Legislator Case Law & Legislation
230/2010 AI generated

230/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 230/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/5/2001 αγωγή του τρίτου των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 24/1/2002 αγωγή του δευτέρου των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων και τις από 18/4/2002 παρεμπίπτουσες αγωγές της πρώτης των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4227/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7227/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/12/2007 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

230/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 558, 566 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται, ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων, οι οποίοι ήσαν διάδικοι στη δίκη στην οποία εξεδόθη η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνον εναντίον εκείνων από αυτούς, ως προς τους οποίους επιδιώκεται και με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειες είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 230 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 230/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πιέρρο Πλαγιανάκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "PERSONAL INSURANCE ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Παναγόπουλο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ψ2, 3) Ψ3, κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/5/2001 αγωγή του τρίτου των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 24/1/2002 αγωγή του δευτέρου των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων και τις από 18/4/2002 παρεμπίπτουσες αγωγές της πρώτης των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4227/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7227/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/12/2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου ανέγνωσε την από 22/10/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, και δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αυτής.

Ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Eπειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 576§2 του Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε την συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που κλητεύθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. ... εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Πειραιά, ..., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη, με την οποία ορίσθηκε αρμοδίως δικάσιμος η 6-2-2009, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με επισημείωση επί του πινακίου, καθώς και ακριβές αντίγραφο της υπ' αριθμ. ...

βεβαιώσεως αναβολής της προϊσταμένης του Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με κλήση για την συζήτηση της υποθέσεως, κατά την δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων, Ψ2 και Ψ3. Επομένως, εφ' όσον οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο, κατά την δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νομίμως, στη σειρά της, από το πινάκιο, και δεν παραστάθηκαν με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση, κατά το άρθρο 242§2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία αυτών.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 558, 566 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται, ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων, οι οποίοι ήσαν διάδικοι στη δίκη στην οποία εξεδόθη η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνον εναντίον εκείνων από αυτούς, ως προς τους οποίους επιδιώκεται και με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειες είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, κατά το μέρος που στρέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη με αυτή πλημμέλεια και ως προς τους οποίους δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση και αν ευδοκιμήσει ο λόγος αυτής. Επί τη βάσει τούτων, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, κυρίως εναγόντων, των οποίων οι κύριες αγωγές κατά του α' εναγομένου-αναιρεσείοντος και της γ' εναγομένης-α' αναιρεσιβλήτου έγιναν εν μέρει δεκτές, είναι απαράδεκτος και ως τοιαύτη πρέπει να απορριφθεί.

Και τούτο, διότι οι αποδιδόμενες με αυτή πλημμέλειες της προσβαλλομένης αποφάσεως ανάγονται στο κεφάλαιο της τελευταίας που αφορά στις παρεμπίπτουσες αγωγές που άσκησε η ασφαλίστρια, α' αναιρεσίβλητος κατά του παρεμπιπτόντως εναγομένου-αναιρεσείοντος και έγιναν εν μέρει δεκτές και όχι και σ' αυτό που αφορά τις κύριες αγωγές.

Ως προς τους β' και γ', δε, των αναιρεσιβλήτων, δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και αν ευδοκιμήσουν οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.

Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 ΑΚ, 1 του Ν. 2496/1997 (μετά την κατάργηση των άρθρων 189, 192 του Εμπ. Νόμου, με το άρθρου 33§2 του Ν. 2496/1997) και 11§1 του Ν. 489/1976 "Περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", συνάγεται, ότι η σύμβαση ασφαλίσεως καταρτίζεται με απλή συναίνεση των μερών και συντελείται από τον χρόνο της αποδοχής της αιτήσεως για ασφάλιση από τον ασφαλιστή, η οποία αποδοχή υποδηλώνεται με την κατάρτιση και παράδοση ή αποστολή του ασφαλιστηρίου στον αιτούντα, για το κύρος του οποίου αρκεί μόνον η υπογραφή του ασφαλιστού.

Με την σύμβαση ασφαλίσεως μπορεί εγκύρως να συμφωνηθεί, ότι αποκλείεται η κάλυψη, από τον ασφαλιστή, ζημιών, που προκαλούνται από την κυκλοφορία του αυτοκινήτου, όταν ο οδηγός του, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια του άρθρου 42 του ΚΟΚ.

Η συνομολόγηση του όρου αυτού μπορεί να γίνει είτε με ενσωμάτωση αυτουσίου του όρου αυτού στην σύμβαση ασφαλίσεως είτε και με την παραπομπή της συμβάσεως (στα πλαίσια του άρθρου 361 ΑΚ) στους όρους της Κ4/585/1978 αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου ή στο ΦΕΚ όπου αυτή έχει δημοσιευθεί (ΦΕΚ 795/8-4-1978), διά της οποίας (παραπομπής) η εν λόγω υπουργική απόφαση, στο άρθρο 25§8 της οποίας ορίζεται ότι αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες που προξενούνται, κατά τον χρόνο που ο οδηγός του αυτοκινήτου τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια του άρθρου 42 του ΚΟΚ, αποκτά συμβατικό χαρακτήρα.

Για την δέσμευση του ασφαλισμένου από τους, κατά τα ανωτέρω, ενσωματωμένους στο ασφαλιστήριο όρους, δεν είναι απαραίτητο να υπογράφεται το ασφαλιστήριο και από αυτόν, αφού η αποδοχή των όρων του μπορεί να γίνει και σιωπηρώς. Αυτό δύναται να συμβεί με πλείονες τρόπους, όπως με την παραλαβή του ασφαλιστηρίου, την καταβολή των ασφαλίστρων, την δήλωση στον ασφαλιστή του επιγενομένου ατυχήματος και άλλους, κατά περίπτωση, τρόπους.

Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του παθόντος τρίτου ότι το ατύχημα συνέβη σε χρόνο που οδηγός του τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, εφ' όσον τούτο δεν τον απαλάσσει της υποχρεώσεώς του να τον αποζημιώσει. Επιτρέπεται, όμως, κατά τα ανωτέρω, να συμφωνηθεί μεταξύ του ασφαλιστού και του ασφαλισμένου, αντισυμβαλλομένου, ότι στην περίπτωση αυτή ο ασφαλιστής δικαιούται να στραφεί κατά του αντισυμβαλλομένου και ασφαλισμένου και να αξιώσει από αυτούς να του καταβάλουν κάθε ποσό που θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον παθόντα τρίτο.

Για την ευδοκίμηση τέτοιας αγωγής τους ασφαλιστού κατά των, ως άνω, προσώπων πρέπει να αναφέρεται σ'αυτή και να αποδεικνύεται η συναφθείσα σύμβαση ασφαλίσεως των ανωτέρω προσώπων, σχετικώς με το συγκεκριμένο αυτοκίνητο, καθώς και ότι ο σχετικός περί απαλλαγής του ασφαλιστού όρος (άρ. 25 περ. 8 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε) κατέστη περιεχόμενο της συμβάσεως ασφαλίσεως και ο τρόπος με τον οποίο συνέβη τούτο. (ΑΠ 1650/2001).

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "Πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση.

Επομένως, δεν αποτελούν πράγματα, υπό την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή ενστάσεως καθώς και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Για να είναι, όμως, πλήρης ο λόγος αυτός, σε περίπτωση μη λήψεως υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας κάποιου ισχυρισμού, θα πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και όλα εκείνα τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτώς στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση.

Εξ άλλου, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του πράγματα, κατά την προεκτεθείσα έννοια, που δεν προτάθηκαν. Επομένως, την παραβίαση συνιστά και η έρευνα κεφαλαίου εκτός των ορίων της εφέσεως και των προσθέτων λόγων, καθώς και η λήψη υπ' όψη πραγματικών γεγονότων μη περιεχομένων στην αγωγή, προς θεμελίωσή της.

Ο λόγος όμως, αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του ισχυρισμό, αυτεπαγγέλτως, κατά νομική υποχρέωση. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, κατ' ορθόν χαρακτηρισμό, από τον αριθμό 8 (και όχι από τον αριθμό 9), αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το εφετείο, κρίνοντας επί της εφέσεως του, ήδη αναιρεσείοντος, εξήλθε των ορίων αυτής και απεφάνθη επί κεφαλαίου, για το οποίο δεν υφίστατο παράπονο.

Από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρ. 561 § 1 Κ.Πολ.Δ), προκύπτει ότι: Η ήδη πρώτη αναιρεσίβλητος, δια την από 18-4-2002 παρεμπιπτουσών αγωγών της κατά της ήδη μη διαδίκου, Ζ, ως κυρίας του, δυνάμει ασφαλιστικής συμβάσεως, ασφαλισμένου σ' αυτή Ι.Χ.Ε, αυτοκινήτου, και του ήδη αναιρεσείοντος, ως οδηγού του ίδιου αυτοκινήτου, ζήτησε, μετά νόμιμο περιορισμό του αιτήματός της, να αναγνωρισθεί ότι οι ανωτέρω είναι υποχρεωμένοι να της καταβάλουν όποιο ποσό υποχρεωθεί η ίδια να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες και ήδη δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων, ως ζημιωθέντες από το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, επειδή ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ευρίσκετο υπό την επήρεια οινοπνεύματος, γεγονός που απετέλεσε όρο εξαιρέσεως της ασφαλίσεως, ο οποίος είχε περιληφθεί στην ασφαλιστική σύμβαση.

Το πρωτόδικο δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 4227/2003 απόφασή του, συνεκδικάζοντας τις κύριες αγωγές των ήδη δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων και τις παρεμπίπτουσες αγωγές, εδέχθη κατά ένα μέρος τις κύριες αγωγές, ενώ εδέχθη τις παρεμπίπτουσες αγωγές, ως προς τον οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ήδη αναιρεσείοντα και απέρριψε αυτές ως προς την κυρία του αυτοκινήτου, Ζ, δεχόμενο ότι η τελευταία δεν υπέγραψε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο και δεν εγνώριζε τον συμβατικό όρο εξαιρέσεως από την ασφάλιση που περιείχετο σ' αυτό.

Ο ήδη αναιρεσείων άσκησε έφεση κατά της ανωτέρω αποφάσεως, στρεφομένη κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, ενώ οι δεύτερος και τρίτος αναιρεσίβλητοι-κυρίως ενάγοντες άσκησαν αντέφεση κατ' αυτής. Με τον όγδοο λόγο της εφέσεώς του (που ανεφέρετο ειδικώς στις παρεμπίπτουσες αγωγές), ο ήδη αναιρεσείων-εκκαλών, επεκαλέσθη την ορθότητα της εκκαλουμένης αποφάσεως, εν σχέσει προς την απόρριψη των παρεμπιπτουσών αγωγών, ως προς την κυρία του ασφαλισμένου, στην πρώτη αναιρεσίβλητο, αυτοκινήτου, διότι πράγματι η τελευταία δεν υπέγραψε το ασφαλιστήριο και δεν εγνώριζε την ύπαρξη του συγκεκριμένου όρου εξαιρέσεως από την ασφάλιση και ισχυρίσθη ότι η απαλλαγή αυτής έπρεπε να επεκταθεί και στον ίδιο, ως προστηθέντα από αυτή στην οδήγηση του αυτοκινήτου, με την ίδια αιτιολογία, εφ' όσον δεν υφίστατο στην ασφαλιστική σύμβαση ο όρος της εξαιρέσεως από την ασφάλιση.

Ζήτησε δε την εξαφάνιση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, εσφαλμένως έκανε δεκτές τις παρεμπίπτουσες αγωγές ως προς αυτόν. Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, έκρινε το ίδιο επί του ζητήματος, αναφορικώς προς το εάν ο επικληθείς από την παρεμπιπτόντως ενάγουσα-α' αναιρεσίβλητο όρος εξαιρέσεως από την ασφάλιση απετέλεσε περιεχόμενο της συμβάσεως ασφαλίσεως και δέχθηκε, ότι "....ναι μεν το ασφαλιστήριο συμβόλαιο δεν φέρει την υπογραφή της εναγομένης αλλά μόνον την υπογραφή του προκατόχου της - συζύγου της, πλην όμως η τελευταία έθεσε στη διάθεση της άνω εναγομένης αντίγραφο του εν λόγω ασφαλιστηρίου συμβολαίου και συνεπώς αυτή έλαβε γνώση των περιεχομένων σ' αυτό περιοριστικών όρων της ασφαλιστική κάλυψης μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και εκείνος που προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 25 της ΚΑ/585/1978 ΑΥΕ και εφ' όσον δεν τους απέκρουσε, αντίθετα αναφέρθηκε στην ασφαλιστική σύμβαση κατά την υποβολή δηλώσεων προς την ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία, για το παραπάνω ατύχημα, τους αποδέχθηκε σιωπηρά και έτσι απέκτησαν συμβατική ισχύ...".

Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο έκρινε, ότι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος-εκκαλών, ως προστηθείς από την δευτέρα εναγομένη στην οδήγηση του αυτοκινήτου της, υποχρεούται να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα τα ποσά που αυτή θα καταβάλει στους παθόντες τρίτους και απέρριψε την έφεση τούτου, κατά το μέρος που αφορούσε στις παρεπμπίπτουσες αγωγές.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, κατά την πλειοψηφούσα στο δικαστήριο άποψη, δεν εξήλθε των ορίων της εφέσεως και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., διότι: το Εφετείο εξέτασε τον όγδοο λόγο της έφεση του αναιρεσείοντος, με τον οποίο αυτός έπληττε την πρωτόδικη απόφαση, επειδή έγινε δεκτή η παρεμπίπτουσα αγωγή κατ' αυτού και έκρινε ότι ήταν ορθή η κρίση της σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα της δεσμευτικότητας του όρου της ασφαλιστικής σύμβασης σε περίπτωση που ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου τελεί υπό την επήρεια οινοπνεύματος, και απλώς αντικατέστησε την αιτιολογία, ενόψει και του γεγονότος ότι, λόγω της απλής ομοδικίας που υφίσταται μεταξύ αυτού και της κυρίας του αυτοκινήτου δεν δεσμευόταν από την πρωτόδικη κρίση, που αφορά αυτήν.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το ανωτέρω πρώτο μέρος του, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Κατά την άποψη, όμως, την οποία διατύπωσε η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Σοφία Καραχάλιου, ο ανωτέρω πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, έπρεπε να γίνει δεκτός. Και τούτο διότι: από την διάταξη του άρθρου 522 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνει αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απεφάνθη ορθώς ή όχι, επί τη βάσει των λόγων της εφέσεως, ήτοι των αποδιδομένων από την εκκαλούντα στην πρωτόδικο απόφαση σφαλμάτων και παραλείψεων, τα οποία συνιστούν την νομική βάση της εφέσεως.

Επομένως, σφάλματα ή παραλείψεις, που δεν προβλήθηκαν από τον διάδικο με λόγο εφέσεως, δεν δύνανται να εξετασθούν, αυτεπαγγέλτως, από το Εφετείο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως και ανωτέρω ελέχθει, το πρωτόδικο δικαστήριο, εν σχέσει προς τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούσαν την βάση της παρεμπίπτουσας αγωγής, δέχθηκε ότι η παρεμπιπτόντως εναγομένη Ζ, η οποία δεν υπέγραψε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, δεν γνώριζε τον συμβατικό όρο για την στοιχειοθετούμενη απαλλαγή της ενάγουσα ασφαλιστικής εταιρείας (και επομένως δεν τους απεδέχθη, ώστε να αποτελέσουν περιεχόμενο αυτής).

Ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος-αναιρεσείων, με τον όγδοο λόγο της εφέσεώς του, όχι μόνον δεν προέβαλε σφάλμα της πρωτοδίκου αποφάσεως, κατά το μέρος αυτό, αλλά αντιθέτως επικαλέσθηκε την ορθότητά της και προέβαλε σφάλμα μόνον εν σχέσει προς την διαγνωσθείσα, ως προς αυτόν, έννομο συνέπεια και την παραδοχή των παρεμπιπτουσών αγωγών.

Επομένως, το Εφετείο, με το να επανακρίνει το ανωτέρω ζήτημα, χωρίς την προβολή σφάλματος, ως προς αυτό, από τον εκκαλούντα-α' αναιρεσίβλητο, εξήλθε των ορίων της εφέσεως και υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.. Εξ άλλου, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, επειδή το Εφετείο, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπ' όψη :

α) το τυπικό δεδικασμένο που ίσχυε, ως προς την ανωτέρω Ζ, και προέκυπτε από το γεγονός ότι δεν ασκήθηκε έφεση, από την παρεμπιπτόντως ενάγουσα-α' αναιρεσίβλητο, κατ' αυτής, ενώ είχε επιδοθεί η πρωτόδικος απόφαση και β) το δεδικασμένο, που προέκυπτε από το γεγονός ότι είχε λάβει χώρα ανεπιφύλακτος αποδοχή της πρωτοδίκου αποφάσεως, με βάση το από 16-12-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των κυρίως εναγόντων και της α' αναιρεσιβλήτου.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί είχαν προταθεί, από τον αναιρεσείοντα, κατά τρόπο παραδεκτό, ενώπιον του Εφετείου, ούτε και ποια η επίδραση των ισχυρισμών αυτών στην έκβαση της δίκης και το διατακτικό της αποφάσεως, εν όψει του ότι επρόκειτο περί δεδικασμένου, το οποίο δεν ίσχυε για τον ίδιο.

Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψη, προς θεμελίωση των παρεμπιπτουσών αγωγών, πραγματικά περιστατικά, που δεν προτάθηκαν. Από το δικόγραφο των παρεμπιπτουσών αγωγών προκύπτει, ότι βάση αυτών αποτέλεσαν οι όροι του άρθρου 25 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε, (μεταξύ των οποίων και η εξαίρεση από την ασφάλιση ζημιών, που προξενούνται καθ' ον χρόνο ο οδηγός του αυτοκινήτου ετέλει υπό την επήρεια οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, υπό την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ), που έχουν περιληφθεί στην ασφαλιστική σύμβαση, ως γενικοί όροι, και τους οποίους εγνώριζε και "ρητά απεδέχθη" η ασφαλισμένη Ζ και "δεν άσκησε δικαίωμα εναντίωσης".

Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο αυτής, που εκτίθεται ανωτέρω, αναφορικώς με την ύπαρξη ή μη του επικαλουμένου όρου εξαιρέσεως από την ασφάλιση, δέχθηκε ότι η παρεμπιπτόντως ενάγουσα, ασφαλίστρια, "έθεσε στη διάθεση της άνω εναγομένης αντίγραφο του ασφαλιστηρίου και συνεπώς αυτή έλαβε γνώση των αναφερομένων σε αυτό όρων...

και "εφ' όσον δεν τους απέκρουσε", αντίθετα αναφέρθηκε στην ασφαλιστική σύμβαση κατά την υποβολή δηλώσεων προς την ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία για το ατύχημα, τους αποδέχθηκε σιωπηρά και έτσι απέκτησαν συμβατική ισχύ". Εκ τούτων συνάγεται, ότι το Εφετείο δέχθηκε πραγματικά περιστατικά που συνιστούν "αποδοχή" των όρων της ασφαλιστικής συμβάσεως, μεταξύ των οποίων και οι όροι εξαιρέσεως από την ασφάλιση, η οποία (αποδοχή) είναι δυνατόν να γίνει ρητώς ή σιωπηρώς, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα πρόταση της παρούσας σκέψεως.

Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Ο αυτός λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη τον όγδοο λόγο της εφέσεως, που είχε ασκήσει ο ήδη αναιρεσείων, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι ο όγδοος λόγος της εφέσεως, που αφορούσε στις παρεμπίπτουσες αγωγές κατ' αυτού, ελήφθη υπ' όψη από το Εφετείο και απερρίφθη, κατά τα ανωτέρω.

Επειδή, από τον σκοπό του Ν. 2496/1997, που έγκειται κυρίως στην ρύθμιση των προαιρετικών συμβάσεων ασφαλίσεως, από τις ρυθμίσεις δε αυτού που αφορούν στην υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης, εξαιρείται η υποχρεωτική ασφάλιση ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων (άρθρ. 26 § 6 αυτού), συνάγεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 2 § 2-7 αυτού, που αναφέρονται στον τρόπο διατυπώσεως και εντάξεως των γενικών ή ειδικών όρων του ασφαλιστηρίου και τις προϋποθέσεις δεσμευτικότητός των, δεν έχουν εφαρμογή στην ασφάλιση ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, λόγω της διαφορετικότητος των συμφερόντων του ασφαλισμένου στην περίπτωση αυτή, αλλά και λόγω του ότι δεν αρμόζουν στην νομοθετικώς προκαθορισμένη ελάχιστη κάλυψη, την οποία ο ασφαλιστής παρέχει στον ασφαλισμένο.

Εξ άλλου, λόγο αναιρέσεως, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1, συνιστά και η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται, αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ υπήρχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Κατά την έννοια δε της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς, από το αιτιολογικό της, τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως, που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αμφότεροι, όμως, οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως ελέγχονται με βάση τα εκτιθέμενα στην προσβαλλομένη απόφαση γεγονότα και όχι με βάση εκείνα, που φέρεται ότι είχε επικαλεσθεί ο αναιρεσείων και το δικαστήριο δεν εξήτασε ή δεν δέχθηκε. Τέλος, με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του, παρά το νόμο αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν.

Για το ορισμένο του λόγου αυτού, πρέπει να προσδιορίζονται οι αποδείξεις, ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου ελήφθησαν υπ' όψη καθώς και η επίδραση του ισχυρισμού αυτού στο διατακτικό της αποφάσεως. Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά, εν σχέσει προς την ύπαρξη όρου εξαιρέσεως από της ασφαλίσεως: "....Δυνάμει σύμβασης ασφάλισης, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, η ενάγουσα είχε ασφαλίσει την αστική ευθύνη της δεύτερης εναγομένης, ιδιοκτήτριας του υπ' αριθμ. ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου για την περίπτωση προκλήσεως ζημιών σε τρίτους .....κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 30-12-1999 μέχρι 30-6-2000, ανεξάρτητα αν το ασφαλιστήριο συνέχιζε να εκδίδεται στο όνομα του συζύγου της..... Για την ασφάλιση αυτή είχε καταρτισθεί το με αριθμό ... ασφαλιστήριο, όπως ανανεώθηκε με το υπ' αριθμ. ...

συμβόλαιο. Μεταξύ των συμβαλλομένων συμφωνήθηκε με τον πρώτο όρο του συμβολαίου ότι η παρούσα σύμβαση διέπεται από τις διατάξεις του Ν. 489/1976, την ΥΑ Κ4/585/78, ΦΕΚ 795, η οποία εκδόθηκε με εξουσιοδότηση της παραγράφου.....και το Ν. 2496/1997. Με την παραπομπή της σύμβασης ασφαλίσεως στο κείμενο της Κ4/585/1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου, ο περιοριστικός όρος της ασφαλιστικής κάλυψης του άρθρου 25 της εν λόγω απόφασης, απέκτησε συμβατική ισχύ, πράγμα που σημαίνει, ότι η ενάγουσα απαλλάσσεται από την υποχρέωση ασφαλιστικής κάλυψης σε περίπτωση πρόκλησης ζημιών, όταν το αυτοκίνητο του ασφαλισμένου οδηγείται από πρόσωπο που τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος....

Και ναι μεν το ασφαλιστήριο συμβόλαιο δεν φέρει την υπογραφή της εναγομένης, αλλά μόνο την υπογραφή του προκατόχου της - συζύγου της, πλην όμως η τελευταία έθεσε στη διάθεση της εναγομένης αντίγραφο του εν λόγω ασφαλιστηρίου συμβολαίου και συνεπώς αυτή έλαβε γνώση των αναφερομένων σ' αυτό περιοριστικών όρων της ασφαλιστικής κάλυψης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και εκείνος που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 25 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ και εφ' όσον δεν τους απέκρουσε, αντίθετα αναφέρθηκε στην ασφαλιστική σύμβαση κατά την υποβολή δηλώσεων προς την ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία για το παραπάνω ατύχημα, τους αποδέχθηκε σιωπηρά και έτσι απέκτησαν συμβατική ισχύ ....".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε, ότι ο πρώτος παρεμπιπτόντως εναγόμενος ήδη αναιρεσείων, ως προστηθείς από την δευτέρα εναγομένη στην οδήγηση του αυτοκινήτου της, υποχρεούται να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα ήδη α' αναιρεσίβλητο τα ποσά που αυτή θα υποχρεωθεί να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες, ζημιωθέντες τρίτους, και απέρριψε την έφεση τούτου, ως προς την παρεμπιπτόντως ενάγουσα, επικυρώνοντας την πρωτόδικο απόφαση, η οποία είχε δεχθεί την παρεμπίπτουσα αγωγή, ως προς αυτόν.

Έτσι κρίνοντας, το Εφετείο δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις αναφερόμενες στη μείζονα πρόταση της πρώτης σκέψεως της παρούσας ουσιαστικές διατάξεις, διότι οι παραδοχές του, στηρίζουν την διαγνωσθείσα έννομο συνέπεια, ενώ περιέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες αναφέρονται στο ότι η διάταξη του άρθρου 25 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε και ο προβλεπόμενος από αυτή, ως άνω, όρος εξαιρέσεως από την ασφάλιση απετέλεσαν συμβατικό όρο της ασφαλιστικής συμβάσεως, που η ασφαλισμένη απεδέχθη σιωπηρώς, και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Οι επί μέρους αιτιάσεις, ότι η προσβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., επειδή δεν περιέλαβε στο αποδεικτικό της πόρισμα, εν σχέσει προς την γνωστοποίηση των γενικών και ειδικών όρων της συμβάσεως ασφαλίσεως, τα στοιχεία που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 2 § 4 του Ν. 2496, που φέρεται, ότι εφήρμοσε, κρίνονται αβάσιμες, εφ' όσον οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται και δεν εφαρμόσθηκαν στην προκειμένη περίπτωση, συμφώνως προς όσα εκτίθενται στην μείζονα πρόταση της παρούσας σκέψης, ενώ η αναφορά του εφετείου στον Ν. 2496/1997 σχετίζεται με το περιεχόμενο του πρώτου όρου του ασφαλιστικού συμβολαίου που καταρτίσθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων, κατά τον οποίο η παρούσα σύμβαση διέπεται "από τον Ν. 489/1976, την υπ' αριθμ.

Κ4/585/78 ..... και τον Ν. 2496/97". Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αφορά στις αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 1 και 19 του άρθ. 559 Κ.Πολ.Δ, πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, με τον αυτό λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., επειδή το Εφετείο έλαβε υπ' όψη του αποδείξεις και ειδικότερα "δηλώσεις προς την ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία για το ατύχημα", από την ασφαλισμένη, χωρίς να προσκομισθούν, εφ' όσον είναι ανύπαρκτες.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, εφ' όσον δεν εξειδικεύεται, με αυτόν, ο πραγματικός ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου ελήφθησαν υπ' όψη οι ανωτέρω δηλώσεις και ποια η επίδραση του ισχυρισμού αυτού στο διατακτικό της αποφάσεως. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσιβλήτου, η οποία παραστάθηκε, κατά την συζήτηση (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-12-2007 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 7227/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσιβλήτου (PERSONAL INSURANCE ΑΕΓΑ), τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ