Legislator Case Law & Legislation
2305/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lack of legal interest and irrelevance of alleged procedural errors.

Case Number 2305/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's final judgment regarding co-ownership of land. The appellant argued the lower court misallocated the burden of proof and violated property law by treating her claim of exclusive ownership as a valid objection. The court ruled the appeal inadmissible because the appellant lacked legal interest, as the lower court based its decision on undisputed evidence of co-ownership rather than the disputed ownership claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 338(1) and 559(13) of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the appellant lacks legal interest, particularly when the lower court's decision rests on undisputed facts rather than the contested legal issue raised by the appellant.

Keywords

AI generated
burden of proof allocation legal interest requirement inadmissible appeal co-ownership dispute procedural error review

Cited Legislation

AI generated
Article 338(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(13) of the Code of Civil Procedure
Article 270(1), (4), (6) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 991 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2305 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2305/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Γιαννακάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ..., 2. ..., 3. ... και 4. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Περικλή Στρούμπο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-4-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 238/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 709/2000, 722/2004 μη οριστικές, 93/2007 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση των 93/2007, 722/2004 αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-2-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 14-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης της υπ'αριθμ. 93/2007 απόφασης του Εφετείου Λάρισας και της συμπροσβαλλόμενης 722/2004 μη οριστικής απόφασης του ίδιου Εφετείου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 338 παρ.1 του ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.

Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει το διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής προϋποθέσεως των θεμελιωτικών της αξιώσεως του πραγματικών γεγονότων, ενώ το αντικειμενικό προσδιορίζει το διάδικο που φέρει τον κίνδυνο στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του υποκειμενικού βάρους απόδειξης, που θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ λόγο αναίρεσης, προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί αποδείξεως. Τέτοια όμως απόφαση περί αποδείξεως, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ.1,4,6 του ΚΠολΔ, (όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 του ν. 2915/2001), οι οποίες εφαρμόζονται και στη δευτεροβάθμια δίκη, δεν εκδίδεται κατά τη διαδικασία ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και συνεπώς στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει υποκειμενικό βάρος απόδειξης, εκτός εάν, κατ' εξαίρεση, εκδοθεί από το Μονομελές Πρωτοδικείο ή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρεμπίπτουσα απόφαση για συμπλήρωση των αποδείξεων, σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ.6 εδ.

β' ΚΠολΔ, οπότε είναι δυνατόν να ιδρυθεί ο από το άνω άρθρο 559 αριθ.13 λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή από το δικαστήριο των ορισμών του νόμου και ως προς το υποκειμενικό βάρος απόδειξης. Σε κάθε όμως περίπτωση για τη στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού αναίρεσης απαιτείται να απορρίφθηκε ο πραγματικός ισχυρισμός του διαδίκου, στον οποίο εσφαλμένα επιβλήθηκε το βάρος απόδειξης, ως αναπόδεικτος από έλλειψη ή ανεπάρκεια των αποδείξεων και όχι γιατί οι αντίθετες αποδείξεις που προσκομίσθηκαν θεωρήθηκαν επαρκείς από το δικαστήριο προς απόδειξη του αντιθέτου του εν λόγω ισχυρισμού, ο οποίος και απορρίφθηκε για το λόγο αυτό, διότι στην τελευταία περίπτωση η τυχόν εσφαλμένη κατανομή του βάρους απόδειξης στερείται έννομης σημασίας και ως εκ τούτου ελλείπει το έννομο συμφέρον του διαδίκου που επιβαρύνθηκε με την απόδειξη να προβάλει την αιτίαση αυτή.

Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 987 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι ο νομέας που αποβλήθηκε παράνομα από τη νομή έχει δικαίωμα να αξιώσει την απόδοσή της απ' αυτόν που νέμεται επιλήψιμα απέναντί του, προκύπτει ότι, για την παροχή της προβλεπόμενης από αυτήν προστασίας απαιτείται νομή του ενάγοντος στο πράγμα κατά το χρόνο της αποβολής του και προσβολή αυτής με αποβολή του ενάγοντος νομέα, η οποία να έγινε παράνομα και χωρίς τη θέληση του.

Από δε τη διάταξη του άρθρου 991 Α.Κ., που ορίζει ότι ο εναγόμενος για διατάραξη ή αποβολή δεν μπορεί να επικαλεσθεί δικαίωμα που του παρέχει εξουσία πάνω στο πράγμα, παρά μόνο αν το δικαίωμα έχει αναγνωρισθεί τελεσίδικα σε δίκη ανάμεσα σε αυτόν και τον ενάγοντα, συνάγεται ότι ο εναγόμενος με τις αγωγές περί διαταράξεως ή αποβολής από τη νομή δεν δικαιούται να αντιτάξει κατά του ενάγοντος ενστάσεις ανατρεπτικές, που στηρίζονται σε δικαίωμα ιδίας αυτού κυριότητας ή σε άλλα εμπράγματα δικαιώματα επί του επιδίκου πράγματος ή σε προσωπικά περί αυτού δικαιώματα, με βάση τα οποία θα μπορούσε ο ίδιος να αξιώσει την παράδοση σ' αυτόν του πράγματος ή την παραχώρηση της χρήσης αυτού.

Από τη διάταξη όμως αυτή δεν συνάγεται και ότι απαγορεύεται στον εναγόμενο να αντιτάξει τη δική του νομή επί του επιδίκου πράγματος, αφού ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, που μπορεί να αποδειχθεί ανταποδεικτικώς και να επιφέρει την απόρριψη αυτής ως αναπόδεικτης. Τα παραπάνω ισχύουν και όταν η επί του πράγματος νομή ανήκει σε περισσότερους κατ' ιδανικά μέρη, πρόκειται δηλαδή για συννομή (άρθρο 994 ΑΚ) και εναγόμενος με την αγωγή περί αποβολής από τη νομή είναι ο συννομέας , που πρόσβαλε άλλον συννομέα, αποβάλλοντάς τον από τη συννομή.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα : Οι αναιρεσίβλητοι με την ένδικη από 14-4-1997 αγωγή τους περί νομής, την οποία άσκησαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου κατά της ήδη αναιρεσείουσας και της εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης εταιρίας "PANAFON S.A.", η οποία δεν είναι διάδικος, αφού εξέθεσαν, ότι με βάση τις αναφερόμενες στην αγωγή κληρονομικές διαδοχές κατέστησαν συννομείς, ο καθένας κατά τα αναφερόμενα ιδανικά μερίδια, του περιγραφομένου στην αγωγή ακινήτου, εκτάσεως 10.000 στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της νήσου ..., ότι επί του ακινήτου αυτού που αποτελείται από καλλιεργούμενες εκτάσεις, βοσκοτόπους και δασικές εκτάσεις, αρχικά οι καθολικοί δικαιοπάροχοί τους και στη συνέχεια, μετά το θάνατο εκείνων, οι ίδιοι ασκούσαν με διάνοια κυρίου, είτε αυτοπροσώπως, είτε μέσω βοηθών νομής, τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση του ακινήτου συνεχώς μέχρι τις 22-2-1995, οπότε η αναιρεσείουσα-εναγομένη, η οποία τυγχάνει συννομέας του ίδιου ακινήτου, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, επικαλούμενη ότι είναι αποκλειστική νομέας τούτου, προέβη στην εκμίσθωση του αναφερομένου στην αγωγή τμήματος αυτού, εμβαδού 569,65 τ.μ., προς τη δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία "PANAFON S.A.", προκειμένου η τελευταία να το χρησιμοποιήσει για την εγκατάσταση και λειτουργία κεραίας κινητής τηλεφωνίας, και έτσι προσέβαλε παράνομα τη συννομή τους στο τμήμα αυτό, με αποβολή, ζήτησαν α)να αναγνωρισθούν συννομείς, ο καθένας κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσοστά εξ αδιαιρέτου, ολόκληρου του παραπάνω μείζονος ακινήτου, εμβαδού 10.000 στρεμμάτων και β) να διαταχθεί η απόδοση σ' αυτούς, κατά τα ανήκοντα στον καθένα τους ιδανικά μερίδια, της συννομής στο πιο πάνω τμήμα του ακινήτου, από το οποίο αποβλήθηκαν από την αναιρεσείουσα εναγομένη.

Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή με την υπ'αριθμ.238/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, η οποία εκδόθηκε ερήμην των εναγομένων. Κατ'αυτής άσκησε η αναιρεσείουσα εναγόμενη την από 1-2-1999 έφεση και το Εφετείο Λάρισας, με την υπ' αριθμ.709/2000 απόφαση του , αφού δέχθηκε την έφεση και εξαφάνισε, ως προς την αναιρεσείουσα, την πιο πάνω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, έκρινε νόμιμη την αγωγή ως προς αμφότερες τις σωρευόμενες στο δικόγραφο αυτής αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων (αναγνωρίσεως της συννομής τους στο μείζον ακίνητο και απόδοσης σ'αυτούς της συννομής στο προαναφερόμενο τμήμα αυτού) και ακολούθως έταξε τις αναγκαίες αποδείξεις για το θεμελιωτικό της αγωγής ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων ότι αυτοί τύγχαναν συννομείς του μείζονος επιδίκου ακινήτου κατά το χρόνο αμφισβήτησης της συννομής τους και αποβολής τους από τη συννομή.

Μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, το ίδιο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την συμπροσβαλλόμενη υπ' αριθμ.722/2004 μη οριστική απόφασή του, επανεκτιμώντας τους ισχυρισμούς των διαδίκων, εξέλαβε ως ένσταση ιδίας νομής τον ισχυρισμό που πρόβαλε με λόγο της έφεσής της η αναιρεσείουσα εναγομένη, ότι "μεταξύ των αρχικών συνιδιοκτητών και συννομέων του μείζονος επιδίκου ακινήτου, εκτάσεως 10.000 στρεμμάτων, ήτοι των μελών των οικογενειών Ο1 και Ο2- Ο3, έγινε προ 50 τουλάχιστον ετών άτυπη διανομή αυτού, δυνάμει της οποίας, η μεν οικογένεια Ο1, καθολικοί διάδοχοι της οποίας τυγχάνουν οι ενάγοντες, έλαβε στην αποκλειστική νομή της το νότιο διαιρετό τμήμα του κοινού ακινήτου, εμβαδού 3.500 περίπου στρεμμάτων, η δε οικογένεια Ο2-Ο3, καθολικός διάδοχος της οποία τυγχάνει η ίδια (εναγομένη),έλαβε το βόρειο διαιρετό τμήμα αυτού, εμβαδού 6.500 περίπου στρεμμάτων, και ότι έκτοτε την αποκλειστική νομή ασκούσαν, επί μεν του βορείου τμήματος του εν λόγω ακινήτου, στο οποίο εμπίπτει και το επίδικο τμήμα των 570 τ.μ.

που εκμίσθωσε η εναγόμενη, τα μέλη της οικογένειας Ο2- Ο3 και ειδικότερα, αρχικά η εκ μητρός μάμμη της ..., μετά δε το θάνατο αυτής η μητέρα της ..., ως κληρονόμος εκείνης, και μετά το θάνατο της τελευταίας το έτος 1984 και μέχρι τη συζήτηση της αγωγής η ίδια, ως καθολική επίσης διάδοχός της μητέρας της, εκμισθώνοντας τους εντός του τμήματος αυτού υπάρχοντες βοσκοτόπους σε διάφορους ποιμένες και εισπράττοντας τα μισθώματα για δικό τους λογαριασμό, επί δε του νοτίου τμήματος του ως άνω ακινήτου τα μέλη της οικογένειας Ο1, μεταξύ των οποίων και οι άμεσοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων ..., ..., ...

και ... και οι ενάγοντες, ως καθολικοί διάδοχοι αυτών", ακολούθως δε έταξε αποδείξεις σε βάρος της αναιρεσείουσας εναγομένης προς απόδειξη των συγκροτούντων τον ισχυρισμό της αυτό πραγματικών περιστατικών. Μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων και την περαιτέρω συζήτηση της υπόθεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.93/2007 οριστική απόφαση, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κάνοντας δεκτή, ως κατ'ουσίαν βάσιμη, την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, αναγνώρισε αυτούς ως συννομείς του επιδίκου ακινήτου εκτάσεως 10.000 περίπου στρεμμάτων, κατά τα αναφερόμενα για τον καθένα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, και διέταξε την απόδοση σ' αυτούς της συννομής του επιδίκου τμήματός του, εμβαδού 569,65τ.μ., κατά τα ίδια ποσοστά εξ αδιαιρέτου.

Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.13 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, με το να θεωρήσει, με την 722/2004 προδικαστική του απόφαση, ως ένσταση, καταλυτική της αγωγής, τον παραπάνω ισχυρισμό της για δική της αποκλειστική νομή στο επίδικο ακίνητο και να τάξει γι' αυτόν σε βάρος της απόδειξη, εσφαλμένα κατένειμε το υποκειμενικό βάρος απόδειξης αναφορικά με τα θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας να προβάλλει την ως άνω αιτίαση, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 93/2007 οριστική απόφαση, το Εφετείο έκανε δεκτή την αγωγή, ως ουσιαστικά βάσιμη, όχι γιατί έκρινε αναπόδεικτο τον προδιαληφθέντα, αρνητικό της ιστορικής βάσης της αγωγής, ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί δικής της αποκλειστικής νομής στο επίδικο ακίνητο, αλλά γιατί δέχθηκε ανελέγκτως, ότι από τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους αποδείχθηκε η ύπαρξη συννομής των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου ακινήτου κατά το χρόνο αμφισβήτησης της συννομής τους και αποβολής τους από τη συννομή.

ΕΠΕΙΔΗ, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, με το να θεωρήσει ως ένσταση ιδίας νομής τον προταθέντα από αυτήν ισχυρισμό για δική της αποκλειστική νομή στο επίδικο ακίνητο, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 991 ΑΚ. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι η προβαλλόμενη με αυτόν νομική πλημμέλεια δεν επέδρασε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ.93/2007 οριστικής απόφασης, το οποίο επαρκώς στηρίζεται στην αιτιολογία, ότι οι αναιρεσίβλητοι τύγχαναν συννομείς του επιδίκου ακινήτου κατά το χρόνο αμφισβήτησης της συννομής τους και αποβολής τους από τη συννομή από την αναιρεσείουσα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-2-2008 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 93/2007 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δοκαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ