Supreme Court dismisses appeal against second-instance judgment for lack of legal basis and insufficient reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court failed to properly assess evidence regarding fraud and liability, claiming the defendant defrauded him of 16 million drachmas. The court found the second-instance judgment legally sound, noting that the evidence clearly established the appellant's liability and the causal link to the loss, rendering the appeal arguments inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1 and Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the judgment has a legal basis and the reasoning is sufficient, provided the facts and law support the conclusion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 230 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 230/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ρίζο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπασπύρου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 25 Νοεμβρίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:41493/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1813/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 2 Δεκεμβρίου 2008 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 12.11.2007 αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (173 και 200 του Α.Κ.). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006 Ολ. ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1 /1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 41 3/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 16/2005).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 43/1990).
Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης 3) υπαιτιότητα και 4) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. προκύπτει ότι γεννεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απάτη σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βουλήσεως ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται και σε μελλοντικό γεγονός. (Α.Π. 1516/1999).
Εξάλλου, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ερμηνευόμενης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση ζημίας σε άλλον άλλα και όταν, χωρίς να την αποσκοπεί, προβλέπει και αποδέχεται την επέλευση της ζημίας αυτής είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' του ΑΚ προκύπτει ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 του ΑΚ) ήταν επαρκής ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 468/2003).
Εφόσον οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι ορισμένο γεγονός, μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 889/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1813/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσ/νίκης έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεως: "Ο εναγόμενος κατά το χρονικό διάστημα 7.4.2000 έως 8.11.2000 ήταν Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος της εδρεύουσας στη .....
ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Παραγωγική-Εμπορική Εδεσμάτων Ανώνυμη Βιοτεχνική και Εμπορική Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "Ελληνικά Εδέσματα ΑΒΕΕ". Ως πρόεδρος του ΔΣ, διευθύνων σύμβουλος και κύριος μέτοχος της άνω εταιρείας, κατέχοντας ποσοστό 55,35% των μετόχων της, διαχειριζόταν μόνος του τα οικονομικά της και είχε άμεση γνώση της οικονομικής της κατάστασης, η οποία ήταν ζημιογόνος και παθητική.
Στις αρχές του μήνα Απριλίου 2000 ο εναγόμενος παρέστησε στον ενάγοντα εν γνώσει ψεύδους, ότι προκειμένου να επιτευχθεί η οικονομική εξυγίανση της εταιρείας, πρόκειται να γίνει αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της, κατά το ποσό των 30.000.000 δρχ., μετά από σχετική απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων, που θα πραγματοποιηθεί στις 15.9.2000 και ότι στην εν λόγω αύξηση θα συμμετάσχει και ο ίδιος, προφανώς για να πεισθεί ο ενάγων, ότι η συμμετοχή του θα είναι προσοδοφόρα.
Έτσι έπεισε ο εναγόμενος τον ενάγοντα, να συμμετάσχει στην υποτιθέμενη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της άνω εταιρείας και να καταθέσει για το σκοπό αυτό με υπόδειξη του [εναγομένου] σε λογαριασμό της εταιρείας: α] την 7.4.2000 το ποσό των 2.000.000 δρχ., β] την 27.4.2000 το ποσό των 2.000.000 δρχ., γ] την 21.8.2000 το ποσό των 5.000.000 δρχ., δ] την 30.8.2000 το ποσό των 2.500.000 δρχ., ε] την 2.11.2000 το ποσό των 2.000.000 δρχ., ενώ στις 31.7.2000 εξέδωσε την αριθμ. ......τραπεζική επιταγή της Άλφα Τράπεζας Πίστεως ποσού 2.500.000 δρχ.
σε διαταγή του εναγομένου, προκειμένου το ποσό της ρευστοποίησης της να διατεθεί στην προαναφερόμενη αύξηση, η οποία και πράγματι εξοφλήθηκε. Όμως η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας ουδέποτε πραγματοποιήθηκε και αυτή όχι μόνον δεν εξυγιάνθηκε οικονομικά, αλλά με τη με αριθμό 31606/29.11.2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης, έπειτα από σχετική αίτηση πιστωτή της.
Ο ενάγων την 1.8.2002 πληροφορήθηκε, ότι δεν πραγματοποιήθηκε η γενική συνέλευση της 15.9.2000, γιαυτό άλλωστε και κατέθεσε την 8.11.2000 και το ποσό των 2.000.000 δρχ. για τη συμμετοχή του στην δήθεν αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, και ζήτησε από τον εναγόμενο, να του επιστρέψει το ποσό των 16.000.000 δρχ., που είχε καταβάλει για το σκοπό αυτό, χωρίς όμως αποτέλεσμα.
Βεβαίως, στο αριθμ. 7881/22.8.2000 ΦΕΚ τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ, δημοσιεύθηκε πρόσκληση των μετόχων της άνω εταιρείας σε έκτακτη γενική συνέλευση στις 15.9.2000 με θέμα, εκτός άλλων, την αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου με την καταβολή μετρητών ύψους 30.000.000 δρχ.. Πρακτικό όμως περί σύγκλησης της γενικής αυτής συνέλευσης και βεβαίως, σχετική απόφαση αυτής δεν προσκομίζεται.
Ο εναγόμενος δε, δεν δίνει κάποια πειστική εξήγηση για τη μη σύγκληση της γενικής συνέλευσης των μετόχων για αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας. Η κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης Α, ότι η γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρείας αποφάσισε την αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου και ότι ο ενάγων συμμετείχε στην εν λόγω αύξηση καταθέτοντας το ποσό των 20.000.000 δρχ.
δεν κρίνεται πειστική, καθόσον όπως προαναφέρθηκε δεν προσκομίζεται αντίγραφο πρακτικού της σχετικής απόφασης της γενικής συνέλευσης, ενώ ο εναγόμενος δεν προσκομίζει αποδεικτικό έγγραφο περί καταβολής χρημάτων από μέρους του για συμμετοχή του στην προαναφερόμενη αύξηση, πράγμα βεβαίως που θα έπραττε, εάν όντως προέβαινε στην εν λόγω καταβολή.
Εξάλλου, δεν εξηγείται λογικά, για ποιο λόγο ο εναγόμενος κατέθεσε το ποσό των 20.000.000 δρχ., κατά τη στιγμή που η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου θα ανερχόταν σε 30.000.000 δρχ. και ο ενάγων είχε καταβάλει για τη συμμετοχή του στην αύξηση αυτή συνολικά το ποσό των 16.000.000 δρχ. Ο εναγόμενος από την αρχή γνώριζε, ότι δεν πρόκειται να γίνει αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, προκειμένου αυτή να εξυγιανθεί οικονομικά και βεβαίως, δεν είχε την πρόθεση να μετάσχει στην υποτιθέμενη αύξηση, γιαυτό άλλωστε και κανένα χρηματικό ποσό κατέθεσε σχετικά.
Σκοπός ήταν, λόγω του ότι ως πρόεδρος του ΔΣ διευθύνων σύμβουλος και κύριος μέτοχος της εταιρείας διαχειριζόταν μόνος του τα οικονομικά της, να καρπωθεί ο ίδιος το χρηματικό ποσό, το οποίο ο ενάγων θα κατέθετε για τη συμμετοχή του στην προαναφερόμενη αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου. Αποτέλεσμα της όλης απατηλής και εντεύθεν αδικοπρακτικής αυτής συμπεριφοράς του εναγομένου ήταν, να υποστεί ο ενάγων ζημία ύψους 16.000.000 δρχ.
ήτοι 46.955,24 ευρώ, προς αποκατάσταση της οποίας υπόχρεος είναι ο εναγόμενος".
Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τον αντίστοιχο δεύτερο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε, την εφαρμοσθείσα ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, καίτοι αφορούσαν ψευδείς προτάσεις αναφερόμενες σε μελλοντικό γεγονός, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της υπαίτιας αδικοπρακτικής - απατηλής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος - εναγομένου και δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής του αναιρεσίβλητου εφόσον κατά τις ίδιες παραδοχές της προσβαλλόμενης επήλθε τελικά ζημία στο πρόσωπο του αναιρεσίβλητου. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 914 του ΑΚ την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων επί της παρανομίας, της υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους συναφείς δεύτερο έως και τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ κατά την απόρριψη των αντίστοιχων λόγων της έφεσής του κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Ειδικά δε η απατηλή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την προκληθείσα ζημία στην περιουσία του αναιρεσίβλητου που εξαπατήθηκε, προκύπτουν σαφώς από τις παραδοχές της προβαλλόμενης ότι: "ο αναιρεσείων εναγόμενος, που διαχειριζόταν μόνος του τα οικονομικά της πιο πάνω εταιρείας με τις συναφείς ιδιότητές του, ενώ γνώριζε τη ζημιογόνο κατάσταση της εταιρείας, και ότι δεν επρόκειτο να ακολουθήσει η διαδικασία της εξυγίανσής της, ψευδώς διαβεβαίωσε τον αναιρεσείοντα ότι θα πραγματοποιείτο η εξυγίανση και του έπεισε να καταθέσει σε λογαριασμό της εταιρείας το ποσό συνολικά των 16.000.000 δρχ., που απώλεσε οριστικά (ο αναιρεσίβλητος), αφού δεν επακολούθησε η εξυγίανση της εταιρείας ούτε η αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, και τελικά πτώχευσε (η εταιρεία), εκ των υστέρων δε προέκυψε ο σκοπός του αναιρεσείοντος να καρπωθεί το πιο πάνω ποσό, με την ιδιότητα του μοναδικού διαχειριστή της εταιρικής περιουσίας που αγνοούσε μέχρι τότε ο αναιρεσίβλητος".
Εξ άλλου, οι ίδιοι λόγοι της αναίρεσης κατά την σ'αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω προαναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα της υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος, της ζημίας του αναιρεσίβλητου και του αιτιώδους συνδέσμου και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθετη: α) με το γεγονός ότι ο ίδιος δεν καρπώθηκε τα χρήματα του αναιρεσίβλητου που ανήκουν στην περιουσία της εταιρείας, β) η πτώχευση της εταιρείας ήταν αναπόφευκτη, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος και των αντίστοιχων αρνητικών ισχυρισμών του η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-11-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1813/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (που δεν κατέθεσε προτάσεις), την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ