Legislator Case Law & Legislation
22/2025 AI generated

22/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 22/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 187/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Βάϊα Ζαρχανή, Παρασκευή Γρίβα και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

22/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ότι από 12-12-2006 έως 23-6-2009 απασχολήθηκε παράλληλα ως μηχανικός τεχνολογίας ιατρικών οργάνων και περιοδεύων πωλητής στην ατομική επιχείρηση της Α. Π., κατόπιν δανεισμού του από την εργοδότρια εταιρεία, ενώ από 1-10-2008 έως 7-1-2010 απασχολήθηκε ως ιατρικός επισκέπτης στην ατομική επιχείρηση του Χ. Π., επίσης κατόπιν δανεισμού του από την εργοδότρια εταιρεία.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 22 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 22/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 187/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Βάϊα Ζαρχανή, Παρασκευή Γρίβα και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Ρήγα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "…..." (πρώην "…...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην …. και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Μιχαήλ Σαρρή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν η 239/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 259/2018 μη οριστική και 376/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-6-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 29-6-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 31/2021) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 376/2020 απόφασης του Εφετείου .... Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... την από 15-2-2010 (αριθ. έκθ. κατάθ. 1368/2010) αγωγή κατά της εδρεύουσας στην ... ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "....", της οποίας η σύνθεση και η επωνυμία άλλαξε το έτος 2017 σε "....", ήδη αναιρεσίβλητη, κατόπιν σχετικής τροποποίησης του καταστατικού της, με την οποία (αγωγή) ισχυρίστηκε ότι προσελήφθη από την εναγομένη στις 10-4-2006, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως μηχανικός τεχνολογίας ιατρικών οργάνων, ενώ παράλληλα αυτή τον απασχολούσε και ως περιοδεύοντα πωλητή των προϊόντων της (σκελετών γυαλιών οράσεως και ηλίου) σε διάφορες πόλεις και νησιά της Ελλάδας.

Ότι ακολούθως η εναγομένη εταιρεία άνοιξε στην ….. τον Ιούλιο του έτους 2007, κατάστημα χονδρικής και λιανικής πώλησης οπτικών ειδών, στο οποίο όρισε αυτόν ως υπεύθυνο, ενώ παράλληλα τον απασχολούσε και ως πωλητή στο ίδιο κατάστημα, κατά τις ημέρες που βρισκόταν στην …. . Ότι η προετοιμασία της λειτουργίας του ως άνω καταστήματος διήρκεσε από 22 Μαρτίου έως 3 Ιουλίου 2007, διάστημα κατά το οποίο αυτός απασχολήθηκε με τις εν λόγω εργασίες σε καθημερινή βάση από Δευτέρα έως Κυριακή και από ώρα 08:00 έως 21:00.

Ότι από 12-12-2006 έως 23-6-2009 απασχολήθηκε παράλληλα ως μηχανικός τεχνολογίας ιατρικών οργάνων και περιοδεύων πωλητής στην ατομική επιχείρηση της Α. Π., κατόπιν δανεισμού του από την εργοδότρια εταιρεία, ενώ από 1-10-2008 έως 7-1-2010 απασχολήθηκε ως ιατρικός επισκέπτης στην ατομική επιχείρηση του Χ. Π., επίσης κατόπιν δανεισμού του από την εργοδότρια εταιρεία.

Ότι στις 15-1-2010 η τελευταία προέβη σε αναγγελία προς τον ΟΑΕΔ περί οικειοθελούς δήθεν αποχώρησης αυτού από την εργασία του στις 7-1-2010, καταγγέλλοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τη σύμβαση εργασίας του, χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση. Ότι η ως άνω καταγγελία είναι άκυρη, αφενός διότι δεν του καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και αφετέρου ως καταχρηστική, καθόσον οφείλεται σε λόγους εκδίκησης, επειδή ζήτησε από την εναγομένη την καταβολή αποδοχών πλήρους απασχόλησης και επιδομάτων εορτών και αδείας, χορήγηση δύο ημερών ανάπαυσης εβδομαδιαίως και πλήρη ασφάλιση στο ΙΚΑ.

Ότι οι αποδοχές του ορίζονται από την από 13-11-2006 ειδική ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Μηχανικών Τεχνολογίας Ιατρικών Οργάνων που απασχολούνται σε βιομηχανικές και βιοτεχνικές επιχειρήσεις όλης της χώρας", η οποία έχει κηρυχθεί υποχρεωτική με την υπ' αριθ. 11940/3-7-2007 υπουργική απόφαση (ΦΕΚ Β' 1274/24-7-2007).

Ότι από 3-7-2007 έως 7-1-2010 η εναγομένη τον απασχολούσε από Δευτέρα έως Σάββατο και του χορηγούσε ημέρα ανάπαυσης μόνο την Κυριακή, ενώ από την πρόσληψή του (10-4-2006) έως την 31-12-2007 δεν του κατέβαλλε μισθό, αλλά μόνο ποσοστά από τις πωλήσεις που πραγματοποιούσε ως περιοδεύων πωλητής, ακολούθως δε, πλέον των ποσοστών του από τις πωλήσεις, του κατέβαλλε μηνιαίως, ως μισθό, από 1-1-2008 έως 30-4-2009 το ποσό των 790 ευρώ και από 1-5-2009 έως 7-1-2010 το ποσό των 850 ευρώ.

Ζήτησε δε, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει εντόκως, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις, α) για μισθούς υπερημερίας από 8-1-2010 έως 31-12-2010 το ποσό των 15.501,28 ευρώ, β) για υπερεργασιακή απασχόληση από Δευτέρα έως Παρασκευή, κατά το διάστημα από 22-3-2007 έως 3-7-2007, το ποσό των 350 ευρώ, γ) για παράνομη υπερωριακή απασχόληση από Δευτέρα έως Παρασκευή, κατά το διάστημα από 22-3-2007 έως 3-7-2007, το ποσό των 2.240 ευρώ, δ) για παράνομη υπερωριακή απασχόληση τα Σάββατα, κατά το διάστημα από 22-3-2007 έως 3-7-2007, το ποσό των 560 ευρώ, ε) για παράνομη υπερωριακή απασχόληση τις Κυριακές, κατά το διάστημα από 22-3-2007 έως 3-7-2007, το ποσό των 979 ευρώ, στ) ποσό 279,90 ευρώ ως προσαύξηση 75% επί του νομίμου ωρομισθίου του για απασχόληση τις Κυριακές, κατά το διάστημα από 22-3-2007 έως 3-7-2007, ζ) ποσό 5.423,98 ευρώ, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, λόγω μη χορήγησης δύο ημερών ανάπαυσης από 22-3-2007 έως 3-7-2007 και μιας ημέρας ανάπαυσης από 4-7-2007 έως 7-1-2010, η) ποσό 24.019,63 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές από 10-4-2006 έως 31-12-2007 και για διαφορές μεταξύ καταβληθεισών και καταβλητέων αποδοχών από 1-1-2008 έως 7-1-2010, θ) ποσό 3.531,49 ευρώ ως επίδομα εορτών Χριστουγέννων των ετών 2006 έως και 2009, ι) ποσό 1.500,22 ευρώ ως επίδομα εορτών Πάσχα των ετών 2006 έως και 2009, ια) ποσό 1.951,53 ευρώ ως επίδομα αδείας των ετών 2006 έως και 2009, ιβ) ποσό 1.912,56 ευρώ για εκτός έδρας απασχόληση από 10-4-2006 έως 7-1-2010, ιγ) ποσό 252,33 ευρώ για τέλη κινητής τηλεφωνίας του χρονικού διαστήματος από 15 έως 27 Νοεμβρίου 2009, κατά το οποίο βρισκόταν για εκπαιδευτικούς λόγους στην ..., κατ' εντολή της εργοδότριας εταιρείας, τα οποία (τέλη) αφορούν εισερχόμενες κλήσεις της τελευταίας προς αυτόν, ιδ) ποσό 62,90 ευρώ για έξοδα επαγγελματικού ταξιδιού που πραγματοποίησε στην Αθήνα, στις 15-12-2009, ιε) ποσό 1.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη εξαιτίας της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης σε βάρος του, ιστ) εάν κριθεί έγκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει 1) ποσό 2.636,27 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης, 2) ποσό 33,14 ευρώ ως αναλογία δώρου Πάσχα 2010, 3) ποσό 564,92 ευρώ ως επίδομα αδείας 2010 και 4) ποσό 1.175,02 ευρώ ως αποδοχές αδείας 2010.

Όλα τα ανωτέρω ποσά (πλην των υπό στοιχ. ζ, ιγ, ιδ και ιε) ζήτησε ο ενάγων με βάση τη σύμβαση εργασίας του και την προαναφερόμενη από 13-11-2006 ειδική ΣΣΕ, επικουρικά δε, εφόσον κριθεί ότι είναι άκυρη η ένδικη σύμβαση εργασίας, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 239/2013 απόφασή του έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη ως προς αμφότερες τις βάσεις της (κύρια και επικουρική), δέχθηκε δε αυτήν ως προς τα κονδύλια υπό στοιχ.

ιγ' και ιδ', ποσού 252,33 ευρώ και 62,90 ευρώ αντίστοιχα, και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 315,23 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά τα λοιπά, δεχόμενο ότι η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αυτή της σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών και όχι εξαρτημένης εργασίας.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο ενάγων με την από 2-7-2013 έφεσή του, εκδόθηκαν δε επ' αυτής α) η υπ' αριθ. 259/2018 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., η οποία δέχθηκε τυπικά την έφεση και διέταξε την εξέταση των διαδίκων στο ακροατήριο επί των θεμάτων που αναφέρονται στο διατακτικό της, και β) η υπ' αριθ. 376/2020 οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την έφεση και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση ως προς τη διάταξή της με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, δίκασε εκ νέου την αγωγή ως προς το αίτημα τούτο και το απέρριψε ως μη νόμιμο, ενώ έκρινε αυτήν κατά τα λοιπά ως ουσιαστικά αβάσιμη (πλην των αιτημάτων που είχαν γίνει πρωτοδίκως δεκτά και ως προς τα οποία η υπόθεση δεν μεταβιβάστηκε στο Εφετείο), επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, αφού αντικατέστησε τις αιτιολογίες της.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης (376/2020) ζητεί ο αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτησή του.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022), για το ορισμένο δε αυτού του λόγου πρέπει στο αναιρετήριο αφενός μεν να περιέχονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1857/2024, 295/2022, 140/2022, 887/2019), αφετέρου δε να καθορίζονται τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα.

Με τους πρώτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των διατάξεων της από 13-11-2006 ειδικής ΣΣΕ που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 11940/3-7-2007, της ΚΥΑ 19040/1981, του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 (εκ παραδρομής αναφέρεται στο δικόγραφο η παρ. 6 του άρθρου 3, η οποία αφορά τους φορτοεκφορτωτές), της ΥΑ 21091/1946, του Α.Ν. 539/1945 και των άρθρων 904 επ.

ΑΚ. Ειδικότερα, με τους ανωτέρω λόγους προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ".... εφόσον δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη με την αγωγή κύρια εργασιακή ιδιότητα του ενάγοντος ως μηχανικού τεχνολογίας ιατρικών οργάνων, η οποία αποτελεί την ιστορική βάση των διεκδικούμενων αξιώσεών του, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε ότι η εργασιακή του ιδιότητα ήταν η ανωτέρω κατά τα προαναφερόμενα χρονικά διαστήματα, πρέπει η αγωγή, κατά τα ως άνω κονδύλια της ως προς τα οποία μεταβιβάστηκε η υπόθεση ενώπιον αυτού του δικαστηρίου, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον όλες οι αξιώσεις του ενάγοντος βασίζονται επί μη αποδεικνυόμενης διαφορετικής κύριας εργασιακής ιδιότητας, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, για το διάστημα από 10-4-2006 έως και την 3-7-2007 ήταν αυτή μόνο του περιοδεύοντος πωλητή, για δε το χρονικό διάστημα μετά την 3-7-2007 έως και την 7-1-2010 το δικαστήριο, σε κάθε περίπτωση, δεν έχει ούτε τη δυνατότητα να αποφανθεί για το ποια από τις δύο ως άνω εργασιακές ιδιότητες που αποδείχθηκε, κατά τα ανωτέρω, ότι είχε ο ενάγων κατά το εν λόγω διάστημα, αποτελούσε την κύρια εργασιακή του απασχόληση και ακολούθως να κρίνει επί των σχετικών αγωγικών αξιώσεων, εφόσον δεν παρέχεται, έστω και επικουρικά, αντίστοιχη ιστορική βάση στην αγωγή, για τα ανωτέρω", απορρίπτοντας στη συνέχεια ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή ως προς τα αιτήματα επιδίκασης επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, επιδόματος αδείας, αποδοχών αδείας, αποζημίωσης για απασχόληση εκτός έδρας και αποζημίωσης λόγω μη χορήγησης μίας ή δύο ημερών ανάπαυσης, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις, παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Οι ανωτέρω λόγοι κρίνονται απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, πρωτίστως λόγω αοριστίας, εφόσον στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα οι ουσιαστικές παραδοχές αλλά μόνον οι προεκτεθείσες αποσπασματικές, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σε κάθε περίπτωση δε, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλήττονται οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, οι οποίες είναι αναιρετικά ανέλεγκτες.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτημα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1284/2023).

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου (ΑΠ 1284/2023, 941/2009). Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται (και) όταν το δικαστήριο της ουσίας επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη στη διάπλαση, χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 1284/2023, 823/2020, 885/2017, 2060/2014).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του άφησε αδίκαστα τα αιτήματα αυτής για επιδίκαση επιδομάτων εορτών και αδείας, αποδοχών αδείας, αποζημίωσης για απασχόληση εκτός έδρας και αποζημίωσης λόγω μη χορήγησης ημερών ανάπαυσης.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε τα ανωτέρω αιτήματα της ένδικης αγωγής αβάσιμα κατ' ουσίαν και απέρριψε ως προς αυτά την έφεση του ενάγοντος, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει τα εν λόγω αιτήματα ως ουσιαστικά αβάσιμα.

Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 1690/2024, 746/2024, 64/2022, 19/2022, 2267/2013).

Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1690/2024, 746/2024, 64/2022, 19/2022, 2053/2014).

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 64/2022, 19/2022) και δ) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 295/2022, 140/2022, 887/2019).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ένδικη αγωγή με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και ειδικότερα με την αιτιολογία ότι "για το διάστημα από 10-4-2006 έως και την 3-7-2007 η εργασιακή ιδιότητα του ενάγοντος ήταν αυτή μόνο του περιοδεύοντος πωλητή, για δε το χρονικό διάστημα μετά την 3-7-2007 έως και την 7-1-2010 το δικαστήριο, σε κάθε περίπτωση, δεν έχει ούτε τη δυνατότητα να αποφανθεί για το ποια από τις δύο ως άνω εργασιακές ιδιότητες που αποδείχθηκε, κατά τα ανωτέρω, ότι είχε ο ενάγων κατά το εν λόγω διάστημα, αποτελούσε την κύρια εργασιακή του απασχόληση και ακολούθως να κρίνει επί των σχετικών αγωγικών αξιώσεων".

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση ούτε πού εντοπίζεται η αντίφαση των αιτιολογιών της και β) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα, επιπλέον δε, διαλαμβάνονται σ' αυτό μόνον οι προεκτεθείσες αποσπασματικές, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες δεν αρκούν για το ορισμένο του λόγου αυτού.

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 17 του ΚΠολΔ δημιουργείται, αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Προκειμένου να ιδρυθεί ο ως άνω λόγος αναίρεσης, πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξαιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου (ΑΠ 1495/2023, 1291/2019, 14/2016, 49/2016) και όχι όταν η αντίφαση υπάρχει στις αιτιολογίες της απόφασης, εκτός αν αυτές επέχουν θέση διατακτικού, ή όταν η αντίφαση υπάρχει μεταξύ του διατακτικού και του αιτιολογικού της απόφασης (ΑΠ 1495/2023, 1291/2019, 489/2014).

Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο "με το να δεχθεί ότι υπήρχε καταβαλλόμενος μισθός, το οποίο και ορίζει και συγχρόνως δεν τον εφαρμόζει, δεχόμενο ότι για το χρονικό διάστημα από 3-7-2007 έως και 7-1-2010 δεν έχει τη δυνατότητα να αποφανθεί ποια ιδιότητα αποτελούσε την κύρια εργασιακή μου απασχόληση και ουδέν ποσό επιδικάζει, περιέλαβε αντιφατική αιτιολογία και υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ".

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο οι αντιφατικές διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης ούτε αναφέρεται αν αυτές περιέχονται στο διατακτικό της ή στο με προσόντα διατακτικού αιτιολογικό αυτής. Ο ίδιος λόγος, εκτιμώμενος ως εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι επίσης αόριστος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο α) πού εντοπίζεται η αντίφαση των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης και β) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα, επιπλέον δε, διαλαμβάνονται σ' αυτό μόνον οι προεκτεθείσες αποσπασματικές, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες δεν αρκούν για το ορισμένο του λόγου αυτού.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντίστοιχου όρου του άρθρου 559 αριθ. 8 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή θεωρούνται "πράγματα" οι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης και νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1495/2023, 23/2023, 19/2022, 15/2019).

Σύμφωνα με την έννοια της ανωτέρω διάταξης, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1495/2023, 187/2013, 87/2013, 1304/2012, 292/2011), ανεξαρτήτως αν, ύστερα από την εκτίμησή τους, καταλήξει έστω και σε εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1495/2023, 187/2013, 262/2020, 677/2015).

Για το ορισμένο (παραδεκτό) του λόγου από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ (άρθρα 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται, ποια είναι τα πράγματα που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αληθινά χωρίς απόδειξη, καθώς και ποια ήταν η επίδρασή τους στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1495/2023, 19/2022). Με τον έκτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, χωρίς απόδειξη, ότι ο ενάγων ουδέποτε προσελήφθη από την εναγομένη εταιρεία με την ειδικότητα του μηχανικού τεχνολογίας ιατρικών οργάνων ούτε συμφώνησε με αυτήν ότι θα αμείβεται σύμφωνα με τους όρους της οικείας ΣΣΕ, όπως ισχυρίζεται με την ένδικη αγωγή του.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι Εφετείο κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε α) τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, β) τις προσκομισθείσες με επίκληση από τους διαδίκους ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, ληφθείσες κατόπιν νομότυπης κλήτευσης του αντιδίκου, ειδικότερα δε, τις υπ' αριθ. 5717 και 5718/2-3-2012 ενώπιον της Συμβολαιογράφου …..

Α.Μ., υπ' αριθ. 18852/5-3-2012 ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.Κ.-Ζ., υπ' αριθ. 47/6-3-2012 και 316/13-1-2015 ενώπιον της Συμβολαιογράφου ... Β. Γ., υπ' αριθ. 2996/29-4-2015 ενώπιον της Διευθύνουσας το Προξενικό Γραφείο ..... και υπ' αριθ. 1243/6-5-2015 ενώπιον του Ειρηνοδίκη ..., που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο εκκαλών - ενάγων, υπ' αριθ. 247, 248 και 249/6-3-2012 ενώπιον του Ειρηνοδίκη …., υπ' αριθ. 342 και 343/7-3-2012 ενώπιον του Ειρηνοδίκη ..., που επικαλέστηκε και προσκόμισε η εφεσίβλητη - εναγομένη, γ) την χωρίς όρκο εξέταση του εκκαλούντος και του νομίμου εκπροσώπου της εφεσίβλητης ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 259/2018 μη οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ..., η οποία διέταξε την εξέταση των διαδίκων, και δ) όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 1648/2024, 26/2022, 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 1648/2024, 845/2018, 669/2018, 1350/2017), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1648/2024, 1350/2017, 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).

Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1648/2024, 669/2018, 1350/2017, 798/2010).

Για την πληρότητα του ως άνω λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο α) τα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους, β) η επίκληση και προσκομιδή αυτών, κατά νόμιμο τρόπο, ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο και το περιεχόμενο του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού και δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1648/2024, 1022/2022, 26/2022, 960/2017).

Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων και ειδικότερα, α) τα πιστοποιητικά παρακολούθησης σεμιναρίων της εδρεύουσας στην ….. εταιρείας ….., β) τον τίτλο σπουδών του, γ) το οργανόγραμμα της αναιρεσίβλητης εταιρείας, από το οποίο προκύπτει ότι ήταν υπεύθυνος τεχνικής υποστήριξης των μηχανημάτων της εταιρείας ..., δ) σωρεία μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mails) που αντάλλασσε με την αναιρεσίβλητη, από τα οποία προκύπτει ότι δεκάδες φορές, και όχι μόνο τρεις όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ασχολήθηκε με την τεχνική υποστήριξη, η μη λήψη δε υπόψη των ως άνω εγγράφων είχε ως συνέπεια να καταλήξει το Εφετείο στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο αναιρεσείων δεν προσελήφθη από την αναιρεσίβλητη εταιρεία με την ειδικότητα του μηχανικού τεχνολογίας ιατρικών οργάνων.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος κατά τις εξής διακρίσεις: Όσον αφορά το υπό στοιχ. δ' σκέλος του, ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν εξειδικεύονται τα επικαλούμενα e-mails με αναφορά της ημερομηνίας και του αποστολέα εκάστου τούτων, κατά τις λοιπές δε αιτιάσεις του ως αβάσιμος, καθόσον από την αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία επισκοπείται κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, i) ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, όλα τα έγγραφα που αυτοί νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ii) ότι "....

το μήνα Απρίλιο και Νοέμβριο του έτους 2009 πραγματοποίησε (ενν. ο αναιρεσείων) ταξίδι στην ..., όπου και επισκέφθηκε την εταιρεία οφθαλμολογικών μηχανημάτων "..." και παρακολούθησε εκπαιδευτικά σεμινάρια, λαμβάνοντας το αντίστοιχο πιστοποιητικό παρακολούθησης...." (σελ. 18) και iii) ότι ".... ο ενάγων ουδέποτε συμφωνήθηκε να εργαστεί ως μηχανικός τεχνολογίας ιατρικών οργάνων ούτε να αμείβεται σύμφωνα με τους όρους της οικείας ΣΣΕ ....

μάλιστα τέτοιες υπηρεσίες δεν παρείχε ούτε ο ως άνω Α. Π., μολονότι ήταν και αυτός, όπως και ο ενάγων, πτυχιούχος του Τμήματος Τεχνολογίας Ιατρικών Οργάνων" (σε. 20), καθώς και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ως προς το ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη, για τον σχηματισμό της κρίσης του, μεταξύ άλλων και τα ανωτέρω υπό στοιχ.

α', β' και γ' έγγραφα. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.

του KΠολΔ εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε σφάλμα ανάγνωσής του, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και, στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που κατά τον τρόπο αυτό παραμορφώθηκε.

Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του KΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλ' ούτε και όταν το Δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για τον σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς δηλαδή να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1857/2024, 70/2022, 78/2022, 1162/2019, 856/2019, 236/2017 1915/2016, 472/2016).

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά, πάντως, και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1857/2024, 70/2022, 922/2018). Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται, μεταξύ άλλων, α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, κατά λέξη παρατιθεμένο, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 1857/2024, 70/2022, 194/2005).

Παράλληλα, ο αναιρεσείων έχει την υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο που φέρεται, κατά τους ισχυρισμούς του, ότι έχει παραμορφωθεί, προκειμένου το περιεχόμενό του να εκτιμηθεί σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ, για τη διαπίστωση της βασιμότητας του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος (ΑΠ 1857/2024, 70/2022, 1167/2019, ΑΠ 1414/2010).

Με τον όγδοο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων, τα οποία με τον έβδομο λόγο αναίρεσης φέρονται ως μη ληφθέντα υπόψη από αυτό, με αποτέλεσμα να καταλήξει το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο αναιρεσείων δεν εργαζόταν στην αναιρεσίβλητη εταιρεία ως μηχανικός τεχνολογίας ιατρικών οργάνων και ότι άσκησε τεχνικά καθήκοντα μόνο τρεις φορές.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, πρωτίστως λόγω αοριστίας, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, κατά λέξη, το αληθές περιεχόμενο των φερομένων ως παραμορφωθέντων εγγράφων ούτε το περιεχόμενο που προσέδωσε σε αυτά το Εφετείο, σε κάθε περίπτωση δε, επειδή αντιφάσκει προς τον έβδομο λόγο αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο τα φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα δεν ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο.

Κατόπιν αυτού, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-6-2021 με αριθ. κατ. 31/2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 376/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ