Legislator Case Law & Legislation
230/2008 AI generated

230/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 230/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

230/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ζητείται, για τους προβαλλομένους λόγους η αναίρεση της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου κατά το τελευταίο τούτο κεφάλαιο.

Keywords

AI generated
claim for insurance benefits health impairment in military insurance statutory accident insurance suspension of insurance cover entitlement condition for benefits reinstatement of insured status
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 230 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 230/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ζαρναβέλη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.Α.Ζ.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Σύριο, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 12-12-2002, 13-3-2003, 17-6-2003, 20-3-2003, 20-10-2003, 20-10-2003 και 20-10-2003 αγωγές των αντιδίκων και άλλων προσώπων, τα οποία δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4908/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 6618/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-3-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, διάβασε την από 27-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή με τις από 20.3.2003 και 17.6.2003 παρεμπίπτουσες αγωγές η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσείουσα, ιδιοκτήτρια του καθοριζομένου αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο σ' εκείνη για την αστική ευθύνη έναντι τρίτων, υποχρεούται να της καταβάλει κάθε ποσό, που η ίδια θα υποχρεωθεί να καταβάλει στους παθόντες από το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, που φέρεται ότι προκλήθηκε από υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου αυτοκινήτου, ενάγοντες των κύριων αγωγών, που απευθύνονται και εναντίον της, διότι ο οδηγός αυτός κατά το χρόνο του ατυχήματος, ήταν σε κατάσταση μέθης και σύμφωνα με όρο της συμβάσεως ασφαλίσεως, αποκλείεται η ασφαλιστική κάλυψη στην περίπτωση αυτή.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που συνεκδίκασε τις κύριες και παρεμπίπτουσες αγωγές, με την 4908/2004 απόφασή του, έκρινε ότι ο οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη αυτοκινήτου της αναιρεσειούσης, ο οποίος ήταν αποκλειστικός υπαίτιος του ατυχήματος, δεν τελούσε κατά τον χρόνο αυτόν σε κατάσταση μέθης και απέρριψε ως αβάσιμες κατ' ουσίαν τις παρεμπίπτουσες αγωγές της αναιρεσίβλητης.

Η τελευταία άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής την από21.12.2004 έφεση, βάλλουσα και κατά του πιο πάνω απορριπτικού των παρεμπιπτουσών αγωγών της, μέρους της, επί της οποίας εκδόθηκε η 6618/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτό, αφού δέχθηκε τη συνομολόγηση του προαναφερθέντος όρου της ασφαλιστικής συμβάσεως περί απαλλαγής από την ευθύνη έναντι της αναιρεσειούσης και τη συνδρομή του όρου αυτού, ως εκ του ότι ο κριθείς αποκλειστικός υπαίτιος του ατυχήματος οδηγός του αυτοκινήτου της αναιρεσειούσης κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν σε κατάσταση μέθης, έκανε δεκτή την έφεση κατά το πιο πάνω κεφάλαιο της εκκαλουμένης, εξαφάνισε την απόφαση αυτή (και) κατά το μέρος αυτό και έκανε εν μέρει δεκτές τις παρεμπίπτουσες αγωγές.

Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ζητείται, για τους προβαλλομένους λόγους η αναίρεση της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου κατά το τελευταίο τούτο κεφάλαιο.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικώς με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται χωριστή αξιολόγηση του καθενός. Η παραβίαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11περ. γ' του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Ο λόγος, όμως, αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο λόγος αναιρέσεως, ή, προκειμένου περί εγγράφων, όταν έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται ειδική μνεία ή αξιολόγηση καθενός από αυτά, εκτός, αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες της καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων και ειδικότερα των αναφερομένων στο αναιρετήριο, οπότε και μόνον είναι κατ' ουσίαν βάσιμος ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως.

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πιο πάνω πλημμέλεια, διότι, το Εφετείο, προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του περί μέθης του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου της αναιρεσειούσης κατά τον χρόνο του ατυχήματος, δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα έγγραφα που με επίκληση είχαν προσκομιστεί, ήτοι το από ......

έγγραφο φερόμενο από την αναιρεσείουσα ως περιέχον απάντηση του γιατρού, που διενήργησε την αιματοληψία και βεβαιώνεται ότι "η αντισηψία στο σημείο παρακέντησης για λήψη αίματος έγινε με οινόπνευμα φωτιστικόν σε οινοπνευματικό βαθμό 93ο" και το 62/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αιμαλιάδας, με το οποίο κηρύχθηκαν άκυρες οι .....

και ...... εκθέσεις ανιχνεύσεως οινοπνεύματος και τοξικολογικής αναλύσεως αντιστοίχως, για παραβάσεις της 13782 Φ 705.11/4δ/1977 Υ.Α. και ειδικότερα γιατί η πρώτη δεν ανακοινώθηκε εγγράφως στον οδηγό (.........), και η δεύτερη έγινε μετά την πάροδο της νόμιμης τρίμηνης προθεσμίας από της λήψεως του αίματος, καθώς και τις καταθέσεις των ενώπιον του πρωτοβάθμιoυ δικαστηρίου εξετασθέντων μαρτύρων της αναιρεσειούσης και του ανωτέρω οδηγού του αυτοκινήτου της.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, καθόσον μεν αφορά τους μάρτυρες, στην απόφαση ρητώς βεβαιώνεται ότι το δικαστήριο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού συλλογισμού έλαβε υπόψη και τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθόσον δε αφορά τα έγγραφα, από τη διαλαμβανόμενη στην απόφαση γενική διαβεβαίωση του Εφετείου ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και ".......όλα γενικά και χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουv οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τα τοιαύτα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή από αυτά δικαστικών τεκμηρίων........" σε συνδυασμό προς την αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αναφορικώς με την διαπίστωση της μέθης του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο συνεκτίμησε με όλα τα άλλα και τα επίμαχα έγγραφα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.-

Επειδή η κατά τις διατάξεις του άρθρου 42 του Ν. 2696/1999 Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 43 παρ. 2 του Ν. 2963/2001, και της με αριθμό 13382 Φ. 705/11/4δ/1977 αποφάσεως των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημόσιας Τάξης (ΦΕΚ 1266/Β), όπως αυτή τροποποιήθηκε με την με αριθμό 1330 Φ. 105.1/4ΞΘ/1985 απόφαση των ίδιων Υπουργών (ΦΕΚ 174/Β/1.4.1985), μέθοδος της αιμοληψίας για την εξακρίβωση της χρήσεως οινοπνεύματος από οδηγό κατά την οδήγηση οχήματος δεν είναι αποκλειστική στη δίκη μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου, που έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση της υποχρεώσεως του δευτέρου να καταβάλει στον πρώτο κάθε ποσό, που ο τελευταίος θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον παθόντα τρίτο λόγω συνδρομής του όρου του άρθρου 25 περ. 8 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ περί αποκλεισμού από την ασφάλιση ζημιών προξενουμένων σε χρόνο που ο οδηγός του οχήματος, τελεί σε κατάσταση μέθης, ο οποίος (όρος) έχει καταστεί περιεχόμενο της ασφαλιστικής συμβάσεως. Σε μια τέτοια δίκη, η διαπίστωση της μέθης του οδηγού μπορεί να στηριχθεί και στα διαπιστωτικά στοιχεία με βάση την άνω Υπουργική Απόφαση του έτους 1977 αλλά και σε άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως καταθέσεις μαρτύρων, σοβαρή παραβατική οδηγική συμπεριφορά και άλλες ενδείξεις (ΑΠ 386/2002).

Εν προκειμένω με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, κατ' ορθή εκτίμησή του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήσσεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 42 του ν. 2696/1999 και της υπ' αριθ. 13782 Φ. 705.11/4δ/26-11-1977 Υπουργικής Απόφασης, όπως τροποποιήθηκε με την όμοια 1330 Φ. 705.11/4ΞΘ/1-4-1985, συνιστάμενη στο ότι δέχθηκε ως αποδεικνυόμενο τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης περί μέθης του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος από τις υπ' αριθμ. ......

και ...... εκθέσεις ανιχνεύσεως οινοπνεύματος και τοξικολογικής αναλύσεως, καίτοι στα πλαίσια της σχετικής ποινικής διαδικασίας οι εκθέσεις αυτές κηρύχθηκαν άκυρες με το 62/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αμαλιάδος. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο δεν στήριξε την σχετική κρίση του αποκλειστικώς στις εν λόγω δύο εκθέσεις, ούτε ήταν υποχρεωμένο να στηριχθεί αποδεικτικώς αποκλειστικά σ' αυτές, αλλά τις συνεκτίμησε παραδεκτώς κατά τα άρθρα 339, 681Α και 671 παρ. 1 ΚΠολΔ προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων μαζί με όλα τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα λαμβάνοντας υπόψη και τον τρόπο οδηγήσεως του ζημιογόνου οχήματος από τον οδηγό του, τη βαρύτητα της αμελείας του και των σοβαρών συνεπειών του ατυχήματος, όπως τα σχετικά περιστατικά αναφέρονται ως αποδειχθέντα στο αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης.

Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα πλήττει την ίδια απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 της ΚΠολΔ 559, διότι το Εφετείο εξάγει την κρίση του περί μέθης του εν λόγω οδηγού "στηριχθέν αποκλειστικά στις άνω ακυρωθείσες εκθέσεις αλλά και από τον τρόπο οδήγησης του οχήματός του και των σοβαρών συνεπειών του ατυχήματος" και έτσι αφήνει την αμφιβολία μήπως "εάν δεν υπήρχαν αυτά τα σοβαρά αποτελέσματα του ατυχήματος, δηλαδή θάνατος, η κρίση του δικαστηρίου περί της μέθης του οδηγού θα μπορούσε να ήταν διαφορετική".

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού και από τις αποσπασματικές αυτές παραδοχές του Εφετείου δεν γεννάται η αμφιβολία που προβάλλει η αναιρεσείουσα, δεδομένου ότι, όπως και στον αναιρετικό λόγο εκτίθεται, δεν στήριξε το Δικαστήριο εκείνο το κρίσιμο αυτό αποδεικτικό του πόρισμα μόνον "στα σοβαρά αποτελέσματα του ατυχήματος", αλλά και στον τρόπο οδηγήσεως του ζημιογόνου οχήματος από τον οδηγό του και στο περιεχόμενο των σχετικών εκθέσεων ανιχνεύσεως οινοπνεύματος και τοξικολογικής αναλύσεως αίματος.

Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ.α' του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου από τη διάταξη αυτή λόγου αναιρέσεως πρέπει η παράβαση του δικαστηρίου της ουσίας να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση και την απώλεια των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.

Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν η παραβίαση αφορά συμβατικό όρο και ειδικότερα όρο της συμβάσεως ασφαλίσεως της ευθύνης από αυτοκινητικό ατύχημα. Εξάλλου, κατά την πιο πάνω διάταξη, ο ίδιος αναιρετικός λόγος ιδρύεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται οι ερμηνευτικοί κανόνες, που φέρονται, ότι παραβιάστηκαν, και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση αυτών.

Περαιτέρω, έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικονομικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα γεγονότα εκείνα, που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε.

Επομένως, για τη στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού πρέπει η εκ πλαγίου παραβίαση να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση όρου της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσης συμβάσεως ασφαλίσεως της αστικής ευθύνης από ατύχημα προκαλούμενο από το αυτοκίνητο της αναιρεσειούσης, κατά τον οποίο δεν καλύπτονται από τη σύμβαση και αποκλείονται από την ασφάλιση ζημίες, εκτός των άλλων περιπτώσεων, που αναφέρονται στα άρθρα 25 και 26 της Υ.Α. ΚΗ-585/1978, και αν κατά το ατύχημα ο οδηγός του αυτοκινήτου ευρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ και ανεξάρτητα του εάν η παράβαση αυτή συντέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η παράβαση από το δικαστήριο αφορά σε όρο της συμβάσεως ασφαλίσεως και όχι σε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφάρμοσε το δικαστήριο. Επίσης, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο οι ερμηνευτικοί κανόνες που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, ούτε καθορίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση.

Επειδή κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από κακή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού κατά τα άρθρα 339 και 432-485 του ΚΠολΔ εγγράφου, στο οποίο αποκλειστικώς ή κυρίως στήριξε την κρίση του, απέδωσε σ' αυτό περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Για τη στοιχειοθέτηση, επομένως, του αναιρετικού αυτού λόγου, πρέπει τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο δέχθηκε κατά παραμόρφωση του περιεχομένου του εγγράφου, να ανάγονται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό, που έχει επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εν προκειμένω, με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια, διότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου της ασφαλιστικής συμβάσεως κατά το μέρος, που αφορά τις περιπτώσεις αποκλεισμού της ευθύνης της αναιρεσίβλητης, με το να δεχθεί ότι στο ασφαλιστήριο αυτό αναφέρεται επίσης ότι "από το παρόν εξαιρούνται οι περιπτώσεις, που αναφέρονται στα άρθρα 25 και 26 της υπ' αριθμ.

Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε., όπως αναφέρονται στους συνημμένους ειδικούς όρους αρ. 14...", ενώ στο εν λόγω έγγραφο διαλαμβάνεται, όσον αφορά την τελευταία φράση, "...... όπως αναφέρεται στους συνημμένους ειδικούς όρους του άρθρου 8", δηλαδή η απόφαση δέχεται ότι η παραπομπή γίνεται στο άρθρο 14 των συνημμένων ειδικών όρων, ενώ το ορθό είναι ότι η παραπομπή γίνεται στο άρθρο 8 των όρων αυτών.

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος διότι η αποδιδόμενη παραμόρφωση του περιεχομένου της ασφαλιστικής συμβάσεως, οφειλόμενη σε προφανή παραδρομή του δικαστηρίου, ανάγεται σε επουσιώδες και όχι ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, που είναι η συνομολόγηση της εξαιρέσεως από την ασφάλιση των περιπτώσεων, που αναφέρονται στα άρθρα 25 και 26 της Κ4/585/1978 υπουργικής αποφάσεως, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ένδικη, που μνημονεύεται στην παρ. 8 του άνω πρώτου άρθρου και αφορά την πρόκληση από το ασφαλισμένο αυτοκίνητο ζημιών σε χρόνο, που ο οδηγός του είναι σε κατάσταση μέθης, ως προς την οποία δεν γίνεται επίκληση παραμορφώσεως του περιεχομένου του ασφαλιστηρίου.

Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος, με τον οποίο προβάλλεται, ότι από την πιο πάνω παραδοχή του δικαστηρίου δεν προκύπτει, ότι η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 8 της ανωτέρω υπουργικής αποφάσεως έχει ενσωματωθεί αυτούσια στο ασφαλιστήριο, όπως περαιτέρω αυτό δέχεται, είναι επίσης απαράδεκτος, διότι η προβαλλόμενη αιτίαση δεν θεμελιώνει την προαναφερόμενη αναιρετική πλημμέλεια, αλλά ανάγεται στην ανέλεγκτη από το δικαστήριο εκτίμηση του περιεχομένου του ασφαλιστηρίου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επειδή ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ένεκα αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεμελιώνεται μόνο, αν η αντίφαση ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας ανάγεται στις επί των αποδεικνυομένων ή μη πραγματικών περιστατικών ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του, όχι όμως όταν η αντίφαση ή η ανεπάρκεια αφορά τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, που περιλαμβάνει τη γενόμενη από το δικαστήριο ερμηνεία των εφαρμοστέων ουσιαστικών νομικών διατάξεων.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση.

Με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ψέγεται η αναιρεσιβαλλομένη για αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της, που αφορά την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 182 και 192 του Εμπ. Νόμου. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.

Εξάλλου, με τον ίδιο λόγο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο πραγματικά περιστατικά, που να θεμελιώνουν την αναιρετική αυτή πλημμέλεια.

Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 361 του ΑΚ, που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 και 6 του Ν. 2496/1997 και 11 παρ. 1 του Ν. 489/1976,προκύπτει, ότι μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου η σύμβαση ασφαλίσεως καταρτίζεται με απλή συναίνεση και αποδεικνύεται με το ασφαλιστήριο, που εκδίδεται από τον ασφαλιστή και για το κύρος του οποίου αρκεί μόνο η υπογραφή του τελευταίου, μπορεί δε εγκύρως να συμφωνηθεί με αυτή, ότι αποκλείεται η κάλυψη από τον ασφαλιστή ζημιών, που προκαλούνται από την κυκλοφορία αυτοκινήτου, όταν ο οδηγός κατά τον χρόνο του ατυχήματος τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών (βρίσκεται σε μέθη) κατά την έννοια του άρθρου 42 του ΚΟΚ (ν. 2696/1999).

Η συνομολόγηση του όρου αυτού δεν απαλλάσσει τον ασφαλιστή της υποχρεώσεως να αποζημιώσει τον τρίτο, που ζημιώθηκε, παρέχει όμως στον ασφαλιστή το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο και να ζητήσει κάθε ποσό που κατέβαλε ή θα καταβάλει στον ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας, που αυτός υπέστη.

Η συνομολόγηση του ανωτέρου όρου, που παρέχει στον ασφαλιστή δικαίωμα αναγωγής κατά του ασφαλισμένου, μπορεί να γίνε είτε με την ενσωμάτωση του όρου αυτού στη σύμβαση ασφαλίσεως είτε με την παραπομπή της συμβάσεως στους όρους της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε. (ΦΕΚ 795/1978 τ. ΑΕ και ΕΠΕ), στο άρθρο 25 παρ. 8 της οποίας ορίζεται ότι αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες, που προξενούνται κατά το χρόνο, που ο οδηγός του αυτοκινήτου τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά την έννοια του άρθρου 42 του ΚΟΚ, ανεξάρτητα ότι η ανωτέρω Α.Υ.Ε.

βρίσκεται εκτός νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 6 παρ. 5 του Ν. 489/1976, βάσει του οποίου εκδόθηκε, αφού έχει συμβατικό υπόβαθρο. Για τη δεσμευτικότητα του ασφαλισμένου από τους ενσωματωμένους στο ασφαλιστήριο όρους δεν είναι απαραίτητο να υπογράφεται το ασφαλιστήριο και από αυτόν, αφού η αποδοχή των όρων του μπορεί να γίνει και σιωπηρώς.

Αυτό μπορεί να συμβεί με την καταβολή του ασφαλίστρου, την παραλαβή του ασφαλιστηρίου, την επικόλληση στο παρ-μπρίζ του αυτοκινήτου του ειδικού σήματος, που παραδίδει ο ασφαλιστής στον αντισυμβαλλόμενο, τη δήλωση του επιγενομένου ατυχήματος κλπ. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται κι' έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή.

Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 10 του ίδιου άνω άρθρου θεμελιώνεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος στηρίχθηκε στα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν οι διάδικοι.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "..... η δεύτερη εναγόμενη χ1, δυνάμει του υπ' αριθμ. ....... ασφαλιστηρίου συμβολαίου σε συνδυασμό με το υπ' αριθμ. ......... ανανεωτήριο, είχε ασφαλίσει στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΑΖ" το ως άνω ζημιογόνο....... αυτοκίνητό της..... κατά των κινδύνων προκλήσεως υλικών ζημιών και σωματικών βλαβών σε τρίτους για το χρονικό διάστημα από 18.12.2001 μέχρι 18.6.2002. Στο επίμαχο ασφαλιστήριο έχει περιληφθεί ως γενικός όρος της ασφάλισης του παραπάνω ζημιογόνου αυτοκινήτου, ότι η ασφαλιστική σύμβαση διέπεται υποχρεωτικά από την ισχύουσα νομοθεσία και συγκεκριμένα από τις διατάξεις....... Στο ίδιο ασφαλιστήριο αναφέρεται, επίσης, ότι "από το παρόν εξαιρούνται οι περιπτώσεις που αναφέρονται στα άρθρα 25 και 26 της υπ' αριθμ. Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε., όπως αναφέρονται στους συνημμένους ειδικούς όρους αρ. 14".

Συνεπώς, η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 8 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε., ενσωματωθείσα αυτούσια στο ανωτέρω υπ' αριθμ. ........ ασφαλιστήριο συμβόλαιο - ανανεωτήριο έχει καταστεί περιεχόμενο της σύμβασης και αποτελεί συμβατικό όρο στις σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων διαδίκων. Η δεύτερη ενάγουσα - παρεμπιπτόντως εναγόμενη, χ1, ισχυρίζεται ότι οι περιλαμβανόμενοι στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο περιοριστικοί όροι της ασφαλιστικής καλύψεως δεν απέκτησαν συμβατική ισχύ και συνεπώς δεν την δεσμεύουν, καθόσον αφενός τα προαναφερόμενα, ιδιωτικό ασφαλιστήριο έγγραφο και το ανανεωτήριο, δεν φέρουν την υπογραφή της ούτε την υπογραφή κανενός αντισυμβαλλόμενου της εταιρείας, αλλά μόνο την υπογραφή του εκπροσώπου της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας και αφετέρου, καίτοι παρέλαβε το προσωρινό σήμα ("του παρμπρίζ"), ουδόλως έγινε παραλαβή εκ μέρους της των ασφαλιστηρίων συμβολαίων (αρχικού και ανανεωτηρίου) μέχρι την ημέρα του ένδικου ατυχήματος και επομένως δεν έλαβε γνώση των περιοριστικών όρων της ασφαλιστικής καλύψεως.

Ο ισχυρισμός της αυτός δεν έχει έννομη επιρροή, δεδομένου ότι για τη δέσμευση του ασφαλισμένου δεν είναι απαραίτητο να υπογράφεται το ασφαλιστήριο απ' αυτόν, αλλά αρκεί η παραλαβή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου από τον ασφαλισμένο, η παραλαβή του ειδικού σήματος και της βεβαιώσεως ασφάλισης του αυτοκινήτου, που επικολλώνται συνήθως στο "παρμπρίζ" του αυτοκινήτου, η καταβολή των ασφαλίστρων και η δήλωση του ατυχήματος στον ασφαλιστή, ως προελέχθη στη μείζονα σκέψη.

Εν προκειμένω η παραλαβή του ειδικού σήματος ασφαλίσεως και η χρήση του δια της θέσεως αυτού στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου, συνομολογείται ρητώς από την παρεμπιπτόντως εναγομένη, χ1. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι έκαναν χρήση της επίδικης σύμβασης ασφαλίσεως, αφού υπέβαλαν προς την ως άνω ασφαλιστική εταιρεία την από .....

δήλωση επί του επίδικου ατυχήματος. Περαιτέρω, όπως αποδείχτηκε παραπάνω, ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος, προκάλεσε το ένδικο ατύχημα, ενώ βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος, που τον καθιστούσε ανίκανο για οδήγηση και από συνακόλουθη υπαιτιότητα αυτού, όπως προαναφέρεται, επήλθε ο θανάσιμος τραυματισμός του συγγενούς των εναγόντων της (Α) αγωγής και ο τραυματισμός του ενάγοντος της (Β) αγωγής.

Από τα περιστατικά αυτά συνάγεται ότι οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι έλαβαν γνώση των όρων του ασφαλιστηρίου και κατ' ακολουθία δεσμεύονται από αυτούς, οπότε θεμελιώνεται δικαίωμα αναγωγής της ασφαλιστικής εταιρείας κατά των ασφαλισμένων και συνεναγομένων της στις κύριες αγωγές, και ως εκ τούτου πρέπει να γίνουν δεκτές αι υπό κρίση παρεμπίπτουσες αγωγές της ασφαλιστικής εταιρείας και να επιδικαστεί σε βάρος των παρεμπιπτόντως εναγομένων οδηγού και ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου οχήματος ό,τι ποσό υποχρεωθεί να καταβάλει η ασφαλιστική εταιρεία στους ενάγοντες των κύριων (Α) και (Β) αγωγών....".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο αναφορικώς με τη δεσμευτικότητα της αναιρεσειούσης ιδιοκτήτριας του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ζημιογόνου αυτοκινήτου από τον συνομολογηθέντα με τη σύμβαση ασφαλίσεως όρο περί μη καλύψεως των ζημιών που προκαλούνται από αυτό σε χρόνο, που ο οδηγός του βρίσκεται σε κατάσταση μέθης, δεν παραβίασε ευθέως τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικές διατάξεις και ο έβδομος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Με τον ίδιο λόγο και υπό την επίκληση των αναιρετικών πλημμελειών των αριθμών 8 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλήσσεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παρά το νόμο λήψη υπόψη πραγμάτων, που δεν προτάθηκαν και για αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι, αντιστοίχως, α) για να στηρίξει την κρίση της περί δεσμευτικότητας της αναιρεσειούσης από τον όρο της συμβάσεως ασφαλίσεως ότι δεν καλύπτονται οι προκαλούμενες κατά τη λειτουργία του ασφαλισμένου αυτοκινήτου ζημίες, εάν ο οδηγός αυτός βρίσκεται σε κατάσταση μέθης, δέχθηκε, ότι η αναιρεσείουσα είχε παραλάβει το ασφαλιστήριο, χωρίς τούτο να έχει προταθεί, β) ενώ παραθέτει τον ισχυρισμό της αναιρεσειούσης ότι δεν έλαβε γνώση των όρων εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη, διότι δεν παρέλαβε ποτέ το ασφαλιστήριο, κρίνει ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει έννομη επιρροή δεχόμενη αντιφατικώς ως δεδομένη την παραλαβή του ασφαλιστηρίου.

Και οι δύο αυτές αιτιάσεις είναι αβάσιμες, διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, το Εφετείο στηρίζει την κρίση του περί δεσμευτικότητας της αναιρεσειούσης από τους διαλαμβανομένους στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο όρους, που αφορούν τις περιπτώσεις εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη και περί μη ασκήσεως έννομης επιρροής του ισχυρισμού της ότι δεν παρέλαβε το ασφαλιστήριο κι' έτσι δεν έλαβε γνώση των όρων αυτών, στο ότι η αναιρεσείουσα αφενός μεν παρέλαβε το ειδικό σήμα ασφαλίσεως και το χρησιμοποίησε με την τοποθέτησή του στο παρ-μπρίζ του ασφαλισμένου αυτοκινήτου, αφετέρου δε έκανε χρήση της ασφαλιστικής συμβάσεως με την υποβολή στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία έγγραφης δηλώσεως για το επίδικο ατύχημα, όχι όμως και στην παραλαβή από την αναιρεσείουσα του ασφαλιστηρίου, την οποία μνημονεύει μόνο ως νόμιμο τρόπο σιωπηρής αποδοχής από τον αντισυμβαλλόμενο των όρων αυτού.

Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο διαμόρφωσε το αποδεικτικό του πόρισμα αναφορικώς με το αγωγικό δικαίωμα αναγωγής της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας κατά της ασφαλισμένης αναιρεσειούσης μετά από εκτίμηση των μνημονευομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων, ήτοι των καταθέσεων των μαρτύρων, όλων γενικώς των εγγράφων, που με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, των μη αμφισβητουμένης γνησιότητας φωτογραφιών και των προσδιριζομένων ομολογιών των διαδίκων.

Κατά συνέπεια, ο ίδιος άνω λόγος της αναιρέσεως κατά το μέρος, με το οποίο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια του αριθμού 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο δέχθηκε, πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος.

Επειδή μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20 Μαρτίου 2007 αίτηση της χ1 για αναίρεση της 6.618/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ