Legislator Case Law & Legislation
230/2014 AI generated

230/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 230/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

230/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α' του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 393 § 1 του Κ.Πολ.Δ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 14 § 5 του Ν. 2915/2001, συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες, εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα πέντε χιλιάδες εννιακόσια (5900) ευρώ.

Keywords

AI generated
payment of cost deposit consignment of debt payment by instalments tax enforcement recovery of debts right to know one's parentage
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 230 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 230/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Π., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπελούρη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Της αναιρεσίβλητης: της Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Γκιούγκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Ιουλίου 2007 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ορεστιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 62/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 477/2010 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας, ανέγνωσε την από 23 Ιανουαρίου 2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Τίγγα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τετάρτου από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔικ λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 477 ΑΚ προκύπτει ότι σωρευτική αναδοχή χρέους είναι η σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ του δανειστή και ενός τρίτου, με την οποία ο τρίτος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκπληρώσει ξένο χρέος, χωρίς όμως να απαλλάσσεται ο αρχικός οφειλέτης. Έτσι, παράγεται μία πρόσθετη ενοχή αυτού που υποσχέθηκε να εκπληρώσει το ξένο χρέος παράλληλη με την ενοχή του αρχικού οφειλέτη.

Η σύμβαση αυτή, που μπορεί να καταρτισθεί ακόμη και σιωπηρά, είναι ετεροβαρής και δεν έχει χαρακτήρα αναγνώρισης χρέους από τον αναδεχόμενο, αλλά ανάληψής του, εφόσον αυτό πραγματικά υπάρχει, μπορεί δε να αφορά και μελλοντικό χρέος, ως τέτοιου νοοουμένου, τόσο εκείνου του χρέους, που ο νομικός λόγος παραγωγής του υπάρχει κατά την κατάρτιση της σύμβασης αναδοχής, αλλά δεν έχει γεννηθεί ακόμη (περιορισμένη μελλοντική απαίτηση), όσο και εκείνου του οποίου, ούτε ο λόγος παραγωγής, ούτε η απαίτηση υπάρχει κατά την κατάρτιση της σύμβασης, υπό την προϋπόθεση όμως ότι, και στις δύο περιπτώσεις, το μελλοντικό χρέος είναι οριστό, μπορεί δηλαδή να προσδιορισθεί, κατά το χρόνο που γεννάται η σχετική αξίωση έναντι του οφειλέτη.

Η ευθύνη του αναδοχέα έχει το ίδιο περιεχόμενο και την ίδια φύση με την ευθύνη του παλαιού οφειλέτη. Έτσι, μεταξύ των δύο αυτών προσώπων δημιουργείται, έναντι του δανειστή, παθητική εις ολόκληρον ενοχή (ΑΚ 481), δικαιουμένου του δανειστή να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής μία μόνο φορά, κατ' επιλογή του, είτε από τον τρίτο που αναδέχθηκε το χρέος του οφειλέτη, με βάση τη σύμβαση αναδοχής, είτε από τον οφειλέτη με βάση την μεταξύ δανειστή και οφειλέτη έννομη σχέση (ΑΠ 306/2009).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η από 2-10-2008 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 62/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας, δυνάμει της οποίας είχε γίνει δεκτή σχετική αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος περί καταβολής του ποσού των 84.841,17 ευρώ, οφειλομένου από σωρευτική αναδοχή χρέους, το Εφετείο δέχθηκε, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της επικαλούμενης με την αγωγή σωρευτικής αναδοχής χρέους, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: "Ο Π.

Μ., γιος του εναγομένου, εξέδωσε σε διαταγή της ενάγουσας ομόρρυθμης εταιρίας, με την οποία διατηρούσε εμπορική συνεργασία, επτά (7) μεταχρονολογημένες επιταγές συνολικού ποσού 88.575,006, οι οποίες ήταν πληρωτέες από τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό που τηρούσε αυτός στη ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΒΡΟΥ ΣΥΝ.ΠΕ. Η ενάγουσα μεταβίβασε αυτές περαιτέρω με οπισθογράφηση ως αξία λόγω ενεχύρου, ήτοι στην ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.

τις πέντε εξ αυτών και στην ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. τις υπόλοιπες δύο, οι οποίες (τράπεζες) ως κομίστριες εμφάνισαν αυτές εμπροθέσμως προς πληρωμή, ήτοι την 3-1-2006, την 3-1- 2006, την 1-2-2006, την 8-2-2006, την 2-3-2006, την 9-3- 2006 και την 3-4-2006, αντίστοιχα. Οι επιταγές αυτές, όμως, δεν πληρώθηκαν κατά τους χρόνους αυτούς, ελλείψει αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον προαναφερόμενο λογαριασμό, γεγονός που βεβαιώθηκε στα σώματα αυτών κατ' άρθρο 40 Ν. 5960/1933.

Η ενάγουσα, αφού μετά τη σφράγισή τους ως ακάλυπτων κατέβαλε την αξία εκάστης στις ανωτέρω κομίστριές τους, στις 4-1-2006, την 5-1-2006, την 1-2- 2006, την 9-2-2006, την 3-3-2006, την 10-3-2006 και την 4-4-2006, αντίστοιχα, λαμβάνοντας και τα αντίστοιχα εξοφλητικά γραμμάτια είσπραξης, ανέλαβε τα σώματά τους και κατέστη νόμιμη κομίστρια αυτών εξ αναγωγής.

Εν συνεχεία, βάσει των ανωτέρω επιταγών πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθμ. 37/957/41 /2006 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας, με την οποία υποχρεώθηκε ο εκδότης τους Π. Μ. να της καταβάλει το ποσό των 88.575,00 ευρώ, πλέον νόμιμων τόκων και δικαστικών εξόδων. Στις 21-6-2006 η ενάγουσα επέδωσε προς τον ανωτέρω οφειλέτη της αντίγραφο εξ απογράφου Α' εκτελεστού της άνω διαταγής πληρωμής μετά της παρά πόδας από 19-6-2006 α' επιταγής προς πληρωμή του πληρεξουσίου της δικηγόρου, επιτάσσοντας τον να καταβάλει: 1) 88.575,66€ για επιδικασθέν κεφάλαιο, 2) 3.241,26€ για τόκους υπερημερίας του παραπάνω επιδικασθέντος κεφαλαίου έως 19-6-2006, 3) 1.800,00€ για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, νομιμότοκα από την επίδοση της επιταγής μέχρι την πλήρη εξόφληση, 4) 77,78€ για τέλος απογράφου, νομιμότοκα από την επίδοση της επιταγής μέχρι την πλήρη εξόφληση, 5) 2.600,00€ για έξοδα απογράφου, δύο (2) αντιγράφων, νομική συμβουλή, σύνταξη επιταγής και γενική επιμέλεια της υπόθεσης, νομιμότοκα από την επίδοση της επιταγής μέχρι την πλήρη εξόφληση, και 6) 40,00€ για έξοδα επιδόσεων του δικαστικού επιμελητή, νομιμότοκα από την επίδοση της επιταγής μέχρι την πλήρη εξόφληση.

Στις 14-7-2006 η ενάγουσα επέδωσε προς αυτόν εκ νέου αντίγραφο εξ απογράφου Α' εκτελεστού της άνω διαταγής πληρωμής μετά της παρά πόδας από 13-7-2006 β' επιταγής προς πληρωμή του πληρεξουσίου της δικηγόρου, επιτάσσοντάς τον να καταβάλει τα αυτά ως άνω ποσά καθώς και επιπλέον 800,00€ για έξοδα αντιγράφου και σύνταξη επιταγής και 20,00€ για έξοδα επίδοσης.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα είχε πετύχει την έκδοση σε βάρος του Π. Μ. και της υπ' αριθμ. 33/886/37/2006 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας, με την οποία ο τελευταίος υποχρεώθηκε να της καταβάλει το ποσό των 27.273,00€, ως οφειλή του απορρέουσα από την έκδοση άλλων τριών επιταγών.

Ο οφειλέτης Π. Μ. δεν άσκησε ανακοπές σε βάρος των άνω διαταγών πληρωμής, με αποτέλεσμα αυτές να αποκτήσουν δύναμη δεδικασμένου. Όλα τα ανωτέρω αποδεικνύονται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα αλλά και συνομολογούνται από τα διάδικα μέρη. Λόγω της ύπαρξης και έτερων οικονομικών εκκρεμοτήτων μεταξύ του Π.

Μ. και της ενάγουσας, οι οποίες ήταν απόρροια της πολυετούς εμπορικής συνεργασίας τους, αλλά και της συγγενικής σχέσης του άνω οφειλέτη με έναν εκ των εκπροσώπων της ενάγουσας, τον Β. Κ., με τον οποίο είναι πρώτοι ξάδελφοι, τον Σεπτέμβριο του έτους 2006 έλαβε χώρα συνάντηση των άνω μερών στο γραφείο του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας, προκειμένου να προβούν σε διακανονισμό εξόφλησης των παραπάνω οφειλών και να αποφευχθεί διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης από την ενάγουσα σε βάρος του ως άνω οφειλέτη.

Στην εν λόγω συνάντηση ήταν παρόντες, εκτός από τον οφειλέτη Π. Μ. και το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας Κ. Γ., οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των μερών, ο εναγόμενος-πατέρας του οφειλέτη και ο δικαστικός επιμελητής Δ. Β. (μάρτυρας απόδειξης), ο οποίος είχε προβεί στις επιδόσεις προς τον οφειλέτη των παραπάνω επιταγών προς εκτέλεση και κλήθηκε, προκειμένου να ενημερωθεί για την αναστολή της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, εφόσον επερχόταν συμβιβασμός μεταξύ των μερών.

Κατά την εν λόγω συνάντηση ωστόσο δεν επετεύχθη συμφωνία, καθόσον ο οφειλέτης και ο εναγόμενος πατέρας του ζήτησαν πίστωση χρόνου, προκειμένου να ενημερωθεί λεπτομερώς και ο ίδιος ο εναγόμενος για το σύνολο των χρεών του γιου του, με τον έλεγχο των εκατέρωθεν τιμολογίων και λοιπών εγγράφων των συναλλαγών τους, και να τον συνδράμει οικονομικά.

Ενόψει της εξέλιξης αυτής των διαπραγματεύσεων ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας έδωσε εντολή στον εν λόγω μάρτυρα, δικαστικό επιμελητή, να παύσει προσωρινά κάθε εκτελεστική διαδικασία σε βάρος του οφειλέτη, γιου του εδώ εναγομένου, για τις δυο διαταγές πληρωμής. Λόγω παρέλευσης άπρακτων πολλών ημερών χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση εκ μέρους του εναγομένου, κατόπιν νέας εντολής της ενάγουσας, στις 10-11-2006 ο δικαστικός επιμελητής Δ.

Β. μετέβη στις Καστανιές του Δήμου Ν. Βύσσας Ν. Έβρου, όπου γνώριζε ότι ο οφειλέτης Π. Μ. διατηρεί κατάστημα με υλικά οικοδομών, καυσόξυλα, πρατήριο υγρών καυσίμων κλπ, προκειμένου να προβεί σε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της περιουσίας του, δυνάμει της υπ' αριθμ. 33/886/37/2006 διαταγής πληρωμής και του υπ' αριθμ. 45/2006 πρώτου απογράφου εκτελεστού αυτής.

Κατά τη μετάβασή του εκεί διαπίστωσε ότι ο άνω οφειλέτης είχε μεταβιβάσει την εν λόγω επιχείρησή του στη μητέρα του Α. Μ. στις 8-11-2006, ήτοι μόλις δύο ημέρες νωρίτερα, και για το λόγο αυτό η προγραμματισμένη κατάσχεση ματαιώθηκε. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι στις 20-11-2006 έλαβε χώρα νέα συνάντηση μεταξύ των μερών, παρουσία και του εναγομένου, κατά την οποία ο εκπρόσωπος της ενάγουσας δέχθηκε ως συνολικό ύψος της απαίτησής της μόνο αυτό που απέρρεε από την υπ' αριθμ. 37/957/41/2006 διαταγή πληρωμής, ήτοι το ποσό των 88.575,00€ πλέον τόκων και δικαστικών δαπανημάτων, αναγνωρίζοντας ότι δεν υφίσταται άλλο χρέος του οφειλέτη της Π.

Μ. προς αυτή και δη αυτό που απέρρεε από την έκδοση της έτερης υπ' αριθμ. 33/886/37/2006 διαταγής πληρωμής, ύψους27.273,00€, πλέον τόκων και εξόδων. Στην ίδια συνάντηση εξάλλου, ο εναγόμενος, επιθυμώντας να συνδράμει οικονομικά το γιο του Π. Μ. και να αποτρέψει τη συνέχιση δικαστικών διενέξεων και διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του, υποσχέθηκε σωρευτικά με τον τελευταίο την εξόφληση της συνολικής οφειλής αυτού από την υπ' αριθμ. 37/957/41/2006 διαταγή πληρωμής, αποτελούμενης από το άθροισμα των ποσών των επιταγών, πλέον νόμιμων τόκων, δικαστικών δαπανημάτων και λοιπών εξόδων.

Για το λόγο μάλιστα αυτό, την ίδια ημέρα εξέδωσε έναντι της οφειλής αυτής σε διαταγή της ενάγουσας τέσσερις μεταχρονολογημένες επιταγές, φέρουσες ημερομηνίες έκδοσης την 20-1-2007, την 20-2-2007, την 20-3-2007 και την 20-4-2007, έκαστη ποσού 5.000,00€ και επομένως συνολικού ποσού 20.000,00€, οι οποίες πληρώθηκαν κατά τη λήξη τους.

Η σωρευτική αναδοχή του χρέους του Π. Μ. από τον εναγόμενο πατέρα του Α. Μ. αποδεικνύεται ιδίως από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Δ. Β., δικαστικού επιμελητή, η οποία είναι σαφής και πειστική και δεν αναιρείται από την ασαφή κατάθεση της μάρτυρα ανταπόδειξης, Μ. Λ., νύφης του εναγομένου και συζύγου του αρχικού οφειλέτη.

Ο εν λόγω μάρτυρας με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα κατέθεσε ότι κατά τη συνάντηση των διαδίκων μερών, ήτοι, του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας, του εναγομένου, του γιου του και των πληρεξουσίων δικηγόρων των δύο πλευρών, η οποία έγινε περί το Σεπτέμβριο του 2006 και παρευρισκόταν και αυτός (μάρτυρας), γεγονός άλλωστε που συνομολογούν τα διάδικα μέρη, η συζήτηση περιεστράφη ακριβώς στο ζήτημα της αναδοχής της οφειλής του γιου του εναγομένου από τον τελευταίο, πλην όμως δεν επήλθε συμφωνία κατά τη συνάντηση αυτή.

Μάλιστα πειστικά κατέθεσε ο εν λόγω μάρτυρας, δικαστικός επιμελητής, ότι ήδη κατά τη συνάντηση αυτή εκδηλώθηκε από την πλευρά της ενάγουσας η διάθεση να παραιτηθεί από την απαίτησή της εκ της υπ' αριθ. 33/886/37/2006 διαταγής πληρωμής ποσού 27.273,00€, αρκεί να εξοφλείτο η επίδικη απαίτηση εκ της υπ' αρ. 37/957/41/2006 διαταγής πληρωμής.

Ας σημειωθεί, εξάλλου, ότι επιτρέπεται εν προκειμένω το εμμάρτυρο μέσο, αν και η αξία του αντικειμένου της εν λόγω σύμβασης υπερβαίνει το ποσό των 5.900,00 ευρώ (άρθρο 393 ΚΠολΔ), διότι υπάρχει αρχή έγγραφης απόδειξης κατ' άρθρο 394 παρ. 1α ΚΠολΔ, η οποία πηγάζει από την από 20-11-2006 απόδειξη είσπραξης, που συνέταξε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας, την οποία προσκομίζουν με επίκληση αμφότεροι οι διάδικοι, στην οποία αναφέρεται ότι ο άνω δικηγόρος έλαβε από τον εναγόμενο, ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό του Π.

Μ., το ποσό των 20.000,00 ευρώ σε τέσσερις (4) μεταχρονολογημένες επιταγές, έναντι της υπ' αριθμ. 37/957/41/2006 διαταγής πληρωμής, ποσού 88.575,00€. Ο ίδιος μάρτυρας, κατέθεσε στη συνέχεια με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα ότι περί το τέλος Νοεμβρίου του ιδίου έτους (2006) πληροφορήθηκε από το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας και τον πληρεξούσιο δικηγόρο αυτής ότι στις 20.11.2006 έλαβε χώρα δεύτερη συνάντηση των διαδίκων πλευρών και ολοκληρώθηκε η συμφωνία περί αναδοχής του χρέους του οφειλέτη από την προαναφερθείσα διαταγή πληρωμής (37/957/41/2006), από τον εναγόμενο πατέρα του, καθώς και ότι στη συνέχεια, σε επανειλημμένες συναντήσεις που είχε ο μάρτυρας αυτός τόσο με τον εναγόμενο όσο και με το γιο του, αμφότεροι του έλεγαν κατηγορηματικά ότι θα πληρώσουν, είτε ο ένας είτε ο άλλος και μάλιστα ότι θα λάβουν δάνειο από τράπεζα για το σκοπό αυτόν, αναφέρονταν δε πάντοτε στο επίδικο χρέος των 88.575,00€ εκ της ανωτέρω διαταγής πληρωμής.

Από την κατάθεση αυτή σε συνδυασμό με την απόδειξη υπό ημερομηνία 20.11.2006, σύμφωνα με την οποία ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας έλαβε τέσσερις επιταγές ποσού εκάστη 5.000€, από τον εναγόμενο ".... ενεργούντος για λογαριασμό του Π. Μ. του Α....", γιου του, προκύπτει με βεβαιότητα, κατά την κρίση του δικαστηρίου, ότι πράγματι καταρτίστηκε η επικαλούμενη με την αγωγή σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, μεταξύ ενάγουσας και εναγομένου, αφορώσα το ανωτέρω χρέος του γιου του δεύτερου προς την πρώτη.....".

Εν όψει των προεκτεθέντων πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το Εφετείο ότι αποδείχθηκαν δεν θεμελιώνεται ευθεία παραβίαση της διάταξης του άρθρου 477 ΑΚ και πρέπει ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ να απορριφθεί. Περαιτέρω, έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αμφισβητούσε την κατάρτιση της επίμαχης σύμβασης αναδοχής χρέους, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.

Ενώ η σαφής παραδοχή του Εφετείου για την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης αναδοχής μεταξύ των διαδίκων του ένδικου χρέους απέκρουε και εκ των πραγμάτων τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η σχετική σύμβαση αναδοχής δεν αφορούσε τον ίδιο αλλά το γιό του Π. Μ., για λογαριασμό του οποίου και ενεργούσε. Ειδικότερα, την κρίση του αυτή το Εφετείο τη στήριξε όχι μόνο στην από 20-11-2006 απόδειξη είσπραξης, στην οποία αναφερόταν ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας έλαβε από τον αναιρεσείοντα, που ενεργούσε για λογαριασμό του γιού του, τέσσερις μεταχρονολογημένες επιταγές συνολικού ποσού 20.000 ευρώ έναντι της υπ' αριθμ. 37/957/41/2006 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας, αλλά και στην κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Δ.

Β., δικαστικού επιμελητή, ο οποίος, ως εκ της ιδιότητάς του, είχε παρευρεθεί σε σχετικές συζητήσεις των διαδίκων, οι οποίες οδήγησαν στην κατάρτιση της επίμαχης σύμβασης σωρευτικής αναδοχής χρέους. Επομένως, ο τέταρτος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.

α' του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 393 § 1 του Κ.Πολ.Δ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 14 § 5 του Ν. 2915/2001, συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες, εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα πέντε χιλιάδες εννιακόσια (5900) ευρώ.

Κατά τη διάταξη όμως του άρθρου 394 § 2 περ. α' του ίδιου Κώδικα, η απόδειξη με μάρτυρες επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση, εάν υπάρχει αρχή έγγραφης απόδειξης που πηγάζει από έγγραφο που έχει αποδεικτική δύναμη. Για την ύπαρξη αρχής έγγραφης απόδειξης από έγγραφο, απαιτείται αυτό να πιθανολογεί, δηλαδή να καθιστά πιθανό το αμφισβητούμενο γεγονός.

Τούτο συμβαίνει, όταν από το έγγραφο δεν αποδεικνύεται πλήρως το αμφισβητούμενο γεγονός, αλλά αναφέρονται σ' αυτό περιστατικά, από τα οποία με πιθανότητα μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα για την ύπαρξη του αμφισβητούμενου γεγονότος. Πότε δε το έγγραφο καθιστά πιθανό το αποδεικτέο γεγονός είναι ζήτημα πραγματικό.

Αν το δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου, κρίνει ότι υπάρχει πιθανολόγηση για το αποδεικτέο γεγονός δέχεται τη συνδρομή της αρχής έγγραφης απόδειξης και επιτρέπει βάσει αυτής τη μαρτυρική απόδειξη. Όταν υπάρχει αρχή έγγραφης απόδειξης από επικαλούμενο και νόμιμα προσκομιζόμενο έγγραφο, το δικαστήριο επιτρέπει τη μαρτυρική απόδειξη και αν δεν προταθεί από το διάδικο ότι το έγγραφο αυτό αποτελεί αρχή έγγραφης απόδειξης, καθόσον η αναγκαιότητα της πρότασης αυτής δεν προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη ούτε και από άλλη διάταξη (ΑΠ 219/2007).

Η εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 393 και 394 έχει επιφυλαχθεί από τη διάταξη του άρθρου 270 § 2 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 του νόμου 2915/2001 και στις υποθέσεις αρμοδιότητας Πολυμελούς και Μονομελούς πρωτοδικείου που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία του άρθρου 270 του ΚΠολΔ στον πρώτο βαθμό μετά την 1-1- 2002, αλλά και όταν οι ίδιες υποθέσεις εκδικάζονται σε δεύτερο βαθμό στο Εφετείο κατ' άρθρο 524 § 1 του ΚΠολΔ (Α.Π. 847/2009).

Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση των προσκομιζομένων διαδικαστικών εγγράφων, το Εφετείο δέχθηκε ως επιτρεπόμενο το εμμάρτυρο μέσο απόδειξης για την επίμαχη άτυπη σύμβαση αναδοχής χρέους με αντικείμενο ανώτερο των 5.900 ευρώ (ΚΠολΔ 393 § 1α), κρίνοντας ότι "υφίσταται αρχή έγγραφης απόδειξης (κατ' άρθρο 394 παρ. 1α, ΚΠολΔ), η οποία πηγάζει από την από 20-11-2006 απόδειξη είσπραξης, που συνέταξε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας, την οποία προσκομίζουν με επίκληση αμφότεροι οι διάδικοι, στην οποία αναφέρεται ότι ο άνω δικηγόρος έλαβε από τον εναγόμενο, ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό του Π.

Μ., το ποσό των 20.000,00 ευρώ σε τέσσερις (4) μεταχρονολογημένες επιταγές, έναντι της υπ' αριθμ. 37/957/41/2006 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας και των σχετικών κοινοποιηθεισών α' και β' επιταγών προς πληρωμή". Επομένως, το Εφετείο με το να δεχθεί το εμμάρτυρο μέσο αποδείξεως για την απόδειξη της άτυπης σύμβασης αναδοχής χρέους μεταξύ των διαδίκων, λόγω ύπαρξης αρχής έγγραφης απόδειξης, δεν έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ. 11α του ΚΠολΔικ, δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολομ.

ΑΠ 2/2008). Στην κρινόμενη υπόθεση, το Εφετείο προβαίνοντας σε ορθή ανάγνωση του περιεχομένου της από 20-11-2006 έγγραφης απόδειξης του πληρεξούσιου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης προέβη σε αξιολόγησή του για να καταλήξει, με βάση και αυτό το έγγραφο, στο αποδεικτικό του πόρισμα. Επομένως, δεν δέχθηκε το Εφετείο ως οντολογικό περιεχόμενο του εν λόγω αποδεικτικού εγγράφου διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά έχει και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθμ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και καταδικαστεί ο αναιρεσείων, που ηττάται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης (ΚΠολΔ 176 και 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 477/2010 απόφασης του Εφετείου Θράκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. -

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2013 .

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ