Supreme Court dismisses appeal against conviction, upholding trial court's evidence assessment and reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the defendant's appeal against the Third Athenian Court of Assizes' conviction. The defendant argued the trial court erred in fact-finding and failed to provide sufficient reasoning regarding witness testimonies and the defendant's mental state. The court ruled that the trial court's decision was based on sufficient evidence and that errors in evidence evaluation do not constitute grounds for appeal under Greek law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 171, 171(1)(c)(iii), 80(1)(a), 200, 510(1)(a), 510(1)(d), 583(1) of the Code of Criminal Procedure; An appeal is inadmissible if it challenges the trial court's evaluation of evidence or lack of detailed reasoning when the facts are clearly stated and the reasoning is sufficient.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2308 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 2308/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Πετρουτσόπουλο, περί αναιρέσεως της 8460/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γεώργογλου.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Απριλίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1027/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α, λόγο αναίρεσης αποτελεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρ. 171), ενώ κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. γ "ακυρότητα προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την αναστολή της ποινικής δίωξης στην περίπτωση που την επιβάλλει υποχρεωτικά ο νόμος" κατά δε την περίπτωση γ' "ακυρότητα προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος".
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 80 παρ. 1 εδ. α' "Όταν ο κατηγορούμενος βρίσκεται σε κατάσταση διατάραξης των πνευματικών του λειτουργιών, το δικαστήριο, αν δεν πρόκειται να εκδώσει αθωωτική απόφαση, διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου για τη βεβαίωση της ψυχικής κατάστασης του κατηγορουμένου διατάσσεται προηγουμένως πραγματογνωμοσύνη (άρθρο 200), ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 200 παρ. 2 αν η ανάγκη ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης προέκυψε στο ακροατήριο, τα παραπάνω την εισαγωγή δηλ.
του κατηγορουμένου στο δημόσιο ψυχιατρείο για παρατήρηση διατάσσει το δικαστήριο ανεκκλήτως, αναβάλλοντας τη συζήτηση ως το τέλος της ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης για τη βεβαίωση της ψυχικής νόσου του κατηγορουμένου και η συνεπεία αυτής αναστολή της διαδικασίας είναι υποχρεωτική από το δικαστήριο μόνο σε περίπτωση που το δικαστήριο δεχθεί την διατάραξη.
Αν δηλαδή το δικαστήριο κρίνει ότι ο κατηγορούμενος δεν βρίσκεται σε κατάσταση διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής του άρθρου 80 ΚΠΔ και συνεπώς δεν δημιουργείται από την μη αναστολή της διαδικασίας απόλυτη ακυρότητα (άρθρ. 171 παρ. 1 περ. γ). Δεν δημιουργείται εξ άλλου η από τη διάταξη του ίδιου άρθρου περίπτωση δ' της παραγράφου 1 προβλεπόμενη ακυρότητα από τη μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου σε περίπτωση που το Δικαστήριο, κρίνοντας ανέλεγκτα απέρριψε ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι λόγω διατάραξης των πνευματικών του λειτουργιών αδυνατεί να παρακολουθήσει τη διαδικασία στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της σε βάρος της υπόθεσης και ν' ασκήσει τα υπερασπιστικά του δικαιώματα.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά επιτρεπτά επισκοπούμενα προς έλεγχο της βασιμότητας λόγου αναιρέσεως, ο συνήγορος της κατηγορουμένης μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο ζήτησε την αθώωση της κατηγορουμένης και ανέπτυξε προφορικά και ενεχύρησε γραπτά τον παρακάτω επί λέξει ισχυρισμό: "Η υπεράσπιση της κυρίας Χ προβάλλει τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι η διαδικασία δεν είναι σύννομη και είναι αντίθετη προς τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Ανθρωπίνων δικαιωμάτων λόγω αδυναμίας της να παρακολουθήσει την διαδικασία, ως πάσχουσα από χρόνια άννοια".
Αίτημα για αναβολή της δίκης προκειμένου να διενεργηθεί ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη ή αναστολή της διαδικασίας μέχρι να περατωθεί αυτή δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι υποβλήθηκε από την κατηγορουμένη ή από το συνήγορο της. Όπως δεν προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο Αθηνών που την εξέδωσε απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό με ιδιαίτερη σκέψη στο αιτιολογικό της.
Εν όψει των ανωτέρω, εφόσον το Εφετείο έκρινε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι η κατηγορούμενη δεν βρισκόταν σε κατάσταση διατάραξης των πνευματικών της λειτουργιών, κατά τον χρόνο της εκδίκασης σ' αυτό της έφεσής της, α) με το ν' απορρίψει ως αβάσιμο τον παραπάνω ισχυρισμό, β) με το να μην διατάξει, την διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, αναβάλλοντας τη συζήτηση μέχρι του πέρατος της κατ' άρθρο 200 ΚΠΔ και γ) με το να μην αναστείλει την διαδικασία κατ' άρθρο 80 του ίδιου κώδικα, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 510 παρ. 1 περ.
Α πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητος που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 171 παρ. 1 περίπτωση γ' και δ', και είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι αντίθετοι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης. Εξάλλου, απαράδεκτοι είναι ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος του με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση από το Εφετείο των αποδείξεων, στις οποίες τούτο στήριξε την κρίση του περί του ότι η κατηγορουμένη παρότι έπασχε από ψυχική ασθένεια και δεν μπορούσε να παρακολουθήσει τη διαδικασία, ήταν σε θέση να λάβει μέρος στην εναντίον της δίκη και να υπερασπιστεί του εαυτό της και καθόσον υπό την επίφαση της επίκλησης της πλημμέλειας που καθιδρύεται από το άρθρο 510 παρ. 1 περ.
Α, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. δ. πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του Ανθρώπου, αφού δεν πρόκειται περί ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
Ενώ η παραβίασή τους καθ' εαυτή δεν ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης.
ΙΙ. Η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.
Ετσι η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορούμενου, για αναβολή της δίκης, παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του δικαστηρίου κρίση. Στην προκειμένη περίπτωση, αν ήθελε εκτιμηθεί ότι ο ανωτέρω υποβληθείς από τον συνήγορο της κατηγορούμενης ισχυρισμός περιέχει εμμέσως αίτημα αναβολής της δίκης προκειμένου να διαταχθεί διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, το Εφετείο, απορρίπτοντας αυτόν και κηρύσσοντας ένοχη την κατηγορούμενη συκοφαντική δυσφήμηση, αιτιολόγησε την απορριπτική του κρίση με την αναφορά στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι την κρίση του αυτή σχημάτισε στηριζόμενο στα κατ' είδος προσδιοριζόμενα στην αρχή αυτού αποδεικτικά μέσα, με την κρινόμενη, ως επαρκή αιτιολογία, ότι "ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης περί αδυναμίας της να παρακολουθήσει τη διαδικασία (λόγω άνοιας) δεν αποδείχθηκε, αντίθετα αυτή παρακολούθησε τη διαδικασία μέχρι το τέλος που απολογήθηκε χωρίς ευθέως ν' αρνηθεί την κατηγορία".
Συνεπώς ο κατ' εκτίμηση το δικογράφου από το άρθρο 510 παρ. 1 περίπτωση Δ πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Επομένως ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση με τις σ' αυτή αιτιάσεις, συνοψιζόμενες στο ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα αντίθετα από όσα αποδείχθηκαν, αγνοώντας το περιεχόμενο των καταθέσεων μαρτύρων, ως και ότι δεν επισήμανε πρόδηλες αντιφάσεις και αντικανονικότητες των ισχυρισμών του εγκαλούντος - πολιτικώς ενάγοντος που δικαιολογούν την έναντι αυτού καχυποψία της, αναγόμενες όλες σε εσφαλμένη εκτίμηση, και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι υπό την επίκληση, κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου του από το άρθρο 510 παρ. 1 περ.
Δ προβλεπομένου λόγου αναίρεσης της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτα περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα α) στην στο διατακτικό οριζόμενη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ψ, και β) στα δικαστικά έξοδα της δίκης (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Απριλίου 2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της 8460/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην δικαστική δαπάνη του στο σκεπτικό πολιτικώς ενάγοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ και στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ