυτές θα διέπονται από τους όρους της ισχύουσας την αντίστοιχη χρονική περίοδο ΣΣΕ Οδηγών των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών. Η συμφωνία αυτή ήταν έγκυρη, αφού ουδείς επικαλείται ότι δεν ήταν ευνοϊκότερη για τον εργαζόμενο, συγκρινόμενη κατά ενότητες αποδοχών και λοιπών θεμάτων, ούτε ο ενάγων ζητεί την εν γένει εφαρμογή άλλης συλλογικής σύμβασης.
Με βάση τις ανωτέρω έγγραφες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, υπήρξε συμφωνία να απασχολείται ο ενάγων με 5ήμερη εβδομαδιαία εργασία από Δευτέρα έως Παρασκευή, μία ημέρα με πλήρη απασχόληση και τις υπόλοιπες ημέρες με μειωμένο ωράριο διακεκομμένο. Συγκεκριµένα με την από 1.9.2005 σύµβαση, συµφωνήθηκε να απασχολείται 40 ώρες εβδοµαδιαίως, µε µηνιαίες αποδοχές 1.047,97 ευρώ, με την από 4-9-2006 έως 15-6-2007, συµφωνήθηκε να απασχολείται 34,5 ώρες, µε µηνιαίες αποδοχές 1.078,36 ευρώ, με την από 3-9-2007 έως 15-6-2008 συµφωνήθηκε να απασχολείται 32,5 ώρες, µε µηνιαίες αποδοχές, 1.150,71 ευρώ, με την από 1-9-2008 έως 15-6-2009 συµφωνήθηκε να απασχολείται 31,5 ώρες µε µηνιαίες αποδοχές 1.347,11 ευρώ και με την από 3-9-2009 έως 16-6-2010 συµφωνήθηκε να απασχολείται 311/2 ώρες, µε µηνιαίες αποδοχές 1.395,85 ευρώ.
Όµως, ανεξάρτητα από το αν είχαν γνωστοποιηθεί στην επιθεώρηση εργασίας οι ως άνω συµβάσεις µερικής απασχόλησης, αλλά και τις επί µέρους συµφωνίες των διαδίκων για το ωράριο του ενάγοντος, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων καθ' όλα τα έτη απασχολήθηκε στην εναγοµένη όσον αφορά: 1) την 1η σύµβαση επί 11 ώρες, ηµερησίως από Δευτέρα έως Πέµπτη, ήτοι από 6.30' έως 17.30' και την Παρασκευή 13 ώρες, από 6.30' έως 19.30' και συνολικά 57 ώρες εβδοµαδιαίως, 2)τη 2η σύµβαση, επί 10,5 ώρες ηµερησίως από Δευτέρα έως Πέµπτη, ήτοι από 7.00' έως 17.30' και την Παρασκευή 12,5 ώρες, ήτοι από 7.00' έως 19.30' και συνολικά 54,5 ώρες, 3) την 3η σύµβαση επί 10 ώρες ηµερησίως, ήτοι από 7.00' έως 17.30' από Δευτέρα έως την Παρασκευή, και συνολικά 52,5 ώρες, 4) την 4η σύµβαση επί 10,5 ώρες ηµερησίως, ήτοι από 7.00' έως 17.30' από Δευτέρα έως Παρασκευή, και συνολικά 52,5 ώρες και 5)την 5η σύµβαση, επί 10,5 ώρες ηµερησίως ήτοι από 7.00' έως 17.15' από Δευτέρα έως Παρασκευή και συνολικά 51 και 1/4 ώρες.
Συγκεκριµένα, ο ενάγων, οδηγώντας το σχολικό αυτοκίνητο της εναγοµένης, πραγµατοποιούσε καθηµερινά προκαθορισµένα δρομολόγια παραλαβής και µεταφοράς µαθητών από διάφορες περιοχές της Αττικής προς τα εκπαιδευτήρια της εναγοµένης, που βρίσκονται στις ..., αρχικά µε την 1η κατά σειρά σύµβαση, κατά τις ώρες 6.30' έως 8.30', και στη συνέχεια µε τις επόµενες συµβάσεις, κατά τις ώρες 7.00' έως 8.30', ενώ µετά την ολοκλήρωση των µαθηµάτων ακολουθούσε αντίστροφο πρόγραµµα επιστροφής των µαθητών προς τις κατοικίες τους, κατά τις ώρες 13.30' έως 17.30', ενόψει του ότι άλλοι µαθητές σχολούσαν στις 13.30' και άλλοι στις 16.00', και µόνο την Παρασκευή υπήρχε και 3ο σχόλασµα, στις 17.30, αποκλειστικά για τους σπουδαστές του τµήµατος International Baccalaureate και λοιπών προαιρετικών δραστηριοτήτων, για την επιστροφή των οποίων είχε συµφωνηθεί να εργάζεται ο ενάγων µέχρι τις 19.30, κατά τα χρονικά διαστήµατα από 1.1.2006 έως 15.6.2006 (1η σύµβαση) και από 1.9.2006 έως 16.6.2007 (2η σύµβαση).
Στο ως άνω ημερήσιο ωράριο του ενάγοντος δεν περιλαµβάνεται ο χρόνος µετάβασης αυτού από την κατοικία του στο σηµείο, απ' όπου παραλάµβανε τον πρώτο µαθητή ούτε και ο χρόνος επιστροφής του από το σηµείο, όπου άφηνε µετά τη λήξη των µαθηµάτων τον τελευταίο µαθητή, στην κατοικία του. Κατά τις ενδιάμεσες ώρες (ήτοι από 8.30' που ολοκληρωνόταν η προσέλευση των µαθητών µέχρι τις 13.30' που έπρεπε το λεωφορείο να είναι έτοιµο για τη µεσηµεριανή αποχώρηση των µαθητών), ο ενάγων τις δύο ηµέρες της εβδομάδας είχε εφημερία και παρέµενε υποχρεωτικά στο σχολείο, εκτελώντας µε το λεωφορείο διάφορες εργασίες της εναγόµενης.
Τις υπόλοιπες τρεις ηµέρες, ο ενάγων απασχολείτο κατά τις ενδιάµεσες αυτές ώρες, όπως και οι άλλοι οδηγοί της εναγοµένης, µε εργασίες παρεμφερείς και παρακολουθηµατικές προς την κύρια εργασία του οδηγού, ήτοι µε την καθαριότητα και τη συντήρηση του λεωφορείου, τον εφοδιασµό του µε καύσιµα, παραµένοντας στις εγκαταστάσεις της εναγοµένης και διατηρώντας σε εγρήγορση τις σωµατικές και πνευµατικές του δυνάµεις για την ανά πάσα στιγµή αξιοποίηση τους από την εναγοµένη, ενώ πολλές φορές κατά τις ίδιες ώρες µετέφερε µαθητές σε ηµερήσιες εκδροµές (όπως στο Λαύριο, στη Χαλκίδα), καθώς και σε επισκέψεις σε θέατρα, διάφορα ιδρύµατα κλπ.
Έτσι, κατά τις ώρες αυτές, ο ενάγων βρισκόταν σε κατάσταση γνήσιας ετοιµότητας προς εργασία, η οποία εξοµοιούται µε κανονική παροχή εργασίας και εφαρµόζονται σ' αυτή οι διατάξεις περί εργατικής νοµοθεσίας. Πρέπει να σηµειωθεί ότι όσες αγωγές έχουν ασκηθεί από οδηγούς της εναγοµένης, που προσκοµίζονται από τον ενάγοντα και στις οποίες περιγράφονται οι ίδιες συνθήκες εργασίας µε τις ανωτέρω για τα κονδύλια απλής επί πλέον εργασίας, υπερεργασίας και υπερωριών, καθώς και διαφορών επιδοµάτων εορτών και αδείας έχουν γίνει εν µέρει δεκτές τελεσιδίκως ή και αµετακλήτως.
Εποµένως, καταλήγει το Εφετείο, το πρωτοβάθµιο δικαστήριο, εσφαλµένα έκρινε ότι, κατά τις ενδιάµεσες ώρες, ο ενάγων βρισκόταν σε απλή και όχι σε γνήσια ετοιµότητα, όπως βάσιµα παραπονείται ο ενάγων µε τους σχετικούς λόγους έφεσης του". Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος, ενόψει του ως άνω ωραρίου του και του καταβαλλόμενου εκάστοτε μηνιαίου μισθού του, δικαιούται για την πέραν του ωραρίου του παρασχεθείσα εργασία, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, και ειδικότερα για απλή επιπλέον εργασία, υπερεργασία, κατ' εξαίρεση υπερωρία και για διαφορές επιδομάτων (δώρων) εορτών και επιδόματος και αποδοχών αδείας (με τον συνυπολογισμό και των αμοιβών για την παρεχόμενη σταθερά και μόνιμα υπερεργασία και ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία), το συνολικό ποσό των 37.081 ευρώ, το οποίο και του επιδίκασε.
8. Με την κρίση της αυτή η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν διότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το έχον ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζήτημα της συνδρομής ή όχι στη συγκεκριμένη περίπτωση γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία, με την εκτεθείσα στην αρχή της παρούσας έννοια.
Και τούτο διότι δεν προκύπτει σαφώς η επικληθείσα και γενόμενη δεκτή πλήρης δέσμευση του χρόνου και των δυνάμεων του ενάγοντος, με αποκλεισμό της παραμικρής δυνατότητας αναπαύσεως ή χρησιμοποιήσεως κατά διαφορετικό τρόπο των εργασιακών του δυνάμεων ή τυχόν ο μερικός περιορισμός της ελευθερίας του (ώστε να είναι στη διάθεση της εργοδότριας), ούτε προκύπτει σαφώς για πιο συγκεκριμένο αντικείμενο απαιτείτο πλήρης δέσμευση, τόσο κατά το χρόνο της εφημερίας, όσο και κατά τις υπόλοιπες τρεις (3) ημέρες της εβδομάδος, η οποία κάλυπτε πλήρως τις ενδιάμεσες ώρες, ήτοι από 08.30', που ολοκληρωνόταν η προσέλευση των μαθητών, έως 13.30', που έπρεπε το λεωφορείο να είναι έτοιμο για την μεσημεριανή αποχώρηση των μαθητών, ώστε να κριθεί εάν η απασχόληση αυτή είχε ή όχι το χαρακτήρα παρεμφερούς και παρακολουθηματικής προς την κύρια απασχόλησή του ως οδηγού εργασίας, την οποία είχε υποχρέωση να προσφέρει στα πλαίσια γνήσιας ετοιμότητάς του προς εργασία, ούτε άλλωστε καθίσταται σαφές πόσο συγκεκριμένο χρόνο απασχολείτο σε κάθε μια από τις εργασίες που ενέπιπταν στην παραπάνω έννοια, ούτε ποιες ειδικότερα εργασίες, αν παρίστατο ανάγκη όφειλε να εκτελέσει ούτε τέλος, ποιες από αυτές ειδικότερα, εκτέλεσε και ο συγκεκριμένος χρόνος που απασχολήθηκε με κάθε μία εργασία, κατά το ως άνω ενδιάμεσο χρονικό διάστημα του ωραρίου του.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου), κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση, είναι βάσιμος. Κατά παραδοχή, λοιπόν, ως βασίμου του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, η δε υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συντιθέμενο, όμως, από άλλους Δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Συμψηφίζει ολικά μεταξύ των διαδίκων την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη αυτών κατά τα άρθρα 179 εδ. τελευταίο σε συνδυασμό με το άρθρο 183 ΚΠολΔ.
9. Η αίτηση της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της εφετειακής απόφασης, με την απόδοση σ' αυτήν του ποσού που έχει καταβάλει στον αναιρεσίβλητο, η οποία (αίτηση) υποβλήθηκε νομότυπα με τις προτάσεις που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, στις 2-2-2015, στηρίζεται στο άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Όπως αποδεικνύεται δε από την απόδειξη καταβολής ποσού 33.608,30 ευρώ, με ημερομηνία 10-7-2014 και τα αντίγραφα α) της υπ' αριθμ. ... επιταγής της Τράπεζας Πειραιώς, με την ημερομηνία (9-7-2014), ποσού 31.308,30 ευρώ, β) της υπ' αριθμ. ... επιταγής της Τράπεζας Πειραιώς, με ημερομηνία 9-7-2014, ποσού 2.300 ευρώ, που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, αυτή κατέβαλε οικειοθελώς στον αναιρεσίβλητο, το ποσό των 33.608,30 ευρώ σε εκτέλεση της διατάξεως της αναιρούμενης υπ' αριθμ. 3715/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Πρέπει, επομένως, η αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση να γίνει δεκτή και κατ' ουσία και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να επιστρέψει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 33.608,30 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της αναιρεσείουσας, από της επιδόσεως της παρούσης αποφάσεως, αφότου, δηλαδή, καθίσταται υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος, κατά το άρθρο 340 ΑΚ, διότι γενεσιουργός λόγος της εναντίον του απαιτήσεως, για την απόδοση του ποσού, είναι η αναίρεση της αποφάσεως που εκτελέσθηκε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 3715/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως της ανωτέρω αναιρούμενης αποφάσεως κατάσταση.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον αναιρεσίβλητο να επιστρέψει στην αναιρεσείουσα το ποσό των τριάντα τριών χιλιάδων εξακοσίων οκτώ ευρώ και τριάντα λεπτών (33.608,30), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσης αποφάσεως. Και
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ ολικά μεταξύ των διαδίκων την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη αυτών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2016.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ