Legislator Case Law & Legislation
230/2007 AI generated

230/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 230/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

230/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 201 ΑΚ, αν με δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίτηση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αιρέσεως), κατά δε το άρθρο 207 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.

Keywords

AI generated
credit rating microprudential tasks financial crisis banking policy banking supervision central bank
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 230 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 230/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Φρεσκάκη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2473/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 6103/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 23-10-2001 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 919/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 425/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-3-2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, διάβασε την από 1-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 201 ΑΚ, αν με δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίτηση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αιρέσεως), κατά δε το άρθρο 207 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.

Τέτοια αναβλητική δικαιοπραξία, στην οποία έχει εφαρμογή το άρθρο 201 ΑΚ, είναι και εκείνη με την οποία συμφωνείται μεταξύ εργοδότη και μισθωτού ότι η προαγωγή του τελευταίου θα γίνει αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις, η διαπίστωση της συνδρομής των οποίων γίνεται από τον εργοδότη ή όργανο αυτού, πράγμα το οποίο συμβαίνει και όταν η προαγωγική εξέλιξη των υπαλλήλων προβλέπεται από Κανονισμό του εργοδότη που έχει συμβατική ισχύ.

Στην περίπτωση αυτή, παρακώλυση της πληρώσεως της αιρέσεως εναντίον της καλής πίστεως υπάρχει κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως και όταν ο εργοδότης ή όργανό του κρίνει ότι ο μισθωτός δεν έχει τις προϋποθέσεις που συμφωνήθηκαν για την προαγωγή, εφόσον η συγκεκριμένη αρνητική κρίση είναι καταφανώς, δηλαδή κατ' αντικειμενική κρίση, άδικη και όχι όταν η κρίση αυτή θα μπορούσε, κατ' υποκειμενική εκτίμηση, να ήταν διαφορετική.

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 10 και 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας Τράπεζας της Ελλάδος, που έχει συμβατική ισχύ, η προαγωγή των υπαλλήλων της από τον 3ο βαθμό (του εντεταλμένου Τμηματάρχη - προϊσταμένου) στον 2ο βαθμό (του Υποδιευθυντή) αποφασίζεται από το Γενικό Συμβούλιο αυτής κατά απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση, μετά γνώμη του Διοικητικού, όταν συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) ύπαρξη κενής οργανικής θέσεως, β) συμπλήρωση ευδόκιμης υπηρεσίας ενός έτους στον 3ο βαθμό, γ) ύπαρξη προσόντων ανώτερης θέσεως, δ) επίδειξη εξαιρετικής επιδόσεως, ήθους, ικανότητας και φιλεργίας κατά την άσκηση της υπηρεσίας και ε) επίδειξη ικανότητας συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού διαθεσίμων μέσων και προσωπικού κατά τρόπο αυξητικό του υπηρεσιακού έργου και της παραγωγικότητας των εργαζομένων.

Πέραν των προϋποθέσεων αυτών, με το άρθρο 34 του Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως Υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, όπως τροποποιήθηκε με τις από 27-2-1987, 21-12-1990 και 29-8-1991 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου αυτής, από το έτος 1990 και εφεξής προβλέφθηκαν ως αξιολογικά στοιχεία για την προαγωγή στους ανώτερους βαθμούς οι πρόσθετες γνώσεις και η ικανότητα διεκπεραιώσεως συγχρόνων τραπεζικών εργασιών, η γνώση της λειτουργίας των τραπεζικών αγορών και των νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων και υπηρεσιών, η ικανότητα χειρισμού θεμάτων νομισματικής και πιστωτικής πολιτικής, λειτουργίας, εποπτείας και ελέγχου του πιστωτικού συστήματος, η γνώση και η ικανότητα ασκήσεως αποτελεσματικής διοικήσεως και βελτιώσεως των τρόπων διοικήσεως κλπ.

Τέλος, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής:

Ο αναιρεσίβλητος (ενάγων) ο οποίος είναι πτυχιούχος του Μαθηματικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών και του Οικονομικού Τμήματος της Νομικής Σχολής του ίδιου Πανεπιστημίου, προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα (εναγόμενη) Τράπεζα της Ελλάδος την 18-5-1976 και εντάχθηκε στο λογιστικό κλάδο των υπαλλήλων της.

Η εργασιακή αυτή σχέση ήταν ορισμένου χρόνου από το λόγο ότι ο Οργανισμός της αναιρεσείουσας, που διέπει τις σχέσεις των υπαλλήλων της και έχει συμβατική ισχύ, προβλέπει όριο ηλικίας, με τη συμπλήρωση του οποίου ο υπάλληλος εξέρχεται υποχρεωτικά από την υπηρεσία, ο αναιρεσίβλητος ακολούθησε την προβλεπόμενη στον προαναφερθέντα Οργανισμό υπηρεσιακή εξέλιξη και στις 1-12-1992 προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη Προϊσταμένου.

Αυτός, όπως προαναφέρθηκε, είναι κάτοχος δυο Πανεπιστημιακών πτυχίων, καθώς και μεταπτυχιακού Πιστοποιητικού της Σχολής Στελεχών Δημόσιας Διοίκησης στην Ανάλυση και τον Προγραμματισμό. Ακόμη γνωρίζει πολύ καλά την Αγγλική γλώσσα και είναι κάτοχος πτυχίου "LOWER OF CAMPRIDGE UNIVERSITY", ενώ γνωρίζει καλά τη Γαλλική γλώσσα.

Έχει παρακολουθήσει 12 επιμορφωτικά σεμινάρια, ενώ ήταν Εισηγητής σε δυο άλλα, έχει συντάξει τρεις μελέτες με αντικείμενο τις τραπεζικές εργασίες και έχει συμμετάσχει σε τρεις ομάδες εργασίας, οι δυο από τις οποίες είχαν αντικείμενο την μηχανοργάνωση και την πληροφορική, ενώ η τρίτη, που λειτούργησε στο Εξωτερικό, στα πλαίσια των εργασιών της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, είχε ως σκοπό τον έλεγχο του οικονομικού και χρονικού προγραμματισμού, τον οργανωτικό σχεδιασμό και την ασφάλεια των συστημάτων πληροφορικής, τα οποία υποστηρίζουν την Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ) της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στην τελευταία αυτή ομάδα, στην οποία μετείχαν διευθυντικά στελέχη (Διευθυντές ή Υποδιευθυντές) των Διευθύνσεων Εσωτερικής Επιθεώρησης των κεντρικών Τραπεζών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε από τον Απρίλιο του 1996 μέχρι το Μάϊο του 1998 και πέραν του κυρίως, σ' αυτήν, έργου πραγματοποίησε λόγω αρμοδιότητος εννέα εισηγήσεις στη Δ/νση της αναιρεσείουσας με αντικείμενο την πληροφορική και τη χρήση της.

Επίσης έχει εκπροσωπήσει την αναιρεσείουσα οκτώ φορές σε συνέδρια και ημερίδες που πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό (Βρυξέλλες, Φρανκφούρτη, Ντίσελντορφ, Στοκχόλμη, Εδιμβούργο, Λονδίνο). Από τότε που προσλήφθηκε (18-5-1975) εργάστηκε στο Κεντρικό Κατάστημα της αναιρεσείουσας στο Μηχανογραφικό Κέντρο, όπου απασχολήθηκε στην ανάλυση συστημάτων και στον προγραμματισμό των ηλεκτρονικών υπολογιστών (Η/Υ).

Από 11-11-1996 του ανατέθησαν καθήκοντα Αναπληρωτή - Προϊσταμένου του Τμήματος Αξιών προς είσπραξη (ΠΔ 837/86), ενώ από 12-3-1991 εκτελούσε στο εν λόγω Τμήμα χρέη Τμηματάρχη - Προϊσταμένου. Στις 7-10-1991 μετατέθηκε στη Δ/νση Επιθεωρήσεως Τραπεζών (ΓΕΤ), στην οποία (Δ/νση) εντάχθηκε στη διαβάθμιση του Επιθεωρητή Β΄, ενώ στις 17-2-1993 του ανατέθηκαν καθήκοντα Τμηματάρχη - Προϊσταμένου στον Τομέα Ανάλυσης στοιχείων της ΓΕΤ (Γενική Επιθεώρηση Τραπεζών - ΠΔ 72/17-2-93) και από 1-3-1994 καθήκοντα Προϊσταμένου Τομέα (ΠΔ 139/1-3-94).

Η βαθμολογία του στα οκτώ επί μέρους προσόντα κατά τα έτη 1986, 1987, 1988 και 1989, για τα οποία συντάχθηκαν φύλλα επίδοσης των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, με κλίμακα βαθμολογίας 1-5 με άριστα το 1 ήταν επτά 1 (άριστα) και ένα 2 για τα έτη 1986-1987 και 1987-1988 και οκτώ 1 ένα (άριστα) για τα έτη 1988-1989. Έκτοτε, δηλαδή από το 1989 και μετά, δεν συντάχθηκαν φύλλα επίδοσης, η σύνταξη των οποίων προβλεπόταν από το άρθρο 34 του Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας.

Για τις προαγωγές του 1999, για την κάλυψη κενών θέσεων Υποδιευθυντή, με την 236/20-5-1999 πράξη του Διοικητή της αναιρεσείουσας, συστήθηκε Γνωμοδοτική Επιτροπή, η οποία, αφού έλαβε υπόψη της τα αναφερόμενα στη συστατική της πράξη και την 3/20-5-1999 Εγκύκλιο Διοίκησης στοιχεία, συνέταξε πίνακα κρινομένων του Λογιστικού Κλάδου, κατά αξιολογική σειρά με βαθμολογία, στους οποίους περιλαμβανόταν ο αναιρεσίβλητος.

Στη συνέχεια, με την από 17-11-1999 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας, που κοινοποιήθηκε στο προσωπικό με την 9/18-11-1999 Εγκύκλιο της Διοίκησης, προήχθη στον προαναφερόμενο βαθμό, μεταξύ άλλων, και ο ομοιόβαθμος συνάδελφος του αναιρεσιβλήτου ...., ο οποίος, όπως προκύπτει από το ατομικό του δελτίο, ανήκε στο λογιστικό κλάδο και είχε τα ακόλουθα προσόντα:΅Προσλήφθηκε την 19-7-1976.

Προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη Προϊσταμένου την 1-7-1994. Είναι πτυχιούχος του Νομικού Τμήματος και του Τμήματος Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Γνωρίζει Αγγλικά σε επίπεδο Lower και Γαλλικά σε επίπεδο Diplomedes Edudes Superieures με επάρκεια, ενώ έχει παρακολουθήσει ένα (1) σεμινάριο (Διεθνείς Συναλλαγές).

Υπηρέτησε από 29-10-1981 στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας με απόσπαση, από 14-2-1983 στο Τμήμα Εξωτερικού Συναλλάγματος, από 1-8-1985 στο ΣΥΤΕ και από 20-11-1985 στο Τμήμα Διαχείρισης Συναλλάγματος και δεν του ανατέθηκαν υπεύθυνα καθήκοντα. Η βαθμολογία του για το έτος 1987 ήταν πέντε 1 (άριστα) και ένα 2. Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του αναιρεσιβλήτου και του εν λόγω συναδέλφου του ...

προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος υπερέχει καταφανώς αυτού ως προς τη γενική και ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα, τις σπουδές, την παρακολούθηση σεμιναρίων, τη βαθμολογία και ως προς το σημαντικότερο στοιχείο της άσκησης υπευθύνων καθηκόντων, που συνίσταται ως προς το τελευταίο αυτό ουσιαστικό προσόν στο ότι ο ανιαρεσίβλητος άσκησε τέτοια καθήκοντα ενώ ο ....

δεν άσκησε καθόλου τέτοια καθήκοντα. Από τη Γνωμοδοτική Επιτροπή κατατάχθηκαν ο μεν αναιρεσίβλητος 46ος με γενική βαθμολογία 298,83 , ο δε συγκρινόμενος ως άνω συνάδελφός του 5ος με γενική βαθμολογία 381,17 στα τέσσερα κριτήρια αξιολόγησης που καθορίσθηκαν από την Επιτροπή, δηλαδή τις ικανότητες, την απόδοση, τη συμπεριφορά και τις διοικητικές ικανότητες.

Ωστόσο η κρίση της Επιτροπής αυτής εντάσσεται στην όλη διαδικασία των προαγωγών, ως υπηρεσιακή εισήγηση, που αποβλέπει στη διευκόλυνση της κρίσης του Γενικού Συμβουλίου και δεν συνιστά υπηρεσιακό προσόν, αφού δεν περιλαμβάνεται στα κατά το άρθρο 12 του Οργανισμού και Κανονισμού της αναιρεσείουσας τυπικά και ουσιαστικά προσόντα.

Με βάση τα περιστατικά αυτά το εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος υπερείχε καταφανώς έναντι του ως άνω συναδέλφου του, ο οποίος προήχθη από 1-11-1999 στο βαθμό του Υποδιευθυντή, και όχι η μη προαγωγή του στον παραπάνω βαθμό παρεμποδίσθηκε από 1-11-1999 εναντίον της καλής πίστεως από την αναιρεσείουσα και είναι γι' αυτό καταφώρως άδικη, αφού αυτός συγκέντρωνε όλα τα από τον Κανονισμό της απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και υπερείχε, ως προς τα προσόντα αυτά, καταφανώς από τον παραπάνω προαχθέντα συνάδελφό του.

Ακολούθως, το Εφετείο, κατά παραδοχή της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα και είχε απορρίψει στο σύνολό της την από 21-12-1999 αγωγή αυτού, και δέχθηκε την τελευταία αυτή ως βάσιμη και στην ουσία της κατά την επικουρική βάση της, αναγνωρίζοντας ότι η αναιρεσείουσα Τράπεζα είχε υποχρέωση να προαγάγει τον αναιρεσίβλητο στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 1-11-1999.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις διατάξεις του άρθρου 207 παρ. 1 του ΑΚ και κατά συνέπεια ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-3-2005 αίτηση της Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ περί αναιρέσεως της 425/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ