22/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2331/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2460/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-7-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated22/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΚ, τότε καλείται ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του το Δημόσιο. Αν δεν βρεθεί κληρονόμος μέσα σε προθεσμία ανάλογη προς τις περιστάσεις, το δικαστήριο της κληρονομίας, μετά την τήρηση της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 61 παρ. 5 του ν. 4182/2013 και μετά από αίτημα, μεταξύ άλλων και εκείνου που έχει έννομο συμφέρον, βεβαιώνει με σχετική απόφασή του, ότι δεν υπάρχει άλλος κληρονόμος εκτός από το Δημόσιο.
Full text
Απόφαση 22 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 22/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γ. Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μ. Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μ. Κουφούδη, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Αλεξ. Μπίκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ.-Φ. Β. του Σ., 2) Ι. - Σ. Β. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δ. Γεωργούντζο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2331/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2460/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-7-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 7-7-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 2460/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε εν μέρει την 2331/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή τους περί ακυρώσεως της πλασματικής, λόγω της παρέλευσης της προθεσμίας αποποίησης, αποδοχή της κληρονομίας του αποβιώσαντος την 19-5-2000, πατέρα τους, Σ.
Β.. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔικ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.§ 3 ΚΠολΔικ). Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1824, 1868, 1870 ΑΚ και 61 του ν. 4182/2013 προκύπτει ότι, όταν αποβιώσει κάποιος χωρίς διαθήκη και κατά το χρόνο της επαγωγής δεν υπάρχουν συγγενείς ή σύζυγος για να κληθούν στην κληρονομία ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, σύμφωνα με τα άρθρα 1813 επ.
ΑΚ, τότε καλείται ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του το Δημόσιο. Αν δεν βρεθεί κληρονόμος μέσα σε προθεσμία ανάλογη προς τις περιστάσεις, το δικαστήριο της κληρονομίας, μετά την τήρηση της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 61 παρ. 5 του ν. 4182/2013 και μετά από αίτημα, μεταξύ άλλων και εκείνου που έχει έννομο συμφέρον, βεβαιώνει με σχετική απόφασή του, ότι δεν υπάρχει άλλος κληρονόμος εκτός από το Δημόσιο.
Η βεβαίωση δημιουργεί τεκμήριο ότι το δημόσιο είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμος και είναι προϋπόθεση της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως του Δημοσίου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Έτσι ενάγον το Δημόσιο ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος πρέπει να αναφέρει στην αγωγή του ότι βεβαιώθηκε δικαστικώς ότι δεν υπάρχει άλλος κληρονόμος εκτός από το Δημόσιο και να αποδεικνύει αυτό με την προσκόμιση της σχετικής δικαστικής αποφάσεως, άλλως η αγωγή του είναι απαράδεκτη.
Πριν δε από τη δικαστική αυτή βεβαίωση δεν μπορεί να ασκηθεί δικαίωμα από το δημόσιο ή κατά του δημοσίου, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου και επομένως δεν μπορεί να ασκηθεί ούτε αγωγή περί κλήρου (ΑΠ 890/2013, ΑΠ 1590/2002) Όμως αναγνωριστικές αγωγές κατ' άρθρο 70 ΚΠολΔ, για κληρονομικό δικαίωμα, από το ίδιο ή εναντίον του δεν αποκλείονται.
Εξάλλου, η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από διατάξεις του ουσιαστικού ή κάποτε και του δικονομικού δικαίου. Εκείνος που εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ' αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος αντίστοιχα. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως ότι δεν υπάρχει ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του διαδίκου στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Αν όμως ο ενάγων δεν επικαλείται τα στοιχεία νομιμοποιήσεως σύμφωνα με το νόμο, η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη και ο λόγος αναιρέσεως από την έλλειψη αυτή στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 746/2018). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:
α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της-ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως, λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις.
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημοσία τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.
Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 667/2020 ΑΠ 216/2019).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν. το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτο από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 2/2001) Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559:
ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά του αναιρεσείοντος - εναγόμενου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Σ. Β. του Χ. στην οποία δεν αναφέρεται ότι έχει βεβαιωθεί δικαστικώς ότι δεν υπάρχει άλλος κληρονόμος εκτός από το Δημόσιο.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, σύμφώνα με όσα προεκτέθηκαν, ότι o σχετικός ισχυρισμός περί απαραδέκτου της αγωγής προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και επαναφέρθηκε νομότυπα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, από το αναιρεσείον - εφεσίβλητο, ούτε, σε κάθε περίπτωση, προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων ότι το αναιρεσείον προέβαλε τέτοιο ισχυρισμό ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ούτε ότι τον επανέφερε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ενώ δε, συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1847 παρ. 1 εδ. α', 1850, 1857, 140 και 141 του Α.Κ. προκύπτει ότι η αποδοχή της κληρονομίας που συνάγεται από την παραμέληση της προθεσμίας αποποιήσεώς της μπορεί να προσβληθεί από τον κληρονόμο λόγω πλάνης, όταν η αποδοχή που συνάγεται με τον τρόπο αυτόν κατά πλάσμα του νόμου δεν συμφωνεί με τη βούληση του κληρονόμου από ουσιώδη πλάνη, δηλαδή από άγνοια ή εσφαλμένη γνώση της καταστάσεως που διαμόρφωσε τη βούλησή του, όταν αυτή αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την αποδοχή της κληρονομίας, ώστε αν, ο κληρονόμος γνώριζε την αληθή κατάσταση ως προς το σημείο αυτό δεν θα άφηνε να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία της αποποίησης.
Η δε εσφαλμένη αυτή γνώση ή άγνοια που δημιουργεί τη διάσταση μεταξύ βουλήσεως και δηλώσεως, η οποία όταν είναι ουσιώδης θεμελιώνει δικαίωμα προσβολής της δηλώσεως λόγω πλάνης, μπορεί να οφείλεται και σε άγνοια ή εσφαλμένη γνώση των νομικών διατάξεων για την αποδοχή της κληρονομίας. Η αγωγή προς ακύρωση της αποδοχής της κληρονομίας και η αντίστοιχη ένσταση στρέφεται, σύμφωνα με τη διασταλτική ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 155 ΑΚ και κατά του αμέσως έλκοντος έννομο κληρονομικό συμφέρον από την έκπτωση αυτού που ακυρωσίμως - δηλαδή συνεπεία πλάνης - αποδέχθηκε και που στη συνέχεια θα αποποιηθεί, δηλαδή κατ' εκείνου, στον οποίο θα επαχθεί η κληρονομία μετά την αποδοχή της αγωγής και την αποποίηση του ενάγοντος στην περί ακυρώσεως δίκη, καθώς επίσης και κατά του δανειστή της κληρονομίας (ΑΠ ,189/2017, ΑΠ 572/2016).
Εξάλλου, με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017, ΟλΑΠ 27 και 28/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 32/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των: αποδείξεων, αναφορικά με την ένδικη υπόθεση, τα "εξής: "Με τον δεύτερο λόγο της έφεσής τους οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν αρκέσθηκε στις προσκομιζόμενες από αυτούς δηλώσεις αποποίησης κληρονομίας όλων των ζώντων κατά το χρόνο θανάτου του αποβιώσαντος πατέρα τους" συγγενών του αποβιώσαντος, αλλά απέρριψε την αγωγή τους, λόγω μη προσκόμισης και των πιστοποιητικών πλησιεστέρων συγγενών.
Ο λόγος αυτός έφεσης κρίνεται βάσιμος, δεδομένου ότι από το περιεχόμενο των προτάσεων του εναγομένου ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προκύπτει ότι αυτό δεν αμφισβήτησε σαφώς και ειδικώς τα παραπάνω επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, ήτοι ότι όλοι οι συγγενείς του θανόντος που αποποιήθηκαν, ήταν αυτοί που καλούνταν σε όλες τις τάξεις της εξ αδιαθέτου διαδοχής και απέμενε αυτό στην έκτη τάξη, παρά μόνο αμφισβήτησε την παθητική του νομιμοποίηση ως δανειστή της κληρονομίας.
Πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτός ο λόγος αυτός έφεσης, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, να κρατηθεί η υπόθεση προς εκδίκαση από αυτό το Δικαστήριο και να ερευνηθεί η αγωγή, κατά το μέρος που μεταβιβάσθηκε με την έφεση στο παρόν δικαστήριο και που είναι παραδεκτή και νόμιμη, περαιτέρω κατ' ουσίαν. Στις 19-5-2000 απεβίωσε στην οικία του στο ...
ο Σ. Β. του Χ., αφήνοντας μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγο και τα δύο ανήλικα τότε τέκνα του - ενάγοντες, ηλικίας κατά .τον χρόνο του θανάτου του 11 και 7 ετών αντίστοιχα. Δυνάμει της υπ' αριθμ. 1934/21-6-2000 έκθεσης αποποίησης ενώπιον της γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών η σύζυγος του αποβιώσαντος Ε.
Τ. αποποιήθηκε εμπρόθεσμα την επαχθείσα σ' αυτή κληρονομία, η οποία ήταν βεβαρημένη με απαιτήσεις τρίτων και του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και περαιτέρω, προτιθέμενη να αποποιηθεί αυτήν και για λογαριασμό των ανήλικων τότε τέκνων της (εναγόντων), ως ασκούσα τη γονική μέριμνα αυτών, υπέβαλε ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών αίτηση χορήγησης άδειας αποποίησης για λογαριασμό αυτών.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 7472/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (εκούσια δικαιοδοσία), με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση και παρασχέθηκε άδεια στην αιτούσα να αποποιηθεί για λογαριασμό των εναγόντων την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομία του πατέρα τους. Παρά ταύτα, η ανωτέρω μητέρα των, εναγόντων σε ουδεμία ενέργεια προέβη αναφορικά με την αποποίηση της επαχθείσας στους ενάγοντες κληρονομιάς αλλά θεώρησε εκ πλάνης ότι η εκδοθείσα αυτή δικαστική απόφαση αρκούσε για την ολοκλήρωση της αποποίησης.
Ούτε όμως και οι ενάγοντες μετά την ενηλικίωση τους προέβησαν σε οποιαδήποτε σχετική ενέργεια, τελώντας σε πλάνη, μετά την πληροφόρηση που έλαβαν από τη μητέρα τους ότι είχε προβεί σε όλες τις νόμιμες ενέργειες περί της αποποίησης της επαχθείσας σ' αυτούς κληρονομίας του πατέρα τους, με συνέπεια να έχουν αποδεχθεί πλασματικά την κληρονομία αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1847, 1850 ΑΚ.
Γνώση της πλασματικής αυτής αποδοχής της κληρονομίας έλαβαν αυτοί το πρώτον στις 23-2-2016 όταν η ΔΟΥ ... τους ειδοποίησε τηλεφωνικά και έλαβαν στη συνέχεια τις από 21-3-2016 ατομικές ειδοποιήσεις με τις οποίες εμφανίζονταν να οφείλουν ως κληρονόμοι του πατέρα τους και υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή τεχνικής εμπορικής εταιρείας, έκαστος αυτών το ποσό των 327.518,86 ευρώ.
Τα παραπάνω έγιναν δεκτά και με την εκκαλουμένη απόφαση.
Συνεπώς, η πλασματική αυτή αποδοχή κληρονομιάς είναι ακυρώσιμη λόγω ουσιώδους πλάνης στο πρόσωπο τόσο της μητέρας των εναγόντων όσο και των ίδιων μετά την ενηλικίωσή τους και δεν αφορούσε το ενεργητικό ή παθητικό της κληρονομίας, αλλά τις σχετικές με την πλασματική αποδοχή και αποποίηση νομικές διατάξεις.
Στα ανωτέρω συνηγορεί και το γεγονός ότι η μητέρα των εναγόντων δεν είχε οποιοδήποτε κίνητρο να μην προβεί σε αποποίηση της κληρονομίας για λογαριασμό των τέκνων της, αντίθετα προέβη στην αίτηση να της χορηγηθεί από το δικαστήριο η σχετική άδεια, κατά τα προαναφερόμενα. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι από την παρέλευση της προθεσμίας αποποίησης και μέχρι την άσκηση της αγωγής παρήλθε μεν χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του εξαμήνου, ωστόσο, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, η πλάνη της μητέρας νομίμου αντιπροσώπου των εναγόντων αλλά και των ιδίων εξακολούθησε και μετά την παρέλευση της προθεσμίας αποποίησης και μέχρι την 23-2-2016 (όπως ο χρόνος αυτός δεν αμφισβητείται ειδικά από το εναγόμενο), κατ' ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 157 εδ.
β' και γ' ΑΚ, το εξάμηνο της παραγραφής εκ της διάταξης του άρθρου 1857 εδ. β' ΑΚ άρχισε από την ανωτέρω ημερομηνία, δηλαδή από την άρση της πλάνης και δεν συμπληρώθηκε μέχρι την άσκηση της αγωγής που επιδόθηκε στις 13-6-2016, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην παραπάνω νομική σκέψη. Κρίνεται συνεπώς απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, η (νόμιμη) ένσταση παραγραφής που υπέβαλε το εναγόμενο τόσο πρωτοδίκως όσο και ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι το εναγόμενο νομιμοποιείται παθητικά ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της έκτης τάξης (ΑΚ 1824), απορριπτομένου του σχετικού περί του αντιθέτου ισχυρισμού του, δεδομένου ότι είναι το αμέσως έλκον έννομο κληρονομικό συμφέρον (αλλά και ως δανειστής της κληρονομίας), συνεπεία α) της προαναφερόμενης αποποίησης της συζύγου του θανόντος και της έκπτωσης των εναγόντων τέκνων του που ακυρωσίμως - δηλαδή συνεπεία ουσιώδους πλάνης κατά τα ανωτέρω, αποδέχθηκαν πλασματικά και που στη συνέχεια θα αποποιηθούν και γ) των κατωτέρω αναφερομένων αποποιήσεων των κληρονόμων των επόμενων τάξεων της εξ αδιαθέτου διαδοχής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1813 επ., 1856 ΑΚ.
Ειδικότερα, από τα υπ' αριθμ. πρωτ. 26256/4-3- 2002 και 31435/20-5-1983 πιστοποιητικά του Δήμου …, προκύπτει ότι κατά το χρόνο θανάτου του Σ. Β., βρισκόταν εν ζωή ο πατέρας του Χ. Β., ο οποίος και αποποιήθηκε την κληρονομία του υιού του δυνάμει της υπ' αριθμ. 2800/19-5-2000 έκθεσης αποποίησης του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, (ενώ η μητέρα του Ό.
συζ. Χ. Β., είχε προαποβιώσει στις 21.2.1983), καθώς και , η μοναδική αδελφή του Ε. Β., η οποία και αποποιήθηκε την κληρονομιά του αδελφού της δυνάμει της υπ' αριθμ. 2641/4-9-2000 έκθεσης αποποίησης του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών και η οποία σύμφωνα με το υπ' αριθμ. πρωτ. 3588/5-1-2018 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου …, από το γάμο της με τον Ά.
Κ. απέκτησε έναν υιό, τον Ι., ο οποίος και αυτός αποποιήθηκε την κληρονομία του θείου του (διά των νομίμων αντιπροσώπων γονέων του και κατόπιν έκδοσης της υπ' αριθμ. 3402/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) δυνάμει της υπ' αριθμ. 2166/2001 έκθεσης αποποίησης του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών. Οι ανωτέρω καλούνταν στην δεύτερη τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής (ΑΚ 1814).
Οι παππούδες και γιαγιάδες του αποβιώσαντος δεν ζούσαν κατά τον χρόνο του θανάτου του. Από την από 2-4-2018 βεβαίωση του Υπουργείου Εσωτερικών προκύπτει ότι o παππούς του αποβιώσαντος Δ. Β. είχε εκτός από τον πατέρα του αποβιώσαντος και άλλα πέντε τέκνα (θείους του αποβιώσαντος), την Α., τον Κ., την Β., τον Α. και τον Σ..
Από το υπ' αριθμ. πρωτ. 358/26-2-2018 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου ..., προκύπτει ότι ο Σ. Β. είχε έναν υιό τον Σ.. Τόσο ο Σ. όσο και ο Σ. Β. αποποιήθηκαν την κληρονομία δυνάμει των υπ' αριθμ. 4304 και 4305/2001 εκθέσεων αποποίησης του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών. Από το από 26-2-2018 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Δήμου ..., προκύπτει ότι ο Α.
Β., ο οποίος είχε προαποβιώσει στις 21.2.1986, είχε πέντε τέκνα, τον Δ., τον Γ., τη Ν., την Μ. και την Α. Β., οι οποίοι αποποιήθηκαν την κληρονομιά του πρώτου ξαδελφού τους Σ. Β., δυνάμει των υπ' αριθμ. 4303/2001, 4329/2001 και 4330/2001 εκθέσεων αποποίησης του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών. Από τις από 1-3-2018 βεβαιώσεις του Υπουργείου Εσωτερικών, προκύπτει ότι η Β.
Β., η οποία είχε προαποβιώσει, είχε πέντε τέκνα, τον Δ. Τ., τον Π. Τ., την Α. Τ., την Α. Σ. και την Ζ. Κ., οι οποίοι αποποιήθηκαν,την κληρονομία του πρώτου ξαδελφού τους Σ. Β., δυνάμει των υπ' αριθμ. 4312/2001, 4345/2001 και 4352/2001 εκθέσεων αποποίησης του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών. Από το από 23-3-2018 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Γλυφάδας, τις από 1-3-2018 βεβαιώσεις του Υπουργείου Εσωτερικών και το από 26-2-2018 Πιστοποιητικό Οικογενειακής Κατάσταση του Δήμου ..., προκύπτει ότι ο Κ.
Β., ο οποίος είχε προαποβιώσει, είχε πέντε τέκνα, τον Δ., τον Ι., τον Θ., την Ε. Ν. και την Α. Α., οι οποίοι αποποιήθηκαν την κληρονομιά του πρώτου ξαδελφού τους Σ. Β., δυνάμει των υπ' αριθμ. 4331/2001, 4332/2001, 4333/2001 και 4334/2001 εκθέσεων αποποίησης του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών. Από το από 23.3.2018 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου ..., προκύπτει ότι η αποβιώσασα στις 25.2.2001 Α.
Β., σύζυγος Κ. Τ., είχε τέσσερα τέκνα, τον Χ. Τ., τον Δ. Τ., τον Β. Τ. και την Β. Τ.. Οι Χ., Δ. και Β. Τ. αποποιήθηκαν την κληρονομία του πρώτου ξαδελφού τους Σ. Β., δυνάμει των υπ' αριθμ. 353/2002, 4402/2001 και 4335/2001 εκθέσεων αποποίησης του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών. Από το με ημερομηνία 22.11.2018 πιστοποιητικό του Δήμου ...
προκύπτει ότι η Β. Τ., συζ. Ι. Σ. είχε προαποβιώσει σης 30.6.1996 (βλ. την υπ' αριθμ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου ...). Η προαποβίωσα μητέρα του αποβιώσαντος Ό. συζ. Χ. Β., το γένος Ι. Κ., είχε δυο αδελφές την Ε. Κ. και την επίσης προαποβιώσασα Α. Κ. (θείες του αποβιώσαντος). Από το υπ' αριθμ. πρωτ. 31553/16-4-2004 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Δήμου ...
προκύπτει, ότι η Ε. Κ. είχε μία κόρη την Μ.. Τόσο η Ε. όσο και η Μ. Κ. αποποιήθηκαν την κληρονομία του ανιψιού και πρώτου ξαδελφού τους αντίστοιχα Σ. Β., δυνάμει των υπ' αριθμ. 3118/2000 και 3119/2000 εκθέσεων αποποίησης του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών. Από την από 01/03/2018 βεβαίωση του Υπουργείου Εσωτερικών προκύπτει, ότι η προαποβιώσασα θεία του αποβιώσαντος Α.
Κ., είχε τρία (3) τέκνα, τον Ι. Κ., την Ε. - Σ. Κ. και τον Π. Κ., οι οποίοι αποποιήθηκαν την κληρονομία του πρώτου ξαδελφού τους δυνάμει των υπ' αριθμ. 13/2002 και 23/2002 εκθέσεων αποποίησης του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών. Περαιτέρω κατά το χρόνο θανάτου του αποβιώσαντος, δεν υπήρχε, εν ζωή κανένας που να κληρονομεί κατά την τέταρτη τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής.
Συνεπώς κληρονόμος του κατά την έκτη τάξη καλείται το εναγόμενο Δημόσιο, το οποίο, ούτε και κατά την κατ' έφεση δίκη και την προσκόμιση το πρώτον, των ανωτέρω πιστοποιητικών εκ μέρους των εκκαλούντων, αμφισβήτησε ειδικώς τα ανωτέρω, ήτοι ότι οι προαναφερόμενοι τυγχάνουν οι μοναδικοί συγγενείς του αποβιώσαντος που καλούνται στις προηγούμενες τάξεις και ότι αυτοί αποποιήθηκαν εγκύρως".
Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή ως ουσία βάσιμη και ακύρωσε την πλασματική, λόγω της παρέλευσης της προθεσμίας αποποίησης, αποδοχή εκ μέρους των αναιρεσίβλητων, της κληρονομίας του πατέρα τους Σ. Β. του Χ.. Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση και να δεχθεί την παθητική νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της έκτης τάξης και αμέσως έλκοντος κληρονομικό συμφέρον, χωρίς να έχει βεβαιωθεί δικαστικώς ότι δεν υπάρχει άλλος κληρονόμος εκτός από το Δημόσιο και να αποδεικνύεται αυτό με την προσκόμιση της σχετικής δικαστικής αποφάσεως, ορθά εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1824 του ΑΚ και την αυτεπαγγέλτως προστιθέμενη διάταξη του άρθρου 155 του ίδιου Κώδικα, εφόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, στην προκείμενη περίπτωση δεν ασκείται από τους αναιρεσίβλητους δικαίωμα κατά του Δημοσίου, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Σ.
Β., αλλά αντικείμενο της δίκης είναι η ακύρωση της πλασματικής αποδοχής της κληρονομίας του ως άνω κληρονομούμενου, εκ μέρους αυτών (αναιρεσίβλητων), ενώ, εξάλλου, ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1868 και 1870 ΑΚ, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, (ενώ εκείνη του άρθρου 1869 έχει καταργηθεί με το άρθρο 82 παρ. 8 περ.
ε' του Ν. 4182/2013). Επομένως, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., την οποία προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Εξάλλου, έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης ως προς το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της παθητικής νομιμοποίησης του αναιρεσείοντος, αλλά με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, που επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 155 και 1824 ΑΚ, δεχόμενο ότι, ανεξαρτήτως του κατάχρεου ή μη της κληρονομίας, νομιμοποιείται παθητικά στην ένδικη δίκη το αναιρεσείον με την ιδιότητα του εξ αδιαθέτου κληρονόμου της έκτης τάξης, δεδομένου ότι είναι το αμέσως έλκον έννομο κληρονομικό συμφέρον συνεπεία της αποποιήσεως της συζύγου του θανόντος και της έκπτωσης των αναιρεσίβλητων τέκνων του, που ακυρωσίμως αποδέχθηκαν πλασματικά την κληρονομία του και στη συνέχεια θα αποποιηθούν, καθώς και της αποποίησης όλων των κληρονόμων των επόμενων τάξεων της εξ αδιαθέτου διαδοχής.
Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί δεν διαλαμβάνει αιτιολογία για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή της παθητικής νομιμοποίησης του αναιρεσείοντος ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου.
Κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα, που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει, γενικά και αφηρημένα, για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποία διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει το διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλει, με απόφασή του, την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση, στον απαιτούμενο βαθμό, της πλήρους δικανικής προϋποθέσεως των θεμελιωτικών της αξιώσεώς του πραγματικών γεγονότων. Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος αποδείξεως είναι ο κίνδυνος, που διατρέχει ο διάδικος στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 1023/2019, ΑΠ 1351/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του λόγου αυτού, ότι αντέστρεψε το βάρος της απόδειξης σε βάρος του αναιρεσείοντος ως προς την εκ μέρους του άρνηση της παθητικής του νομιμοποίησης με την ιδιότητα του κληρονόμου της έκτης τάξης, δεχόμενη εσφαλμένα ως βάσιμο το μοναδικό λόγο έφεσης των ήδη αναιρεσίβλητων, με την παραδοχή ότι "με τον δεύτερο λόγο έφεσης τους οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν αρκέσθηκε στις προσκομιζόμενες από αυτούς δηλώσεις αποποίησης κληρονομίας όλων των ζώντων κατά το χρόνο θανάτου του αποβιώσαντος πατέρα τους συγγενών του αποβιώσαντος, αλλά απέρριψε την αγωγή τους, λόγω μη προσκόμισης και των πιστοποιητικών των πλησιεστέρων συγγενών.
Ο λόγος αυτός έφεσης κρίνεται βάσιμος, δεδομένου ότι από το περιεχόμενο των προτάσεων του εναγομένου ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προκύπτει ότι αυτό δεν αμφισβήτησε σαφώς και ειδικώς τα παραπάνω επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, ήτοι ότι όλοι οι συγγενείς του θανόντος που αποποιήθηκαν ήταν αυτοί που καλούνταν σε όλες τις τάξεις της εξ αδιαθέτου διαδοχής και απέμενε αυτό στην έκτη τάξη, παρά μόνο αμφισβήτησε την παθητική του νομιμοποίηση ως δανειστή της κληρονομιάς...".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος διότι στηρίζεται επί αναληθούς προϋποθέσεως, αφού το δικαστήριο της ουσίας, όπως από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, δεν επέρριψε το βάρος απόδειξης στο αναιρεσείον, ως εναγόμενο, περί των πραγματικών περιστατικών που στήριζαν την παθητική του νομιμοποίηση αλλά από τη μη ειδική αμφισβήτηση αυτών και ειδικότερα ότι όλοι οι συγγενείς του θανόντος που αποποιήθηκαν ήταν αυτοί που καλούνταν σε όλες τις τάξεις της εξ αδιαθέτου διαδοχής, συνήγαγε σιωπηρή ομολογία (ΚΠολΔ 261).
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, ήτοι της αποδιδόμενης στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειας του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τον οποίο, και κατ' εκτίμηση αυτού, το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε τον πιο πάνω λόγο έφεσης, με τον οποίο γινόταν επίκληση νέων αποδεικτικών μέσων, ως λυσιτελή και παραδεκτό, ενώ έπρεπε να απορρίψει αυτεπαγγέλτως την έφεση ως απαράδεκτη (άρθρο 533 ΚΠολΔ), διότι δεν αποτελεί παραδεκτό και βάσιμο λόγο έφεσης η επίκληση νέων αποδεικτικών μέσων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης, ο ως άνω λόγος έφεσης αφορούσε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μια μόνον από αυτές, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 713/2020). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι το αναιρεσείον νομιμοποιείται παθητικά για την άσκηση της ένδικης αγωγής ως δανειστής της κληρονομιάς, παρότι οι αναιρεσίβλητοι ούτε στην αγωγή τους, ούτε στην έφεσή τους είχαν προβάλει τον ισχυρισμό αυτό, κρίνοντας επί ανύπαρκτου λόγου έφεσης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αλυσιτελής, αφού η μη πληττόμενη επιτυχώς με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, επάλληλη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι το αναιρεσείον νομιμοποιείται παθητικά ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της έκτης τάξης, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της πιο πάνω απόφασης.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται το απαράδεκτο που παρά το νόμο δεν κήρυξε το δικαστήριο. Σε κάθε δε περίπτωση δεν τίθεται θέμα παραβίασης των άρθρων 522 ή 533 ΚΠολΔ, αφού το ζήτημα της νομιμοποίησης του αναιρεσείοντος ως δανειστή της κληρονομίας δεν αποτελούσε ιδιαίτερο κεφάλαιο ώστε να απαιτείται προσβολή του με ειδικότερο λόγο έφεσης.
Ενόψει τούτων και, εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένα, όμως, σύμφωνα με άρθρο 22 ν. 3693/1957, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-7-2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2460/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Δεκεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ