Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding evidence evaluation and factual assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decisions. The appellant argued for procedural errors in evidence handling and factual findings, but the court ruled these grounds inadmissible. The court held that the Supreme Court cannot review the substantive evaluation of evidence or the factual assessment of the case by lower courts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(6), 561(1), 562(2) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court's review is limited to legal errors and does not extend to the substantive evaluation of evidence or the factual assessment of the case by the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2301 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2301/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: .... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Πατρινό.
Της αναιρεσιβλήτου: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Βουγιούκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε :α)με την από 9-2-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 9584/1998 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου και β) με την από 3-12-1997 αγωγή της (αναιρεσίβλητης) ... που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1066/1999 μη οριστική, 4602/1999 οριστική, του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Κατά της άνω αποφάσεως ο αναιρεσείων άσκησε έφεση και εκδόθηκαν οι αποφάσεις 386/2000 μη οριστική, 217/2006 οριστική, του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση των δύο εφετειακών αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-6-2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 31-3-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως των 217/2006 και 386/2000 αποφάσεων του Εφετείου Πειραιώς. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 6 ΚΠολΔ ιδρύεται αν κατά παράβαση του νόμου, και ιδίως κατά παράβαση των διατάξεων περί επιδόσεως, ο διάδικος δικάστηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ερήμην, όχι όμως και όταν δικάστηκε κατ' αντιμωλίαν, η δε άκυρη ερημοδικία είχε γίνει σε προηγούμενη συζήτηση στον πρώτο ή δεύτερο βαθμό.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι παρά το νόμο ο αναιρεσείων δικάστηκε ερήμην με την πρωτόδικη υπ' αριθ. 4602/1999 απόφαση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Κατά το άρθρο 562§2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση και δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως των δικαστηρίων της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί το δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Ενόψει αυτών, οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τους οποίους το Εφετείο, που εξέδωσε τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, παρά το νόμο δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης ως απαράδεκτη, το μεν λόγω εκκρεμοδικίας, συνεπεία της από 3-12-1997 προγενέστερης αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σαλαμίνας, το δε λόγω αοριστίας αυτής, πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως αόριστοι, αφού ο αναιρεσείων δεν προβάλλει ότι τους περί εκκρεμοδικίας και αοριστίας της αγωγής ισχυρισμούς, που δεν εμπίπτουν σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562§2 ΚΠολΔ και στους οποίους στηρίζονται οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, πρότεινε, ως όφειλε, στο δικαστήριο της ουσίας, ήτοι στο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ούτε αναφέρει το χρόνο και τρόπο προτάσεώς τους, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν παραδεκτοί και νόμιμοι.
Από το εφαρμοζόμενο και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524§1) άρθρο 241§1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η κρίση, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει σπουδαίος λόγος για την αναβολή της υποθέσεως, ανήκει στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1293/1993).
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια "της απόρριψης του περί αναβολής της δίκης αιτήματος του αναιρεσείοντος κατά παράβαση ουσιαστικών και δικονομικών διατάξεων", πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η περί αναβολής ή μη κρίση του Εφετείου δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Επειδή, λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν του παρέχει ο νόμος, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη μολονότι την είχε κατά νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμον αποδεικτικά μέσα.
Για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναιρέσεως πρέπει να καθορίζεται και ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στα μέσα αυτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, διαφορετική από εκείνη που της προσδίδει ο νόμος, καθώς και που έγκειται το σχετικό σφάλμα της αποφάσεως, εάν δε πρόκειται για δημόσιο έγγραφο το οποίο κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ αποτελεί πλήρη απόδειξη για ό,τι βεβαιώνεται σ' αυτό, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το βεβαιούμενο γεγονός έγινε από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ενώπιόν του, εφόσον αυτό ήταν καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο για τη βεβαίωση αυτήν και να καθορίζεται ότι ο συντάκτης βεβαιώνει πως έγιναν από αυτόν ή ενώπιόν του, ώστε4 να μπορεί να ελεγχθεί και αν ο συντάκτης του εγγράφου ήταν καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιος για τη βεβαίωση αυτή.
Επομένως ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως από την άνω διάταξη, που προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με μόνη την αναφορά ότι "εστρέβλωσε την αποδεικτική ισχύ δημοσίων εγγράφων (νοούνται προδήλως τα δύο αναφερόμενα στο λόγο αυτό έγγραφα) προσδώσασα εις αυτά άλλη έννοια από την εκ του νόμου αποδιδόμενη εις αυτά", είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή με τον έκτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, που συνίσταται στο ότι "δέχεται ότι δήθεν μετήλθα βία συνισταμένη στην ανελεή κάκωση του αντιδίκου προκειμένου να στέρξει αυτή στην υπογραφή του επιδίκου συμβολαίου μεταβιβάσεως του συγκεκριμένου αυτοκινήτου, πλην όμως δεν προκύπτει το δήθεν ανηλεές της δήθεν κακοποιήσεως της αντιδίκου....δεν αιτιολογείται το γεγονός ότι υφίστατο συνοίκηση εμού....δεν βεβαιώθηκε τέτοιο γεγονός, το οποίον εδέχθη ως δήθεν αποδειχθέν η απόφαση". Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της ως άνω επικαλούμενης πλημμέλειας πλήττει αποκλειστικά την εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) καθ' εαυτή, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561§1 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-6-2006 αίτηση του ... για αναίρεση των 217/2006 (οριστικής) και 386/2000 (μη οριστικής) αποφάσεων του Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ