Legislator Case Law & Legislation
22/2024 AI generated

22/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 22/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 908/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 303/2021 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-6-2021 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

22/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής (ΑΠ 18/2018).

Keywords

AI generated
proof of fear of persecution statement of defence written statement of reasons authorization for criminal prosecution standing of victims testimony of victim
AI generated
860/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
252/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1290/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας ΠαπαΔ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-4-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5393/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 5262/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-4-2015 αίτησή τους.
1082/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη, Μαρία Γιαννακοπούλου, Απόστολο Φωτόπουλο και Γεώργιο Μικρούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
1735/2009
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Ιανουαρίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 241/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 75/2007 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1 Ιουνίου 2007 αίτησή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 22 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 22/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Κ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σ. Λ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Σ. του Φ., κατοίκου .... Παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρος, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 908/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 303/2021 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-6-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).

Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 5/2020).

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής (ΑΠ 18/2018).

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 261/2020, ΑΠ 18/2018, ΑΠ 1487/2017).

Κατά το άρθρο 1 του ν. 2472/1997 "προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την οδηγία 95/46 ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης.10.1995, αντικείμενο του νόμου αυτού είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής.

Στο άρθρο 2 του νόμου αυτού ορίζεται ότι για τους σκοπούς του νόμου τούτου νοούνται ως: α) "δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κάθε είδους πληροφορίες που αναφέρονται στο υποκείμενο των δεδομένων ", β).., γ).., δ) "επεξεργασία κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση, η αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή", ε) (όπως ήδη αντικαταστάθηκε το εδάφιο αυτό με την παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 3471/2006) "αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ("αρχείο") κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια", στ)..., ζ) "υπεύθυνος επεξεργασίας οποιοσδήποτε καθορίζει το σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η) ..., θ) ..., ι) "αποδέκτης το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν είναι τρίτος ή όχι"....

Εξ ετέρου, κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ανωτέρω νόμου, οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν στο αρχείο.

Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 2 ε' του ίδιου νόμου, "Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: ... ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι, στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών".

Τέτοια περίπτωση συνδρομής υπέρτερου εννόμου συμφέροντος συνιστά, ιδίως, η περίπτωση κατά την οποία τα στοιχεία, που ζητούνται είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου. Το παραπάνω επιχείρημα αντλείται από το άρθρο 7 παρ. 2 γ` του Ν 2472/1997 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 2915/2001), που αφορά την επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, αλλά εφαρμόζεται κατά μείζονα λόγο και στην επεξεργασία απλών προσωπικών δεδομένων, σύμφωνα με το οποίο, "Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου, ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: ...

γ) Η επεξεργασία αφορά δεδομένα που δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου". Προϋπόθεση για τη νόμιμη εφαρμογή της παραπάνω διάταξης είναι ότι τα δεδομένα, των οποίων ζητείται η χορήγηση ή για τα οποία πρόκειται η χρήση, πρέπει να είναι απολύτως αναγκαία και πρόσφορα για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου (αρχή της αναγκαιότητας), και δη ενόψει της συγκεκριμένης δίκης που εκκρεμεί.

Η αναγκαιότητα δε υφίσταται όταν ο επιδιωκόμενος σκοπός δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλα ηπιότερα μέσα. Τα δεδομένα, επίσης, δεν πρέπει να είναι περισσότερα από όσα είναι απολύτως απαραίτητα για την υπεράσπιση του δικαιώματος (αρχή της αναλογικότητας). Στο άρθρο 22 παρ. 2 και 4 του ίδιου Ν. 2472/1997 προβλέπονται ποινικές κυρώσεις, για όποιον κατά παράβαση του άρθρου 7 του παρόντος νόμου διατηρεί αρχείο χωρίς άδεια ή κατά παράβαση των όρων και προϋποθέσεων της άδειας της Αρχής (παρ. 2) και για όποιον χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή ανακοινώνει ή καθιστά προσιτά τέτοια δεδομένα σε μη δικαιούμενα πρόσωπα.

Στην παρ. 1 του άρθρου 23 αυτού με τίτλο "αστική ευθύνη" ορίζεται, ότι "φυσικό ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση, αν δε προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον".

Από τις ανωτέρω διατάξεις, συνάγεται ότι, σε περίπτωση παραβάσεως των διατάξεων για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του ως άνω άρθρου 23 του Ν. 2472/1997 και του ταυτάριθμου άρθρου της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ, από τις οποίες, σε συνδυασμό με τις αναλόγως εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299 και 932 του ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση που φυσικό ή νομικό πρόσωπο, κατά παράβαση των διατάξεων του ως άνω νόμου, προκαλεί ηθική βλάβη στο υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων, η ευθύνη του πρώτου για χρηματική ικανοποίηση του τελευταίου είναι νόθος αντικειμενική και προϋποθέτει:

α) συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) που παραβιάζει τις διατάξεις του Ν. 2472/1997 ή (και) των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κανονιστικών πράξεων της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, β) ηθική βλάβη, γ) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς και της ηθικής βλάβης και δ) υπαιτιότητα, ήτοι γνώση ή υπαίτια άγνοια αφ' ενός των περιστατικών που συνιστούν την παράβαση και αφ' ετέρου της πιθανότητος να επέλθει ηθική βλάβη.

Η ύπαρξη υπαιτιότητος τεκμαίρεται και, ως εκ τούτου, το πρόσωπο, που παραβιάζει τις εν λόγω διατάξεις, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη του, έναντι του υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων, που υπέστη ηθική βλάβη, από την παραβίαση, έχει το βάρος να αποδείξει ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματός του πραγματικά γεγονότα, σύμφωνα και με την περί τούτου ρητή διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 της ως άνω Οδηγίας (βλ.

ΑΠ 860/2022, ΑΠ 186/2020, ΑΠ 79/2020, ΑΠ 171/2019). Τα ανωτέρω στοιχεία αποτελούν το περιεχόμενο αγωγής που ασκεί το υποκείμενο των δικαιωμάτων κατά του επεξεργασθέντος παρανόμως τα προσωπικά του δεδομένα. Ωστόσο, δεν αποτελεί στοιχείο για το ορισμένο της αγωγής αυτής η επίκληση της έλλειψης συνδρομής των εξαιρετικών εκείνων προϋποθέσεων η ύπαρξη των οποίων στη συγκεκριμένη περίπτωση δικαιολογεί την επεξεργασία.

Η επίκληση και απόδειξη των εξαιρετικών αυτών προϋποθέσεων εναπόκειται στον εναγόμενο προς απόκρουση της εναντίον του αγωγής. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "Ο εναγόμενος ως διάδικος και δικηγόρος ταυτόχρονα άσκησε εναντίον μου την ...

αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (διαδικασία νέα τακτική). Στις κατατεθείσες από 17.9.2018 προτάσεις του επικαλέστηκε έγγραφο εξηγήσεών του προς την Πταισματοδίκη ..., με ημερομηνία ..., του οποίου έλαβα γνώση το πρώτον μετά την κατάθεση των άνω προτάσεων. Στο κείμενο εκείνο, μεταξύ άλλων, επικαλείται και προσκομίζει επί λέξει:

α) "Αντίγραφο εγγράφου του επιθεωρητή του ΑΠ (πράξη αρχειοθέτησης) από την οποία αποδεικνύεται πόσες αναφορές έχει καταθέσει (ενν: ο αναιρεσείων) στον ΑΠ κατά δικαστικών λειτουργών ήτοι έχει καταθέσει 4 αναφορές και 3 υπομνήματα ...", β) "δήλωση αποχής της Αντεισαγγελέως ... Αικατερίνης Μουσούρη από επεξεργασία μηνύσεώς του σε βάρος του Μ.

Π. ..." και γ) "Αντίγραφο αγωγής της θείας του Π. Δ. η οποία μεταξύ άλλων ομολογεί ότι έπεισε όλους τους θείους του να καταθέσουν ψέματα εναντίον του Π. (εντολέα συναδέλφου) προκειμένου να μην του καταβάλει τις δικηγορικές αμοιβές ..", στην τελευταία σελίδα του κειμένου εκείνου... Η αγωγή εκείνη της Π. Δ. ... ωστόσο, όπως και η Δήλωση αποχής εισαγγελικής λειτουργού και η πράξη αρχειοθέτησης του επιθεωρητή ΑΠ έχουν καταχωρηθεί σε αρχείο που συγκρότησε ο εναγόμενος για το πρόσωπό μου, εντασσόμενα σε ευρύτερο σύνολο στοιχείων, που αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος έχει συγκεντρώσει ...

Το πλήθος των ανωτέρω προσωπικών δεδομένων μου που έτυχαν επίκλησης και προσκόμισης ενώπιον Αρχής (ήτοι επεξεργασίας κατά την έννοια του ν. 2472/1997) αποδεικνύουν ότι ο εναγόμενος έχει συγκροτήσει αρχείο με δεδομένα που αφορούν το πρόσωπό μου και τα οποία έχουν ενσωματωθεί σε υλικό φορέα - χαρτί - και μπορούν να αναζητηθούν από τον ίδιο όποτε το επιθυμεί.

Το αρχείο αυτό είναι διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά στον εναγόμενο με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια. Τα κριτήρια αυτά δεν έχουν με συστηματικό και μεθοδικό χαρακτήρα, αλλά όμως πρόκειται δια δεδομένα των οποίων η συμπαράθεση είναι αποτέλεσμα αξιολόγησης και επιλογής του εναγομένου.

Ο ίδιος, όπως αποδεικνύεται από την επίκλησή τους, οργάνωσε συνειδητά αρχείο με κριτήριο γεγονότα ή υποτιθέμενα γεγονότα που αφορούν το πρόσωπό μου (και είναι άσχετα με τις εκκρεμείς διαφορές μας), με συνέπεια την υπαγωγή τους στις διατάξεις του ν. 2472/1997... Η επίκληση των προαναφερομένων τριών προσωπικών δεδομένων μου πραγματοποιήθηκε από τον εναγόμενο αποκλειστικά για και με εξειδικευμένη στόχευση την αμαύρωση του προσώπου μου...

ώστε να κακοχαρακτηριστώ ενώπιον τρίτων και μάλιστα εισαγγελέων, δικαστών, γραμματέων, δικηγόρων κλπ. χωρίς οποιοδήποτε έννομο συμφέρον να τα επικαλεστεί και χωρίς να υπάρχει η παραμικρή σχέση των εν λόγω εγγράφων με το αντικείμενο της ένδικης διαφοράς, στο πλαίσιο της οποίας ο εναγόμενος τα επικαλέστηκε και τα προσκόμισε.

Ασφαλώς συνεπώς, και δεν ήταν αναγκαία για την υποστήριξη των ισχυρισμών του στην μεταξύ μας διαφορά, διότι δεν συνέτρεχε οποιοσδήποτε κίνδυνος για την αξία του ως ανθρώπου από την μη επίκλησή τους ούτε ήταν τα μοναδικά αποδεικτικά μέσα που διέθετε και επικαλέστηκε (μεταξύ άλλων δεκάδων). Δεν συνέτρεχε, εξάλλου, οποιαδήποτε αναλογικότητα στην επεξεργασία των ανωτέρω προσωπικών μου δεδομένων και στην επίκλησή τους σε βάρος μου από τον αντίδικο, με συνεπόμενη την προσβολή των νομίμων δικαιωμάτων μου, έναντι του επικαλούμενου από τον ίδιο τον αντίδικο υποτιθέμενου συμφέροντός του.

Από την επίκληση των ειδικώς προαναφερθέντων προσωπικών δεδομένων μου από τον αντίδικο, κατά τρόπο καταφανώς άσχετο προς το αντικείμενο των εξηγήσεών του, μου προκάλεσε αιτιωδώς έντονη θλίψη και ψυχικό πόνο. Η συμπεριφορά δε του αντιδίκου (επεξεργασία προσωπικών δεδομένων μου) ήταν παράνομη κατά τα όσα προεκτέθηκαν (ν. 2472/1997) και υπαίτια.

Στο πλαίσιο των κανόνων των άρθρων 57 και 914, 932 ΑΚ έχω αξίωση αποζημίωσης και ειδικότερα υλικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης". Το Μονομελές Πρωτοδικείο ... με την απόφασή του απέρριψε ως αόριστη την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ο ενάγων άσκησε έφεση, επί της οποίας το Εφετείο εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ' αριθμόν 303/2021 απόφασή του, με την οποία, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Στην προκείμενη περίπτωση, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, η ως άνω αγωγή, τυγχάνει αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, διότι δεν περιέχει τα αναγκαία για τη θεμελίωση της στοιχεία...

Ειδικότερα, γίνεται λόγος αορίστως περί επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος, χωρίς να αναφέρεται ειδικότερα σε ποία συγκεκριμένη επεξεργασία υπεβλήθησαν εκ μέρους του εναγομένου, ώστε να κριθεί αν οι σχετικές ενέργειες του εμπίπτουν στην έννοια της επεξεργασίας, όπως διαγράφεται αυτή στην προμνησθείσα διάταξη του άρθρου 2 εδ.

δ' του ν. 2472/1997... Συγκεκριμένα, αορίστως αναφέρεται στην αγωγή ότι ο εναγόμενος επικαλέστηκε έγγραφο εξηγήσεων του προς τον Πταισματοδίκη ..., με ημερομηνία 5-2-2015, με τις κατατεθείσες από 17-9-2018 προτάσεις του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., κατά την εκδίκαση της υπ' αριθμ. ... αγωγής του εναντίον του (ενάγοντος), στο κείμενο του οποίου (εγγράφου) επικαλείται τα εκεί αναφερόμενα προσωπικά δεδομένα του ενάγοντος, χωρίς, ωστόσο, να αναφέρει στην υπό κρίση αγωγή το αντικείμενο της εκκρεμούς ποινικής δίκης, στο πλαίσιο της οποίας παρείχε ο εναγόμενος εξηγήσεις ενώπιον του Πταισματοδίκη ..., καθώς και ότι ουδεμία σχέση είχαν με την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης από το ποινικό δικαστήριο, ή ότι δεν εξυπηρετούσαν σε κάτι τα συμφέροντα του εναγομένου, ως ποινικά ελεγχόμενου, ώστε να συντρέξει παράνομη επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του που δικαιολογούν την κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 23 του άνω νόμου επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω πρόκλησης ηθικής βλάβης αυτού.

Περαιτέρω, ουδόλως αναφέρεται το αντικείμενο, ήτοι η ιστορική και νομική αιτία και το αίτημα της υπ' αριθμ. ... αγωγής του νυν εναγομένου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με συνέπεια να μην μπορεί να αξιολογηθεί η τελευταία σε σχέση με τα επίμαχα έγγραφα. Η ανωτέρω έλλειψη, η οποία δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με την προσθήκη των προτάσεων, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων, εξετάζεται δε αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, στερεί τη δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί κατά των αγωγικών ισχυρισμών, αλλά και στο Δικαστήριο να ερευνήσει τη νομιμότητα της αγωγής και να τάξει τις δέουσες αποδείξεις".

Με βάση τις ανωτέρω αιτιολογίες το Εφετείο, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την κρίνασα ομοίως πρωτόδικη απόφαση. Όμως, με βάση το ως άνω αναλυτικώς εκτεθέν περιεχόμενό της, η αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη, καθόσον διαλαμβάνονται σ' αυτή όλα τα από τις ανωτέρω διατάξεις απαιτούμενα και στη μείζονα πρόταση αναφερόμενα για την πληρότητά της στοιχεία, αφού τα εκτιθέμενα προς θεμελίωσή της περιστατικά, ήτοι α) ότι ο εναγόμενος - αναιρεσίβλητος συγκρότησε, οργάνωσε και διατηρεί, με προσωπική αξιολόγηση και επιλογή, αρχείο με δεδομένα, τα οποία αφορούν το πρόσωπο του αναιρεσείοντος, είναι ενσωματωμένα σε υλικό φορέα (χαρτί) και προσιτά στον εναγόμενο με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια και μπορούν να αναζητηθούν από τον ίδιο όποτε το επιθυμεί, β) ότι ο εναγόμενος προέβη σε επεξεργασία των αναφερόμενων αναλυτικώς ως άνω προσωπικών δεδομένων του, από ευρύτερο σύνολο στοιχείων του αρχείου του, με την εξαγωγή, χρήση και διάδοση αυτών, προβαίνοντας σε επίκληση και προσκόμιση τους ενώπιον δικαστικών αρχών, κατά τον περιγραφόμενο στην αγωγή τρόπο, γ) ότι η επίκληση των ανωτέρω προσωπικών δεδομένων έγινε από τον εναγόμενο παράνομα και υπαίτια, αποκλειστικά με εξειδικευμένη στόχευση την αμαύρωση του προσώπου του ενάγοντος, ώστε να κακοχαρακτηριστεί ενώπιον τρίτων, και δ) ότι εξ αιτίας των ενεργειών αυτών του εναγομένου προκλήθηκε στον αναιρεσείοντα αιτιωδώς έντονη θλίψη και ψυχικό πόνο, αληθή υποτιθέμενα (τα περιστατικά αυτά), συγκροτούν το πραγματικό των πιο πάνω διατάξεων και αρκούν για να θεμελιώσουν τη σχετική αξίωση του αναιρεσείοντος, αφού οι περιγραφόμενες υπαίτιες ενέργειες του αναιρεσιβλήτου συνιστούν διατήρηση αρχείου προσωπικών δεδομένων κατά παράβαση του άρθρου 7 του ν. 2472/1997 και μη νόμιμη επεξεργασία αυτών και ως εκ τούτου είναι παράνομες, με συνέπεια να υφίσταται ο αναιρεσείων ηθική βλάβη, αξία αποκαταστάσεως με την επιδίκαση σ' αυτόν χρηματικής ικανοποιήσεως.

Δεν ήταν δε αναγκαίο για το ορισμένο της αγωγής η παράθεση άλλων στοιχείων και δη σε ποια συγκεκριμένη επεξεργασία υποβλήθηκαν τα προσωπικά δεδομένα του αναιρεσείοντος, ποιο ήταν το αντικείμενο της εκκρεμούς ποινικής δίκης και αν τα προσωπικά δεδομένα είχαν σχέση με την ουσιαστική διερεύνηση της υποθέσεως από το ποινικό δικαστήριο ή αν αυτά (προσωπικά δεδομένα) εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα του αναιρεσίβλητου ως ποινικά ελεγχόμενου, καθώς επίσης και ποια ήταν η ιστορική και νομική αιτία καθώς και το αίτημα της αγωγής στο πλαίσιο της οποίας προσκομίστηκαν τα προσωπικά δεδομένα, όπως εσφαλμένα έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού τα εν λόγω στοιχεία αποτελούν περιεχόμενο αυτοτελούς ισχυρισμού του εναγομένου.

Επομένως, το Εφετείο, κηρύσσοντας απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας, αφενός μεν απαίτησε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που οι ως άνω διατάξεις απαιτούν για το ορισμένο της αγωγής, αφετέρου δε παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και, συνεπώς, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τους βάσιμους περί τούτου δεύτερο και πρώτο λόγους αναίρεσης, αντίστοιχα.

Κατόπιν αυτών, κατά παραδοχή των ως άνω κριθέντων ως βασίμων λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεση από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επίσης πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα (495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσίβλητου λόγω της ήττας του (άρθρ.176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 303/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από Δικαστή άλλον από εκείνο που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Αυγούστου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Ιανουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ