22/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 22 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 22/2020
Legislator headnote
AI generated22/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 22 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 22/2020
Full text
Απόφαση 22 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 22/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Απριλίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σταυρακάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Χ. του Ε., κατοίκου ... Κρήτης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άρη Ροζάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/5/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 76/2016 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/3/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Δηλαδή, πρέπει να παραβιάζονται κανόνες, οι οποίοι ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρησή τους (ΑΠ 1399/2011, ΑΠ 159/2004). Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος, στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά, τα οποία δέχτηκε, ανέλεγκτα, το δικαστήριο της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 36/1988). Για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός, ο λόγος αυτός, αν η προσβαλλόμενη, με την αναίρεση, απόφαση, αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, πρέπει, μεταξύ άλλων, να αναφέρονται, με σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας, για τη θεμελίωση της κρίσης του, για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1399/2011, ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1353/2001). Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου. Και τούτο, γιατί, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 495/2010, ΑΠ 954/2008, ΑΠ 609/2008, ΑΠ 2173/2007, ΑΠ 1036/2000, ΑΠ 1353/2001). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού, πλέον, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα τράπεζα μέμφεται το Εφετείο ότι με το να κρίνει, εσφαλμένα, ότι αυτή συνήψε με τον ήδη αναιρεσίβλητο σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου και όχι αλληλόχρεου λογαριασμού, παραβίασε, ευθέως, τους ουσιαστικού κανόνες δικαίου των άρθρων 47 και 64 - 67 ΝΔ 17.7/1803-1923, 668 ΕμπΝ, 112 ΕισΝΑΚ, 361 και 874 ΑΚ, τους οποίους, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει, δεν εφάρμοσε, καθώς και αυτούς των άρθρων 806, 807 και 361 ΑΚ, τους οποίους εφάρμοσε, ενώ δεν έπρεπε να εφαρμόσει, με αποτέλεσμα να δεχθεί τη βασιμότητα της ένδικης, εναντίον της, αγωγής και ν' αναγνωρίσει, συνακολούθως, κατ' άρθρο 39 Ν. 3259/2004, ότι ο ήδη αναιρεσίβλητος, ενάγων, δεν της οφείλει το ποσό των 226.143,02 ευρώ. Προς θεμελίωση δε του υπόψη λόγου, η αναιρεσείουσα, αφού ισχυρίζεται, στο αναιρετήριο, ότι οι ένδικες συμβάσεις της, με τον ήδη αναιρεσίβλητο, αποτελούν αλληλόχρεο λογαριασμό και αναφέρει, περαιτέρω, συνοπτικά, τα κατά την εκδοχή της πραγματικά περιστατικά, που έπρεπε να δεχθεί το Εφετείο ότι αποδείχθηκαν, παραθέτει το παρακάτω, επιλεγέν από αυτή, απόσπασμα της αναιρεσιβαλλομένης: "...Περαιτέρω όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους ως άνω πέντε τελευταίες δανειακές συμβάσεις (2/1984, 25/1986, 59/1986, 29/1991 και 30/1996) που καταρτίσθηκαν μεταξύ της εναγομένης ως δανείστριας και του Γεωργικού Πιστωτικού Συνεταιρισμού Ρ., δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν στον ενάγοντα οι σχετικές πιστώσεις, σύμφωνα με τους ρητούς όρους αυτών για τη λήψη των δανείων, θα υπογράφονται από την Ένωση ή τους νόμιμα εξουσιοδοτημένους από αυτήν συνεταιρισμούς ή παραγωγούς ή άλλα πρόσωπα εντάλματα πληρωμών ή άλλα ειδικά έγγραφα, τα οποία συμφωνήθηκε να αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των ως άνω συμβάσεων, όπου και θα αναγράφονται οι ειδικότεροι όροι χορήγησης τους η λήξη τους και κάθε άλλο χρήσιμο στοιχείο ή ένδειξη. Αν πρόκειται και μεσομακροπρόθεσμα δάνεια, εκτός από τα στοιχεία αυτά στα εντάλματα πληρωμής, ή άλλα ειδικά έγγραφα θα αναγράφεται και η διάρκεια τους, η ημερομηνία πληρωμής των τοκοχρεωλυτικών δόσεων και η τυχόν περίοδος χάριτος με την οποία χορηγούνται (άρθρο παρ. 1 εδ. β των άνω συμβάσεων). Συνομολογήθηκε επίσης ότι η Τράπεζα έχει δικαίωμα, οποτεδήποτε μονομερώς και ανεξάρτητα από την υπερημερία, να κηρύξει ληξιπρόθεσμα και απαιτητά τα επιμέρους δάνεια που θα καταβληθούν στο πιστούχο για να εκτελεσθεί η παρούσα σύμβαση (άρθρο 9 παρ. 2) και ότι η λογιστική παρακολούθηση των δανείων που θα χορηγηθούν με βάση τη παρούσα σύμβαση θα γίνεται στις ατομικές μερίδες των συνεταίρων πιστούχων σε ιδιαίτερο λογαριασμό (άρθρο 20). Με βάση τους ανωτέρω όρους οι συμβάσεις αυτές αποτελούν συμβάσεις δανείου και όχι συμβάσεις αλληλόχρεου λογαριασμού, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού που είχε δοθεί σ' αυτές από τα συμβαλλόμενα μέρη, καθόσον δεν προβλέπεται σε αυτές ότι οι εκατέρωθεν χρεωπιστώσεις θα χάνουν την αυτοτέλεια τους και η αξίωση της εναγομένης τράπεζας θα γεννάται από το προκύπτον κατάλοιπο, οι δε αναφερόμενοι σε αυτές λογαριασμοί για τη παρακολούθηση των δανείων έχουν την έννοια των απλών δοσοληπτικών λογαριασμών, αφού η τήρηση των λογαριασμών που απεικονίζουν, κατά τους κανόνες της λογιστικής, τις εκατέρωθεν τμηματικές παροχές, από τις οποίες οι παροχές του ενός μέρους αποτελούν καταβολές απέναντι στις εκ των παροχών του άλλου απαιτήσεις, οι οποίες δημιουργούνται εξαιτίας της μη άμεσης τακτοποίησης των δοσοληψιών τους, δεν αποτελούν τήρηση αλληλόχρεου λογαριασμού, αλλά έχουν χαρακτήρα απλού δοσοληπτικού λογαριασμού, όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, ο δε περί του αντιθέτου ισχυρισμός της εναγόμενης τράπεζας, ότι δηλαδή οι εν λόγω συμβάσεις ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος...". Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Τούτο δε διότι, πλην του παραπάνω αποσπάσματος της αναιρεσιβαλλομένης, που δεν είναι άλλο παρά το αποδεικτικό πόρισμα αυτής, δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα και σαφήνεια και τα λοιπά πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Εφετείο οδηγήθηκε σ' αυτό, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της βασιμότητας αυτού του λόγου και, συγκεκριμένα, να μπορεί να ελεγχθεί αν τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το Εφετείο ότι αποδείχθηκαν, ορθώς ή εσφαλμένα υπήχθησαν, από αυτό (Εφετείο), στις προαναφερθείσες διατάξεις, τις οποίες εφάρμοσε, στην προκειμένη περίπτωση. Παρεκτός του ότι, με τα όσα, κατά τα λοιπά, αναφέρονται, στο αναιρετήριο, για τη θεμελίωση του υπόψη αναιρετικού λόγου, πλήττεται, ανεπίτρεπτα, η ουσιαστική κρίση του Εφετείου, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΙΙ. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 2 και 578 ΚΠολΔ, αναίρεση μπορεί ν' ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλομένη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθ. 68 ΚΠολΔ. Το συμφέρον αυτό είναι δυνατόν να υπάρχει και όταν ο διάδικος, που νίκησε βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και συγκεκριμένα, αν απ' αυτή δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της απόφασης αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος, που κρίθηκε στη δίκη και στηρίζει το διατακτικό της, οπότε αυτός (νικήσας διάδικος) δικαιούται να ζητήσει την αναίρεσή της κατά τη μη ορθή μόνο αιτιολογία της. Τέτοιο έννομο συμφέρον, όμως, δεν υπάρχει όταν η αγωγή απορρίπτεται ως μη νόμιμη ή ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ κατά τον αναιρεσείοντα - εναγόμενο έπρεπε ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη. Τούτο δε διότι, για τον εναγόμενο η απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης είναι επωφελέστερη από την απόρριψη αυτής για τυπικό λόγο, δηλ. ως αόριστης ή απαράδεκτης (ΑΠ 2315/2009).
Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει, επί λέξει, ότι: "...όπως παραδεκτά προέβαλα και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ο αντίδικος με την υπό κρίση αγωγή, ζητώντας να αναγνωρισθεί ότι οι γενόμενες καταβολές του Ελληνικού Δημοσίου προς εμένα, μετά τις 4-8-2004, συνεπεία της καταπτώσεως της δοθείσας εγγύησης υπέρ του αντιδίικου μου, ποσού 121.038,72 ευρώ, έγιναν αχρεωστήτως, στρέφεται ευθέως κατά της περιουσίας μου, καθώς επιδιώκει την έκδοση απόφασης, με την οποία θα αναγνωρίζεται το δήθεν παράνομο των καταβολών του Δημοσίου προς εμένα και κατ' ακολουθία θα γεννάται υποχρέωσή μου για απόδοση των ληφθέντων ποσών, αίτημα το οποίο με καθιστά οφειλέτη, υπόχρεο σε απόδοση των "αχρεωστήτως" ληφθέντων. Εμπίπτει, επομένως η ένδικη αγωγή στην απαγόρευση των ατομικών διώξεων που θεσπίζεται από το συνδυασμό των άρθρων 25, 179 και 181 περ. α του ν. 3588/2007 καθώς έρχεται σε αντίθεση στις παραπάνω διατάξεις. Κρίνοντας επομένως το Εφετείο Ανατολικής Κρήτης αντίθετα προς τα παραπάνω, δηλαδή ότι παραδεκτά ασκήθηκε η υπό κρίση αγωγή, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών διατάξεων, ιδρύοντας τον αναφερόμενο στο με αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως...". Σύμφωνα, όμως, με την προαναφερθείσα νομική σκέψη, ο υπόψη αναιρετικός λόγος, ορθώς εκτιμώμενος ως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας, αφού, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, η ένδικη αγωγή, κατά το προαναφερθέν κεφάλαιο και αίτημα αυτής, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Υπό την εκδοχή δε ότι η αναιρεσείουσα πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη επειδή δεν απέρριψε, ως απαράδεκτη, για τον ίδιο, ως άνω, επικαλούμενο, από αυτή, λόγο, την ένδικη αγωγή και ως προς τα λοιπά αιτήματα αυτής και δη: α) ν' αναγνωρισθεί ότι οι ένδικες δανειακές συμβάσεις υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 39 Ν. 3259/2004 και, β) ότι ο ήδη αναιρεσίβλητος, ενάγων δεν της οφείλει το ποσό των 226.143,02 ευρώ, ο κρινόμενος λόγος είναι αβάσιμος. Τούτο δε διότι, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 3358/2007 (Πτωχευτικός Κώδικας), η οποία εφαρμόζεται, συμπληρωματικά, κατ' άρθρο 68 παρ. 2 του Ν. 3601/2007, στο πλαίσιο της εκκαθάρισης της τραπεζικής εταιρείας, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση κάθε είδους ασκηθεισών, αναγνωριστικού ή καταψηφιστικού περιεχομένου, αγωγών των πιστωτών της εκκαθάρισης (βλ. ΑΠ 822/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, ο ήδη αναιρεσίβλητος, ενάγων, ως δανειολήπτης, δεν είναι πιστωτής αλλά οφειλέτης της ήδη αναιρεσείουσας, υπό εκκαθάριση τραπεζικής εταιρείας και, με το να επιδιώκει, με την ένδικη αγωγή του, την έναντι αυτής μείωση της οφειλής του, δεν μεταπίπτει, από τη θέση του οφειλέτη, σ' αυτή του πιστωτή της τελευταίας.
I
ΙΙ. Επομένως, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμόν 76/2016 απόφασηςτου Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε ο τελευταίος, με τις, ενώπιον του Αρείου Πάγου, προτάσεις του (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-03-2017 αίτηση για αναίρεση της 76/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2019..
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ