Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to raise procedural objections in lower courts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a lease dispute. The appellant argued that the lower court erred by considering a private extension agreement that lacked proper formalities and signatures, claiming this violated specific civil procedure articles. The court rejected these grounds because the appellant failed to formally propose the inadmissibility of the document or the lack of a request for dismissal in the initial lawsuit, rendering the appeal arguments vague and procedurally invalid.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 562(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal argument is inadmissible if it relies on a claim not properly raised in the court of first instance, and vague arguments regarding the abuse of right or procedural violations are rejected if the specific grounds were not substantiated in the lower proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2307 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2307/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος - καθού η κλήση: Χ, κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αλεξία Δεληγιάννη.
Των αναιρεσίβλητων - καθών η κλήση - καλούντων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., 2. Ψ2 και Ψ3, κατοίκων ..., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος ΓΓ, 3. Ψ4, κατοίκου ... και ως εκ διαθήκης κληρονόμου του αποβιώσαντος ΑΑ, 4. Ψ5, κατοίκου ..., 5. Ψ6, κατοίκου ..., 6. Ψ7, κατοίκου ..., 7. Ψ8, κατοίκου ..., των 6ης και 7ης ως κληρονόμων του αποβιώσαντος ΑΑ και του 1ου ως κληρονόμου του παραπάνω αρχικώς συνεναγομένου. Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Καρυώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-11-1991 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 10-3-1992 ανταγωγή των αρχικών διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8266/1996 μετ' ανακοπή, 2802/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 504/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 16-1-2007 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1053/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται προς συζήτηση με τις από 16-11-2008 και 2-2-2009 αντίστοιχα κλήσεις των διαδίκων.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 24-3-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη, Χαράλαμπου Παπαηλιού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Τούτο συμβαίνει ιδίως όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου έχει δημιουργηθεί στον τελευταίο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ ΑΠ 16/2006). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνο οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που έχουν αυθύπαρκτη ύπαρξη, δηλαδή, εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι, από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά, αναφορικά με την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του ένδικου δικαιώματος του ενάγοντος- αναιρεσείοντος, για καταδίκη των αρχικώς εναγομένων (στη θέση των οποίων υπεισήλθαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι) σε δήλωση βουλήσεως περί μεταβιβάσεως σ' αυτόν των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών: "Οι εναγόμενοι, από τους οποίους ο πρώτος απεβίωσε στις 5/12/1999 και ο δεύτερος στις 28/10/1995, ήταν συγκύριοι κατά το 1/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας και ψιλοί συγκύριοι, κατά το 1/8 εξ αδιαιρέτου, ενός οικοπέδου, εμβαδού 763,30 μ2, κειμένου στη συμβολή των οδών ...
και ... της περιοχής ... του Δήμου ... Μετά το θάνατο της μητέρας των εναγομένων το ακίνητο περιήλθε κατά πλήρη κυριότητα σε αυτούς, κατά το ένα τέταρτο (1/4) εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Με το υπ' αριθμό ... προσύμφωνο μεταβιβάσεως ποσοστών εξ αδιαιρέτου και εργολαβικό του συμβολαιογράφου Αθηνών Σπυρίδωνος Τριβόλη, οι εναγόμενοι και η μητέρα τους ανέθεσαν στον ενάγοντα, ως εργολήπτη, να κατασκευάσει επί του ως άνω οικοπέδου, με δαπάνες του, πολυκατοικία, αποτελούμενη από υπόγειο, πρώτο ισόγειο, ισόγειο, πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο υπέρ το ισόγειο ορόφους, δώμα, με πρόβλεψη ανεγέρσεως επ' αυτού δύο ακόμη ορόφων.
Το εργολαβικό αντάλλαγμα συμφωνήθηκε σε 659/1000 εξ αδιαιρέτου, το οποίο ανέλαβαν να μεταβιβάσουν στον εργολήπτη ή στα υπ' αυτού υποδειχθησόμενα τρίτα πρόσωπα. Μεταξύ των ιδιοκτησιών της εν λόγω πολυκατοικίας, που συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να περιέρχονται στον ενάγοντα, ως εργολαβικό αντάλλαγμα, είναι και οι εξής:
α) η υπό στοιχείο Α αποθήκη του ημιυπόγειου, εμβαδού 86,40μ2, με ποσοστό συνιδιοκτησίας 37/1000 επί του οικοπέδου, αξίας 13.000.000 δραχμών. β)Το υπό στοιχείο 1 κατάστημα του πρώτου ισογείου, εμβαδού 149 μ2, με ποσοστό συνιδιοκτησίας 118/1000 επί του οικοπέδου, αξίας 25.000.000 δραχμών. γ) Το υπ' αριθμό 24 διαμέρισμα, του νοτίου τμήματος του δώματος, εμβαδού 50,50 μ2, με ποσοστό συνιδιοκτησίας 29/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, αξίας 12.000.000 δραχμών.
Η υποχρέωση των εναγομένων οικοπεδούχων να μεταβιβάσουν στον ενάγοντα τα προαναφερόμενα ποσοστά ήταν εκπληρωτέα κατά στάδια, ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών, κατά τα αναλυτικώς διαλαμβανόμενα στο ως άνω προσύμφωνο. Στις 17 Νοεμβρίου 1971 ο ενάγων συμφώνησε με τους εναγομένους αδελφούς ΑΑ, ΒΒ και ΓΓ να πωλήσει και πράγματι πώλησε σε αυτούς την υπό στοιχείο Α αποθήκη του υπογείου και το υπό στοιχείο 1 κατάστημα του πρώτου ισογείου, αντί τιμήματος 1.580.000 δραχμών, έναντι του οποίου έλαβε αυθημερόν ποσό 150.000 δραχμών.
Ολόκληρο το συμφωνηθέν τίμημα εξοφλήθηκε μέχρι την 11η Ιανουαρίου 1972. Ειδικότερα οι εναγόμενοι αυτοί κατέβαλαν στον ενάγοντα, στις 23/12/1971 ποσό 450.000 δραχμών, στις 5/1/1972 ποσό 600.000 δραχμών, στις 11/1/1972 ποσό 300.000 δραχμών. Έναντι του υπολοίπου τιμήματος ο ενάγων εισέπραξε τα μισθώματα των μηνών Σεπτεμβρίου έως και Δεκεμβρίου 1971, 12.000 δρχ.
μηνιαίως, καθώς και την εγγύηση καλής εκτελέσεως της συμβάσεως μισθώσεως, 24.000 δρχ., δεδομένου ότι οι οριζόντιες αυτές ιδιοκτησίες είχαν εκμισθωθεί από τον ίδιο, με το από 30/7/1971 μισθωτήριο συμφωνητικό, στην εταιρία με την επωνυμία "...-...-... Ο.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΤΟΥΟΤΑ SERVICE". Ακολούθως, με το από 10/2/1972 ιδιωτικό συμφωνητικό, ο ενάγων πώλησε στον πρώτο από τους αρχικώς εναγομένους ΑΑ το υπ' αριθμ. 24 διαμέρισμα αντί τιμήματος 350.000 δραχμών.
Ο εναγόμενος αυτός (αγοραστής) κατέβαλε στον ενάγοντα, αυθημερόν ποσό 110.000 δρχ., στις 18/3/1972 ποσό 20.000 δραχμών, στις 31/3/1972 ποσό 60.000 δραχμών και στις 14/4/1972 ποσό 60.000 δραχμών. Έτσι εξόφλησε ολοσχερώς το συμφωνηθέν τίμημα. Οι πωλήσεις και οι καταβολές του τιμήματος αποδεικνύονται κυρίως από τα συμφωνητικά και τις αποδείξεις που έχουν τις ημερομηνίες των πληρωμών και οι οποίες υπογράφηκαν στην πρώτη περίπτωση από τον ίδιο τον ενάγοντα και στη δεύτερη από τη σύζυγο του ΔΔ, η οποία ενεργούσε ως εκπρόσωπος, κατ' εντολή και για λογαριασμό του.
Είναι αδιάφορο αν οι αποδείξεις αυτές γράφηκαν από αυτούς ή από τρίτο πρόσωπο. Στην τελευταία, από 14/4/1972 απόδειξη, η σύζυγος του ενάγοντος, ως πληρεξούσιά του, δήλωσε ότι "ούτω εξοφλείται, ολοσχερώς και ουδεμίαν αξίωσιν έχει εκ του προσυμφώνου και εργολαβικού υπ' αριθμόν ... του συμβολαιογράφου Σπυρίδωνος Τριβόλη όπως οι οικοπεδούχοι μεταβιβάσουν εις τον εργολάβον (ενάγοντα) ή τρίτα υπ' αυτού υποδειχθησόμενα πρόσωπα τα ποσοστά εκ του οικοπέδου τα αναλογούντα εις το αυτοτελές διαμέρισμα του δώματος".
Στις αρχές Δεκεμβρίου 1971 ο ενάγων μαζί με τον πρώτο από τους αρχικώς εναγομένους ΑΑ πήγαν στο ως άνω μίσθιο κατάστημα, όπου ο ενάγων ενημέρωσε τους εκπροσώπους της ως άνω μισθώτριας εταιρείας για την πώληση του καταστήματος και της αποθήκης και τους είπε ότι από το Δεκέμβριο και μετά πρέπει να καταβάλλουν το ενοίκιο σε αυτόν ως εκπρόσωπο και των λοιπών αγοραστών.
Ο ΑΑ, ενεργώντας ως εκπρόσωπος και των λοιπών αγοραστών αδελφών του, εισέπραττε έκτοτε τα μισθώματα και προέβαινε σε συμφωνίες με τους εκπροσώπους της μισθώτριας εταιρίας σχετικές με τη αναπροσαρμογή του μισθώματος και την παράταση της μισθώσεως. Όλοι οι αγοραστές δήλωναν στην αρμόδια Οικονομική Εφορία τα εισοδήματα από μισθώματα.
Ο ενάγων, ο οποίος μέχρι τον Οκτώβριο του έτους 1991 δεν είχε ενοχλήσει ποτέ τη μισθώτρια εταιρία για οποιοδήποτε θέμα σχετικό με το μίσθιο, στις 30/10/1991 επέδωσε σε αυτή την από 26/10/1991 εξώδικη πρόσκλησή του, με την οποία, για πρώτη φορά, ισχυρίσθηκε σε αυτή, ότι τα μισθώματα που κατέβαλε στους εναγομένους αδελφούς ΑΑ-ΒΒ-ΓΓ ήταν για εξόφληση δανείου και ζήτησε εφεξής να καταβάλλει τα μισθώματα σε αυτόν.
Η μισθώτρια εταιρία, με την από 12/11/1991 εξώδικη δήλωσή της, η οποία επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 26/11/1991, απάντησε σε αυτόν, ότι μετά τη δήλωση αυτού του ίδιου (του ενάγοντος) προς τους εκπροσώπους της "ότι το κατάστημα πουλήθηκε στους οικοπεδούχους και τα ενοίκια θα τα πληρώνετε σε αυτούς", αναγνωρίζει ως ιδιοκτήτη τους αδελφούς ΑΑ-ΒΒ-ΓΓ, στους οποίους θα εξακολουθήσει να καταβάλλει τα μισθώματα.
Με το από 31/3/1973 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, ο πρώτος από τους αρχικώς εναγόμενους ΑΑ εκμίσθωσε και το υπ' αριθμό 24, ως άνω, διαμέρισμα στον ..., από τον οποίο εισέπραττε τα μισθώματα. Η μίσθωση αυτή έληξε με καταγγελία του εκμισθωτή, ο οποίος άσκησε αγωγή για την απόδοση του μισθίου σε αυτόν. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 8.400/1983 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε ο μισθωτής να αποδώσει στον εκμισθωτή ΑΑ τη χρήση του μισθίου διαμερίσματος Ο ενάγων ισχυρίσθηκε με την προσθήκη των προτάσεων της πρώτης συζητήσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι τα χρηματικά ποσά, τα οποία εισέπραξε από τους εναγομένους, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες αποδείξεις, δόθηκαν σε αυτόν από τον ΑΑ, προς διευκόλυνσή του για την αποπεράτωση της πολυκατοικίας, λόγω ταμειακών αναγκών που είχε, αλλά και για την αντιμετώπιση προβλημάτων υγείας που είχε και ότι "η αναφορά στις σχετικές αποδείξεις ως αιτία των πιο πάνω καταβολών της- δήθεν- πώλησης των ένδικων ιδιοκτησιών, καθώς και η συμφωνία είσπραξης από αυτόν έγινε μόνον για λόγους ασφαλείας των χρηματικών αυτών ποσών" και επί πλέον ότι με την είσπραξη των μισθωμάτων από τους εναγομένους έχουν εξοφληθεί τα πιο πάνω χρηματικά ποσά, γι' αυτό και απέστειλε στη μισθώτρια εταιρία το από 26/10/1991 εξώδικό του, με το οποίο την προσκαλούσε να του καταβάλλει στο εξής τα μισθώματα.
Ο ισχυρισμός αυτός του ενάγοντος είναι προδήλως αβάσιμος, αφού αντίκειται προς το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και κυρίως προς τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξέτασαν οι εναγόμενοι, την εξώδικη απάντηση της εταιρίας (μισθώτριας) προς αυτόν, τα ιδιωτικά συμφωνητικά πωλήσεως και τις αποδείξεις εισπράξεως του τιμήματος.
Εάν πράγματι επρόκειτο για δάνειο δεν υπήρχε κανένας λόγος να μην αναγραφεί αυτό ως αιτία των καταβολών. Περαιτέρω είναι ήκιστα πειστικός αφ' εαυτού ο ισχυρισμός περί δανείου για την κατασκευή της πολυκατοικίας. Σε μια τέτοια περίπτωση οι οικοπεδούχοι θα κατασκεύαζαν την οικοδομή με δικές τους δαπάνες και όχι με το σύστημα της αντιπαροχής.
Οι μάρτυρες αποδείξεως δεν έχουν ιδία αντίληψη των όσων κατέθεσαν. Κατ' επανάληψη αναφέρουν ως πηγή γνώσεως τους τις διηγήσεις του ιδίου του ενάγοντος. Οι μάρτυρες αυτοί αναφέρουν στις καταθέσεις τους, ότι οι ως άνω αποδείξεις ήταν υπογεγραμμένες "εν λευκώ" από τον ενάγοντα και ότι τις συμπλήρωσε αντισυμβατικά ο ΑΑ, ο οποίος διέλαβε σε αυτές ψευδώς, ότι δήθεν η αιτία της εκδόσεώς τους ήταν η πώληση των οριζοντίων ιδιοκτησιών και όχι το δάνειο για το οποίο ο ενάγων τις υπέγραψε.
Σχετικό ισχυρισμό προέβαλε ο ενάγων, για πρώτη φορά, με τις προτάσεις της τελευταίας συζητήσεως της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ο ισχυρισμός αυτός είναι επίσης παντελώς αβάσιμος, κατά τα προεκτεθέντα, αλλά και ως ερχόμενος σε αντίθεση προς όσα ο ενάγων ισχυρίσθηκε με την, ως άνω, εξώδικη πρόσκλησή του προς τη μισθώτρια εταιρία και με τις προτάσεις της πρώτης συζητήσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Ως προς τις πωλήσεις της αποθήκης, του καταστήματος και του διαμερίσματος, εκ μέρους του ενάγοντος προς τους εναγομένους, κατά τα προεκτεθέντα, είναι χαρακτηριστική η κατάθεση του μάρτυρα ..., νομίμου εκπροσώπου της μισθώτριας εταιρίας "ΤΟΥΟΤΑ SERVICE", ασχέτου προς τους διαδίκους, ο οποίος ρητώς κατέθεσε, ότι ο ενάγων από το Δεκέμβριο του έτους 1971, οπότε τον επισκέφθηκε μαζί με τον πρώτο από τους αρχικώς εναγομένους ΑΑ, στο μίσθιο, τον ενημέρωσε για την πώληση αυτού στους οικοπεδούχους και του ζήτησε να καταβάλλει εφεξής τα μισθώματα σε αυτούς, ότι ο ενάγων δεν τον ξαναενόχλησε έκτοτε και μέχρι το 1991 οπότε κοινοποίησε την προαναφερθείσα εξώδικη δήλωση και ότι ο ενάγων έμενε στην ίδια πολυκατοικία με αυτόν και ουδέποτε του έκανε συζήτηση, ότι το μίσθιο είναι δικό του.
Κατά ταύτα, σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα, ο ενάγων επί χρονικό διάστημα είκοσι περίπου ετών και ειδικότερα από το τέλος του έτους 1971 μέχρι την άσκηση της αγωγής, αδράνησε και δεν άσκησε την υπό κρίση αξίωσή του. Η αδράνεια του δε αυτή σε συνδυασμό με την προηγηθείσα συμπεριφορά του και δη τη συμφωνία περί πωλήσεως και την πώληση, με έγγραφα ιδιωτικά συμφωνητικά, των επίδικων οριζοντίων ιδιοκτησιών στους εναγομένους και ειδικότερα της αποθήκης και του καταστήματος στους αδελφούς ΑΑ, ΒΒ και ΓΓ και του διαμερίσματος στον ΑΑ, την είσπραξη του συνόλου του τιμήματος που συμφώνησε γι' αυτά, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, τη γνωστοποίηση της πωλήσεως του καταστήματος και της αποθήκης στη μισθώτρια εταιρία, την υπόδειξη προς αυτή να καταβάλλει εφεξής τα μισθώματα στους αγοραστές, οι οποίοι τα εισέπρατταν και τα δήλωναν, ως εισοδήματα, στην οικονομική εφορία και γενικά την μη προβολή καμίας αντιρρήσεως, εκ μέρους του, καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο οι εναγόμενοι εμφανίζονταν ως κύριοι και διαχειρίζονταν τις ιδιοκτησίες αυτές ως δικές τους, δημιούργησε σε αυτούς εύλογη την πεποίθηση, ότι δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του για μεταβίβαση, εκ μέρους αυτών, των εν λόγω οριζοντίων ιδιοκτησιών, προς αυτόν.
Η άσκηση του δικαιώματος αυτού με την αγωγή, η οποία έχει επαχθείς συνέπειες για τους εναγομένους, υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα οποία επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως, που πρόβαλαν οι αρχικώς εναγόμενοι, και, κατά παραδοχή αυτής, απέρριψε την από 5-11-1992 αγωγή του αναιρεσείοντος με την οποία ζητούσε να καταδικαστούν οι τελευταίοι σε δήλωση βουλήσεως περί μεταβιβάσεως σ' αυτόν των ως άνω επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών και εν συνεχεία απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που έκρινε ομοίως.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού, υπό τα ανωτέρω γενόμενα από αυτό δεκτά πραγματικά περιστατικά, η άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσείοντος υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα οριζόμενα από τη διάταξη αυτή όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ενώ δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε σ' αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου, το οποίο και εφάρμοσε.
Ειδικότερα, το Εφετείο αναφέρει τις επαχθείς για τους υπόχρεους εναγομένους συνέπειες από την ικανοποίηση του δικαιώματος του ενάγοντος, συνιστάμενες στο ότι αυτοί θα στερηθούν τις επίδικες ιδιοκτησίες, μολονότι προ πολλού έχουν καταβάλει το συμφωνηθέν τίμημα για την αγορά τους. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και περιέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, είναι αβάσιμος.
ΙΙ) Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ ΑΠ 2/2008).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
εξαιρετικές περιπτώσεις. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμ. 11 α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη προς απόδειξη της εκ μέρους του πωλήσεως και μεταβιβάσεως της κυριότητας των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών στους αρχικούς εναγομένους τα ως άνω από 14-11-1971 και 10-2-1972 ιδιωτικά συμφωνητικά και τις σχετικές αποδείξεις καταβολής χρημάτων, ενώ για τις εν λόγω πωλήσεις απαιτούνταν συμβολαιογραφικά έγγραφα.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω έγγραφα, από τα οποία προέκυψε η άτυπη μεταβίβαση λόγω πωλήσεως από τον αναιρεσείοντα, εργολάβο οικοδομών, στους αρχικούς εναγομένους, οικοπεδούχους της υπό ανέγερση πολυκατοικίας, οριζοντίων αυτής ιδιοκτησιών και η ολοσχερής εξόφληση του τιμήματος, προκειμένου αυτό (δικαστήριο) να καταλήξει ότι η άσκηση των δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος από το ...
προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου και εργολαβικό ανέγερσης πολυκατοικίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Σπυρίδωνος Τριβόλη, αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, όπως είναι τα ιδιωτικά συμφωνητικά και οι έγγραφες αποδείξεις, που είναι νόμιμα αποδεικτικά μέσα (άρθρ. 445 ΑΚ), αφού με αυτά δεν δέχθηκε ότι μεταβιβάστηκαν νομότυπα με παράγωγο τρόπο οι οριζόντιες ιδιοκτησίες αλλά τα ανέφερε ως πραγματικά περιστατικά προκειμένου να θεμελιωθεί η ένσταση κατάχρησης δικαιώματος που προτάθηκε εκ μέρους των εναγομένων.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος την ίδια αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθ.11 α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη, για την κρίση του για την καταχρηστική άσκηση του ένδικου δικαιώματος, και το προσκομιζόμενο από τους αντιδίκους του από 18-9-1976 ιδιωτικό συμφωνητικό περί παράτασης της μίσθωσης του επίδικου καταστήματος, ενώ αυτό έφερε εξαλείψεις με διορθωτικό στα αναφερόμενα σημεία του και επιπλέον δεν είχε την υπογραφή του εκμισθωτή και δεν είχε θεωρηθεί από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, κατά παραβίαση των άρθρων 3 του ν. 4045/1960 και 77 του ν. 2238/1994.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος, γιατί ο αναιρεσείων δεν προβάλλει, ότι τον ισχυρισμό αυτόν περί του απαραδέκτου του εν λόγω εγγράφου πρότεινε, όπως όφειλε, στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ δεν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις. Περαιτέρω, η επικαλούμενη με τον ίδιο λόγο παραβίαση των άρθρων 270 και 432 ΚΠολΔ, δεν θεμελιώνει, ως αναφερόμενη σε παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου, λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
ΙΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτός των αναφερομένων σε αυτή εξαιρέσεων, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και, συνεπώς, για να είναι ορισμένος ο, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14, λόγος αναίρεσης, πρέπει να ιστορείται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, και ότι το σχετικό απαράδεκτο προβλήθηκε και στο δικαστήριο της ουσίας. Εξάλλου, η αοριστία της αγωγής και της ένστασης ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά, όμως, τη δημόσια τάξη, και, επομένως, για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης ο σχετικός ισχυρισμός πρέπει να έχει προταθεί στο εφετείο και να αναγράφεται στο αναιρετήριο, ότι έγινε η αντίστοιχη πρόταση. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' ορθή υπαγωγή, προβάλλεται η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσείοντος, διότι η εν λόγω ένσταση δεν περιείχε και σχετικό αίτημα για απόρριψη της αγωγής. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο αν ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε στο Εφετείο, ενόψει μάλιστα και του ότι και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος.
ΙV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν περιέχει άλλους λόγους, εκτός από τους παραπάνω, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-1-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 504/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ