22/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 22 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 22/2018
Legislator headnote
AI generated22/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 22 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 22/2018
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 22 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 22/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Σ. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Βασιλικής Λύτρα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στις … και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρου Δημητρίου Ρίζου και Αρετής Βλαστού, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-4-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε, κατόπιν ασκήσεως ανταγωγής υπό της εναγομένης και προφορικής πρόσθετης παρέμβασης υπέρ αυτής, η 2354/2013 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3888/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-2-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίστηκε η αρεοπαγίτης Αντιγόνη Καραΐσκου-Παλόγου.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο αυτού κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που δεν επιδέχεται αναιρετικό έλεγχο (ΚΠολΔ 561 παρ.1). Δεν συνιστούν, όμως, έγγραφα κατά την έννοια της διάταξης αυτής εκείνα που κατά τα άρθρα 339 και 432 - 449 ΚΠολΔ δεν χαρακτηρίζονται ως αποδεικτικά έγγραφα, αλλά απλώς αποτυπώνουν στο περιεχόμενο τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι εκθέσεις με τις γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων (ΑΠ 674/1997, ΑΠ 861/1994) ή προσώπων με ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (ΑΠ 792/1993), οι ένορκες βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή τα πρακτικά των δικαστηρίων και οι εκθέσεις του εισηγητή δικαστή που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης (ΑΠ 794/2017, ΑΠ 1056/2014, ΑΠ 1672/2013, ΑΠ 860/2013, ΑΠ 25/2011, ΑΠ 1289/2011, ΑΠ 1713/2010), καθώς και οι εκθέσεις με τις καταθέσεις μαρτύρων στην ποινική διαδικασία. Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1440/2002). Σε κάθε περίπτωση, όμως, για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε. Δεν αρκεί το ότι το συνεκτίμησε, απλώς, με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενο του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 627/2003, ΑΠ 402/2004, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 1627/2010). Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εκεί αναφερόμενων εγγράφων και δη των 7492, 7493, 7494, 7498 και 7499/2013 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον του συμ/φου Αθηνών Ν. Φ., οι οποίες ελήφθησαν με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης και των …, … και …/2013 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίες ελήφθησαν με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, που όλες προσκομίστηκαν με επίκληση από τους διαδίκους ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, καθώς και των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, Β. Π. και Ν. Κ., αντίστοιχα, οι οποίες δόθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την πρωτοβάθμια απόφαση (2354/2013) πρακτικά εκείνου. Σύμφωνα, όμως, με όσα αναφέρονται αμέσως παραπάνω, οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη και συμβολαιογράφου, καθώς και τα πρακτικά του δικαστηρίου, που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, δεν συνιστούν έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ. Επομένως, δεν μπορεί να τεθεί ζήτημα παραμόρφωσης του περιεχομένου τους και ο εξεταζόμενος πρώτος λόγος της αίτησης είναι απαράδεκτος.
2. Για την εφαρμογή των διατάξεων του εργατικού δικαίου, ως εξαρτημένη εργασία νοείται, κατά κανόνα, η παροχή της πνευματικής ή σωματικής δραστηριότητας του εργαζόμενου, που αναπτύσσεται υπό τον έλεγχο του εργοδότη και αποβλέπει στην επίτευξη ενός οικονομικού αποτελέσματος. Ωστόσο, υπάρχει παροχή εξαρτημένης εργασίας και όταν, απλώς, δεσμεύεται η ελευθερία του εργαζόμενου, με την ανάληψη της υποχρέωσης να παραμένει σε ετοιμότητα προς παροχή της εργασίας του, όταν αυτή απαιτηθεί από τον εργοδότη. Ειδικότερα, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των ν. 3239/1933, 3755/1957 και 1876/1990 και του π.δ. 88/1999, ως προς το ζήτημα της ετοιμότητας προς εργασία, γίνονται οι εξής δύο, βασικές διακρίσεις. Στην πρώτη περίπτωση, ο εργαζόμενος οφείλει να βρίσκεται σε ορισμένο τόπο (της επιχείρησης ή και εκτός αυτής, από όπου, πάντως, μόλις κληθεί, πρέπει να έχει τη δυνατότητα να προσέλθει άμεσα στον τόπο εργασίας) και για συγκεκριμένο χρόνο, διατηρώντας τις πνευματικές και σωματικές του δυνάμεις σε ένταση, ώστε να είναι σε θέση να προσφέρει τις υπηρεσίες του αμέσως μόλις απαιτηθούν από τον εργοδότη ή τις περιστάσεις. Υπό τη μορφή αυτή, πρόκειται για "σύμβαση γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία", διότι, εκτός από τη δέσμευση της ελευθερίας, υπάρχει και διαρκής εγρήγορση των δυνάμεων του μισθωτού, οπότε πρόκειται για πλήρη απασχόληση, ανεξάρτητα προς το αν θα απαιτηθεί πραγματικά ή όχι η παροχή της εργασίας. Γι' αυτό και στην περίπτωση αυτή έχουν εφαρμογή όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και, ειδικότερα, αυτές για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις ή αποζημιώσεις της νυκτερινής, υπερωριακής ή άλλης εργασίας σε ημέρα Κυριακή, αργίας ή αναπαύσεως. Στη δεύτερη περίπτωση, ο εργαζόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει μόνο κατά ένα μέρος την ελευθερία των κινήσεών του υπέρ του εργοδότη, ώστε να δύναται να προσφέρει την εργασία του οποτεδήποτε του ζητηθεί, ενώ διατηρεί, παράλληλα, την ευχέρεια να αναπαύεται ή να βρίσκεται μακριά από τον τόπο εργασίας, επιδιδόμενος, ενδεχομένως, σε άλλες ασχολίες. Υπό τη μορφή αυτή, πρόκειται για "σύμβαση μη γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία" (απλής ετοιμότητας ή ετοιμότητας κλήσεως), διότι η δέσμευση της ελευθερίας του εργαζόμενου είναι περιορισμένη και δεν απαιτεί διαρκή εγρήγορση των σωματικών ή πνευματικών δυνάμεων αυτού. Γι' αυτό και στην περίπτωση αυτή δεν έχουν εφαρμογή όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και, ειδικότερα, αυτές για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις ή αποζημιώσεις της νυκτερινής, υπερωριακής ή άλλης εργασίας κατά τις Κυριακές ή αργίες, αλλά οφείλεται μόνο ο μισθός που συμφωνήθηκε ή, άλλως, ο συνηθισμένος μισθός. Μεταξύ των περιπτώσεων αυτών είναι δυνατό, στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361), να υπάρξουν και ενδιάμεσες "βαθμίδες ετοιμότητας", ανάλογα προς την ένταση της απαιτούμενης εγρήγορσης του μισθωτού. Οπότε, ανάλογα υπολογίζονται και οι αποδοχές του (ΑΠ 814/2014). Σε κάθε περίπτωση, όμως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το αν πρόκειται για γνήσια ή μη γνήσια ετοιμότητα προς εργασία ή για κάποια ενδιάμεση μορφή, εξαρτάται μεν από το αποδεικτικό του πόρισμα (ΟλΑΠ 10/2009), αλλά υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της υπαγωγής του εν λόγω πορίσματος σε κάποια από τις ως άνω μορφές ετοιμότητας. Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού ουδόλως εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αυτά αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Αυτό συμβαίνει όταν από την απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν προκύπτει ποια ήσαν τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε ως αληθινά, ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, να κριθεί, περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που ήταν εφαρμοστέα ή για τη μη εφαρμογή της. Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς (ΑΠ 1102/2003).
3. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε σχέση με το ζήτημα της φύσεως και των ωρών της απασχόλησης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος στην επιχείρηση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα: Ότι ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγόμενη, που διατηρεί επιχείρηση ιδιωτικού εκπαιδευτηρίου, αρχικά, την 7-9-2000, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ανανεούμενη κάθε χρόνο με την έναρξη του σχολικού έτους και κατόπιν, την 1-9-2003, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως οδηγός λεωφορείου. Ότι ο ενάγων παρείχε εξαρχής πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία και, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην από 1-9-2006 τροποποίηση της συμβάσεως εργασίας, εργαζόταν κάθε Δευτέρα από 07:00 μέχρι 17:30 και κάθε Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη και Παρασκευή με διακεκομμένο ωράριο και ειδικότερα από 07:00 μέχρι 08:30 και από 13:30 μέχρι 17:30, έναντι μηνιαίων αποδοχών 1.250,26 ευρώ. Ότι στη συνέχεια, σύμφωνα με την από 3-9-2009 τροποποιητική σύμβαση, εργαζόταν κάθε Δευτέρα από 07:00 μέχρι 17:15 και κατά τις λοιπές εργάσιμες ημέρες (Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη και Παρασκευή) από 07:00 μέχρι 08:30 και από 13:30 μέχρι 17:15, με εξαίρεση το χρονικό διάστημα από 15-6-2010 μέχρι την έναρξη του νέου σχολικού έτους, κατά το οποίο εργαζόταν επί οκτάωρο ημερησίως, από 08:00 μέχρι 16:00, έναντι μηνιαίων αποδοχών 1.545,28 ευρώ. Ότι, περαιτέρω, με την από 4-9-2010 τροποποίηση της συμβάσεως εργασίας, εργαζόταν κάθε Δευτέρα και Πέμπτη με συνεχές ωράριο από 07:00 μέχρι 17:00 και κάθε Τρίτη, Τετάρτη και Παρασκευή με διακεκομμένο ωράριο από 07:00 μέχρι 08:30 και από 13:00 μέχρι 17:00, ενώ για το διάστημα μετά την 15-6-2011 και πάλι καθημερινώς επί οκτάωρο, από 08:00 μέχρι 16:00 έναντι μηνιαίων αποδοχών 1.596,82 ευρώ. Ότι, τέλος, με την από 17-10-2011 συμφωνηθείσα τροποποίηση της σύμβασης, το ωράριο εργασίας του καθορίσθηκε κάθε Δευτέρα και Πέμπτη από 07:00 μέχρι 17:00 (συνεχές) και τις υπόλοιπες εργάσιμες ημέρες από 07:00 μέχρι 08:30 και από 13:30 μέχρι 17:00 (διακεκομμένο), έναντι μηνιαίων αποδοχών 1.632,76 ευρώ. Ότι, κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, ο ενάγων συμφωνήθηκε να εργάζεται υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης και ειδικότερα για το χρονικό διάστημα από 1-9-2006 μέχρι και 3-9-2010 με εβδομαδιαίο ωράριο 32,5 ωρών και για το χρονικό διάστημα από 4-9-2010 μέχρι και 6-12-2011, που αποχώρησε από την εργασία του λόγω συνταξιοδότησης, με εβδομαδιαίο ωράριο 36,5 ωρών, η εργασία του δε αυτή ως μερικώς απασχολούμενου, συμφωνήθηκε έγκυρα με την εναγόμενη, δεδομένου ότι όλες οι ανωτέρω τροποποιητικές συμβάσεις που περιείχαν το ακριβές ημερήσιο και εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας του ενάγοντος, καθώς και τις συμφωνηθείσες μηνιαίες αποδοχές του (συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας) είχαν κατατεθεί εγκαίρως και νομίμως στην αρμόδια επιθεώρηση εργασίας (άρθρο 2 του ν. 2639/1998). Ότι, ειδικότερα, ο ενάγων κατά τα έτη που προσέφερε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη, ξεκινούσε καθημερινά για τα προκαθορισμένα δρομολόγια παραλαβής και μεταφοράς μαθητών, κάνοντας τη διαδρομή από το …, όπου και η κατοικία του, μέχρι τις εγκαταστάσεις της εναγομένης στο …, οδηγώντας το σχολικό λεωφορείο που του παρείχε η εναγόμενη και του είχε επιτρέψει να το σταθμεύει τις νύκτες πλησίον της οικίας του, προς διευκόλυνση αμφοτέρων των διαδίκων, αφού έτσι εξοικονομείτο χρόνος και δαπάνη και για τις δύο πλευρές. Ότι ο χρόνος υπηρεσίας του ενάγοντος άρχιζε με την παραλαβή του πρώτου μαθητή περί την 06:30 και, όταν είχε εφημερία, ήτοι κάθε Δευτέρα κατά τα έτη 2006, 2007, 2008 και 2009 και κάθε Δευτέρα και Πέμπτη κατά τα έτη 2010 και 2011, ήταν συνεχόμενος και έληγε περί την 17:30 ώρα (συνεχές ωράριο). Ότι τις υπόλοιπες ημέρες το ωράριό του ήταν διακεκομμένο και διαρκούσε από 06:30 έως 08:20 (αφού οι μαθητές έπρεπε να βρίσκονται στις τάξεις τους πριν την έναρξη των μαθημάτων στις 08:30) και από 13:30 έως 17:30 (17:15 το 2009), ενώ για τα έτη 2010 και 2011, από 06:30 έως 08:20 και από 13:00 έως 17:00. Ότι τις ημέρες που ο ενάγων είχε συνεχές ωράριο απασχολείτο, όπως και οι άλλοι οδηγοί που είχαν εφημερία, μεταφέροντας τους μαθητές ορισμένων τάξεων σε προγραμματισμένες ημερήσιες εκδρομές και σε διάφορες εκδηλώσεις και επισκέψεις σε ιδρύματα, άλλα σχολεία, θέατρα κλπ. ή μετέβαινε σε τράπεζες ή στο ταχυδρομείο. Ότι κατά τις ημέρες που είχε διακεκομμένο ωράριο (06:30 - 08:20 και 13:30 - 17:30), ο ενάγων μετά την 08:30 αναχωρούσε από τα εκπαιδευτήρια της εναγομένης, ενώ τις ημέρες εφημερίας των οδηγών, αυτοί παρέμεναν στο χώρο των εκπαιδευτηρίων (όσοι δεν πήγαιναν σε εξωσχολικές δραστηριότητες, ήτοι εκδρομές, επισκέψεις, τράπεζες, ταχυδρομείο κλπ.) και ασχολούνταν με παρεμφερείς με τα καθήκοντα τους εργασίες, ήτοι καθαριότητα εσωτερική και εξωτερική του λεωφορείου, τυπικός λειτουργικός και μηχανολογικός έλεγχος, σέρβις (στο εντός των εκπαιδευτηρίων συνεργείο), πλήρωση του ρεζερβουάρ με πετρέλαιο (από τις υπάρχουσες στο χώρο των εκπαιδευτηρίων αντλίες) κλπ. Ότι, συνήθως περίσσευαν οδηγοί από αυτούς που ήταν εφημερία κάθε ημέρα και εκτός από αυτούς που πήγαιναν στις προγραμματισμένες ως άνω εξωσχολικές δραστηριότητες, παρέμεναν αρκετοί εφημερεύοντες οδηγοί, οι οποίοι, εκτός από τις παρεμφερείς με τα καθήκοντα τους εργασίες, ήταν σε γνήσια ετοιμότητα για εργασία, προκειμένου να αντιμετωπίσουν οποιαδήποτε έκτακτη ανάγκη της εναγομένης, ούτως ώστε να μην χρειάζεται να κληθούν κάποιοι από τους οδηγούς που είχαν την ημέρα εκείνη διακεκομμένο ωράριο (06:30 - 08:30 και 13:30 - 17:30), οι οποίοι, όπως ο ενάγων στον ενδιάμεσο χρόνο (μεταξύ 08:30 και 13:30) ευρίσκοντο σε κατάσταση απλής ετοιμότητας προς εργασία ή σε ετοιμότητα κλήσεως προς εργασία. Ότι στις ένδικες συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου που συνήφθησαν μεταξύ των διαδίκων και συγκεκριμένα στις με ημερομηνία 3-9-2007 και 1-9-2008 συμβάσεις είχε συμπεριληφθεί ο όρος ότι κατά τις ημέρες Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή (που ο ενάγων είχε διακεκομμένο ωράριο) και από ώρα 08:30 έως 13:30, ο μισθωτός είναι ελεύθερος υπηρεσίας, ουδεμία υποχρέωση έχει στα εκπαιδευτήρια και δύναται να αποχωρεί από το χώρο του σχολείου, ενώ στις με ημερομηνία 3-9-2009, 4-9-2010 και 17-10-2011 συμβάσεις είχε συμπεριληφθεί ο όρος ότι κατά τις ημέρες Τρίτη, Τετάρτη και Παρασκευή (που ο ενάγων είχε διακεκομμένο ωράριο) από ώρα 08:30 έως 13:30 ο μισθωτός είναι ελεύθερος υπηρεσίας, ουδεμία υποχρέωση εργασίας έχει στα εκπαιδευτήρια και δύναται να αποχωρεί από το χώρο του σχολείου. Ότι σχετικώς είχε διευκρινισθεί ότι, κατά τη διάρκεια του ενδιάμεσου χρόνου, ο οποίος μεσολαβεί κατά τις ως άνω ημέρες (από 08:30 έως 13:30) ο μισθωτός, αν το επιθυμεί, μπορεί να παραμένει στις εγκαταστάσεις του σχολείου, χωρίς να υπέχει ουδεμία συμβατική ή άλλη υποχρέωση προς παροχή οποιασδήποτε εργασίας και για το λόγο αυτό οφείλει, αν επιθυμεί να κάνει χρήση της ανωτέρω ευχέρειας, δηλαδή της παραμονής του στο χώρο του σχολείου κατά τον ως άνω ενδιάμεσο χρόνο, να το δηλώνει εκ των προτέρων εγγράφως προς τον εργοδότη. Ότι, ακόμη, τυχόν απασχόληση του οδηγού κατά τη διάρκεια του ενδιάμεσου χρόνου, εξ οιουδήποτε λόγου ή αιτίας και αν προέρχεται, δεν αναγνωρίζεται ως χρόνος εργασίας αυτού ούτε αμείβεται, αν δεν υπάρχει προηγούμενη σχετική έγγραφη εντολή του εργοδότη και ρητή αποδοχή αυτής από τον οδηγό, σημειούμενη στο έγγραφο της ως άνω εργοδοτικής εντολής.
4. Σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι α) κατά τις ημέρες που ο ενάγων είχε εκ της συμβάσεως την υποχρέωση να εκτελεί εφημερία, είτε απασχολείτο πραγματικά είτε βρισκόταν σε γνήσια ετοιμότητα εργασίας, με συνέπεια ολόκληρο το χρονικό διάστημα, από το πρωί που έπιανε δουλειά μέχρι το απόγευμα που σχολούσε, να συνιστά χρόνο εργασίας και β) κατά τις ημέρες που ο ενάγων είχε εκ της συμβάσεως διακεκομμένο ωράριο, το χρονικό διάστημα από το πέρας της πρωινής προσέλευσης των μαθητών μέχρι την έναρξη της επιστροφής στα σπίτια τους, μετά το σχόλασμα, δεν συνιστούσε χρόνο εργασίας, διότι κατά το διάστημα αυτό είχε τη δυνατότητα είτε να απομακρύνεται από το σχολείο είτε, ακόμη και αν παρέμενε σ' αυτό κατά την επιθυμία του, να αναπαύεται περιμένοντας το σχόλασμα και ευρισκόμενος σε απλή ετοιμότητα προς εργασία. Κατόπιν αυτού, το Εφετείο έκρινε, περαιτέρω, ότι ο ενάγων γ) κατά το χρονικό διάστημα από 15 Ιουνίου μέχρι και 31 Αυγούστου εκάστου ενδίκου έτους δεν παρείχε υπερωριακή εργασία, διότι η απασχόλησή του δεν υπερέβαινε το νόμιμο και συμβατικό οκτάωρο ημερήσιας εργασίας, από ώρα 08:00 έως 16:00, δ) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 μέχρι 4-9-2010, αν και δεν υπερέβαινε το ανώτατο εβδομαδιαίο όριο εργασίας των 40 ωρών, εργαζόταν σταθερά επί 35 ώρες την εβδομάδα, ήτοι κάθε Δευτέρα από 06:30 έως 17:30 (πλήρες ωράριο) και κάθε Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη και Παρασκευή από 06:30 έως 08:30 και από 13:30 έως 17:30 (διακεκομμένο ωράριο), ενώ όπως είχε συμφωνηθεί έπρεπε να εργάζεται επί 32,5 ώρες εβδομαδιαίως και ε) κατά το υπόλοιπο χρονικό διάστημα, ήτοι από 5-9-2010 έως 6-12-2011, αν και δεν υπερέβαινε το ανώτατο εβδομαδιαίο όριο εργασίας των 40 ωρών, εργαζόταν σταθερά επί 39 ώρες την εβδομάδα, ήτοι κάθε Δευτέρα και Πέμπτη από 06:30 έως 17:00 (πλήρες ωράριο) και κάθε Τρίτη, Τετάρτη και Παρασκευή από 06:30 έως 08:30 και από 13:00 έως τις 17:00 (διακεκομμένο ωράριο), ενώ όπως είχε συμφωνηθεί έπρεπε να εργάζεται επί 36,5 ώρες την εβδομάδα. Κατόπιν όλων αυτών, το Εφετείο έκρινε ότι ο ενάγων, ενόψει της εκάστοτε απασχόλησής του και του αντιστοίχως καταβαλλόμενου μηνιαίου μισθού, για την πέραν του συμβατικού ωραρίου παροχή εργασίας δικαιούται πρόσθετη αμοιβή συνολικού ποσού 5.974,40 ευρώ. Γι' αυτό και, αφού εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, έκανε εν μέρει δεκτή την ένδικη αγωγή και επιδίκασε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα μόνο το ως άνω ποσό.
5. Με τις ως άνω παραδοχές και κρίσεις το Εφετείο α) προέβη σε ορθή κατά νόμον διάκριση μεταξύ αφ' ενός της γνήσιας και αφ' ετέρου της μη γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία, η οποία είχε ουσιώδη επιρροή για την ουσιαστική διάγνωση του δικαιώματος του αναιρεσείοντος να αξιώσει πρόσθετες αμοιβές ή αποζημιώσεις για τις ώρες, κατά τις οποίες παρέμενε στο σχολείο της αναιρεσίβλητης μεταξύ της 08:30 ώρας, που ολοκληρωνόταν η προσέλευση μαθητών και της 13:30 ώρας, που έπρεπε το λεωφορείο να είναι έτοιμο για τη μεσημεριανή αποχώρηση των μαθητών και β) διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς το ότι η πραγματική απασχόληση του αναιρεσείοντος στην υπηρεσία της αναιρεσίβλητης περιοριζόταν στα στενά χρονικά πλαίσια, τα οποία είχαν προσδιορισθεί από τις μεταξύ τους έγγραφες συμβάσεις εργασίας και σύμφωνα με τα οποία για όσο χρόνο ο αναιρεσείων δεν οδηγούσε το σχολικό λεωφορείο, κατά τις ημέρες που δεν είχε εφημερία, δεν ήταν υποχρεωμένος να παραμένει στις εγκαταστάσεις του σχολείου και να επιδίδεται σε συναφείς προς την κυρία απασχόλησή του εργασίες συντήρησης, καθαριότητας ή ανεφοδιασμού του λεωφορείου ούτε και, κατά τις ίδιες ημέρες, βρισκόταν σε διαρκή ετοιμότητα προκειμένου να λάβει εντολή για κάποια έκτακτη κίνηση. Επομένως, ο δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως, καθώς και ο πέμπτος λόγος κατά το πρώτο μέρος αυτού, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19, είναι αβάσιμοι.
6. Κατά το άρθρο 559 αρ.1 εδ. β' ΚΠολΔ η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνον αν αυτά εφαρμόζονται για την ερμηνεία κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών. Λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη αυτή ιδρύεται όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την αληθινή έννοια κανόνος του δικαίου ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό και όχι όταν τα χρησιμοποιεί για την εκτίμηση των αποδείξεων. Για το ορισμένο του πιο πάνω λόγου πρέπει να εκτίθεται αφενός ποια έννοια προσέδωσε η απόφαση στον κανόνα που εφάρμοσε, την οποία ο αναιρεσείων θεωρεί εσφαλμένη και ποια η κατά τη γνώμη του είναι η ορθή έννοια που προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ή δεν χρησιμοποίησε η απόφαση ή τα χρησιμοποίησε πλημμελώς (ΑΠ 2174/2007, ΑΠ 747/2006, ΑΠ 120/2004). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης από το άρθρο 559 αρ1. εδ. β' ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου και την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτούς. Για τη στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού παραθέτει περικοπές από το σκεπτικό της απόφασης, χωρίς, όμως, να αναφέρει παράλληλα ποιος κανόνας ερμηνεύθηκε, ποια συγκεκριμένα διδάγματα κοινής πείρας παραβιάστηκαν ή δεν χρησιμοποιήθηκαν, ποια έννοια προσδόθηκε στον κανόνα δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας και ποια είναι η ορθή έννοια κατά την άποψη του αναιρεσείοντος. Με τις ελλείψεις αυτές, ο εξεταζόμενος λόγος είναι αόριστος και, επομένως, απαράδεκτος.
7. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλως η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Ο λόγος αναιρέσεως θεωρείται αβάσιμος, εφόσον από την απόφαση προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια εξ αυτών παράγεται άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, εφόσον από την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και ιδίως έγγραφο (ΑΠ 695/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, που μνημονεύει και είχε προσκομίσει σε αυτό με επίκληση. Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα παραπάνω εκτεθέντα, είναι αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για τη θεμελίωση του πορίσματός του έλαβε, μεταξύ άλλων, υπόψη : α) τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο Β. Π. (του αναιρεσείοντος) και Ν. Κ. (της αναιρεσίβλητης), που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, β) τις προσκομισθείσες με επίκληση από τον αναιρεσείοντα …, … και …-5-2013 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων του αναιρεσείοντος ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, τις οποίες ρητά αναφέρει κατά την απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, γ) τις προσκομισθείσες με επίκληση από την αναιρεσίβλητη …, … και …-5-2013 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του συμ/φου Αθηνών Α. Π., καθώς και τις …, …, … και …-5-2013 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του ίδιου ως άνω συμ/φου, τις οποίες, επίσης, ρητά αναφέρει κατά την απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, δ) όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, μεταξύ των οποίων ένορκες βεβαιώσεις, που λήφθηκαν στο πλαίσιο άλλων παρεμφερών δικών και οι οποίες νομίμως λαμβάνονται υπόψη για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας, χωρίς να καταλείπεται αμφιβολία περί του αντιθέτου, καθόσον από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ. παραπάνω, αρ.3) δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκαν υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, αφού ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση μνημονεύει σε αρκετά σημεία της τους μάρτυρες του αναιρεσείοντος, περιλαμβάνοντας περικοπές των καταθέσεών τους, όπως στο πίσω μέρος του 17ου φύλλου και σε ολόκληρο το 18ο φύλλο αυτής.
8. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με το δεύτερο μέρος του πέμπτου λόγου της αιτήσεως αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, που μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης διέταξε την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και τον υποχρέωσε να επιστρέψει το ποσό των 15.000 ευρώ ως προς το οποίο είχε κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή η πρωτοβάθμια απόφαση, παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, διότι κατά την καταβολή του προσωρινώς εκτελεστού μέρους η αναιρεσίβλητη είχε παρακρατήσει απ' αυτό 2.992,50 ευρώ για εισφορές στο ΙΚΑ και 2.401,50 ευρώ για φόρο μισθωτών υπηρεσιών, ήτοι ποσά τα οποία αυτή απέδωσε αρμοδίως, ενώ έπρεπε να τα διατηρήσει η ίδια και να τα αποδώσει μετά την τελεσιδικία της απόφασης, με συνέπεια αυτός να οφείλει την επιστροφή μόνο του ποσού των 9.606 ευρώ που στην πραγματικότητα έλαβε. Ο λόγος αυτός κατά το εξεταζόμενο μέρος του είναι προεχόντως απαράδεκτος, ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται πουθενά ποιος κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάστηκε και με ποιο τρόπο. Σε κάθε περίπτωση, ο κάθε εργοδότης, που καταβάλει αποδοχές σε εργαζόμενο, έχει την υποχρέωση να παρακρατεί και να αποδίδει αρμοδίως τη νόμιμη αναλογία για ασφαλιστικές εισφορές και προκαταβολή φόρου εισοδήματος, ήτοι χρήματα που ναι μεν αφαιρούνται από το τελικώς καταβλητέο ποσό, αλλά συνιστούν εκπλήρωση υποχρεώσεων του δικαιούχου. Γι' αυτό και ο τελευταίος φέρει τον κίνδυνο της επιστροφής τους μαζί με το ποσό που πράγματι έλαβε, σε περίπτωση εξαφάνισης του εκτελεστού τίτλου δυνάμει του οποίου το έλαβε. Τέλος, ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος με το οποίο διατυπώνεται το παράπονο ότι η προσβαλλομένη, προκειμένου να διατάξει την επιστροφή του ως άνω ποσού των 15.000 ευρώ, αρκέστηκε στην από 9-10-2013 απόδειξη καταβολής του και έλαβε υπόψη αποδεικτικό στοιχείο που δεν επικαλέσθηκε ούτε προσκόμισε η αναιρεσίβλητη (ΚΠολΔ 559 αρ.11 περ. β'), είναι αβάσιμος, καθόσον από την παραδοχή της προσβαλλομένης που ο ίδιος ο αναιρεσείων παραθέτει, προκύπτει σαφώς ότι κατά την υποβολή του αιτήματος επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση η τότε εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη είχε προσκομίσει μετ' επικλήσεως την άνω απόδειξη πληρωμής.
9. Κατά το άρθρο 183 ΚΠολΔ, τα έξοδα που προκάλεσε η άσκηση και η εκδίκαση ενδίκου μέσου, επιβάλλονται, σε περίπτωση που απορριφθεί, σε βάρος του διαδίκου, που άσκησε τούτο, ενώ σε περίπτωση που γίνει δεκτό, σε βάρος του διαδίκου που νικήθηκε, οι διατάξεις δε των άρθρων 176 - 182 ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι ως προς την τελική κατανομή των δικαστικών εξόδων των διαδίκων καθιερώνεται η αρχή της ήττας. Επομένως, η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε, δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας, αφού η ρύθμιση των δικαστικών εξόδων ανατέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (ΚΠολΔ 561 παρ.1, ΑΠ 476/2017). Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αίτησης κατά το τρίτο μέρος του, με τον οποίο υποστηρίζεται από τον αναιρεσείοντα ότι η προσβαλλομένη απόφαση είναι αναιρετέα, επειδή του επέβαλε δικαστική δαπάνη 1.500 ευρώ, ενώ έπρεπε αυτή να επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσίβλητης, άλλως έπρεπε να συμψηφιστεί κατ' άρθρο 179 ΚΠολΔ, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τις παραδοχές του, νίκησε η εκκαλούσα - αναιρεσίβλητη, αφού έγινε δεκτή η έφεσή της και εξαφανίστηκε η πρωτοβάθμια απόφαση και καλώς, σύμφωνα και με αυτά που ήδη αναφέρθηκαν, επιβλήθηκαν τα έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας στον ηττηθέντα αναιρεσείοντα.
10. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, που ορίζουν ότι οι δικαιοπραξίες και οι συμβάσεις ερμηνεύονται με την αναζήτηση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων χωρίς προσήλωση στις λέξεις και σύμφωνα με τις επιταγές της καλής πίστης, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων της βούλησης. Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει στους κανόνες αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων, είτε δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους. Έμμεση διαπίστωση κενού στη σύμβαση ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως προκύπτει όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση περί της ανυπαρξίας τους, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, από την οποία αποκαλύπτεται ότι αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία σχετικά με την έννοια της δήλωσης των συμβαλλομένων, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της βούλησής τους. Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει εκ του γεγονότος ότι το δικαστήριο για την αληθινή έννοια της σύμβασης, έλαβε υπόψη του και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενο της σύμβασης ή χρησιμοποίησε επιχειρήματα (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 309/2014, ΑΠ 434/2008, ΑΠ 28/2007, ΑΠ 1463/2006). O αναιρεσείων με τον έκτο λόγο της αίτησης πλήττει την προσβαλλομένη για πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 εδ. β' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι αυτή κατά παράβαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και του άρθρου 205 ΚΠολΔ, του επέβαλε αυτεπαγγέλτως χρηματική ποινή 500 ευρώ, διότι αυτός, κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής, παραβίασε το επιβαλλόμενο καθήκον αληθείας και δεν τήρησε τους κανόνες της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, γεγονός που προκύπτει από το ότι κατά το έτος 2010, στο πλαίσιο συναφούς δίκης του συναδέλφου του Ι. Σ. κατά της αναιρεσίβλητης, έδωσε υπέρ αυτής την …-5-2010 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του συμ/ φου Αθηνών Ά. Π., στην οποία βεβαίωσε ενόρκως ακριβώς τα αντίθετα απ' αυτά που τώρα ισχυρίζεται με την ένδικη αγωγή του και, κυρίως, ως προς το κρίσιμο ζήτημα ότι κατά τον ενδιάμεσο χρόνο, δηλαδή από 08:30 έως 13:30, οι οδηγοί που είχαν διακεκομμένο ωράριο ήσαν ελεύθεροι υπηρεσίας και μπορούσαν να φύγουν από το σχολείο, ενώ όσοι από αυτούς ήθελαν να παραμείνουν στις εγκαταστάσεις του σχολείου κατά τον ως άνω ενδιάμεσο χρόνο, όφειλαν το έχουν δηλώσει εκ των προτέρων, εγγράφως. Παρατηρείται, όμως, ότι τα ως άνω περιστατικά, τα οποία επικαλείται ο αναιρεσείων και έκανε δεκτά το δικαστήριο της ουσίας (το οποίο θεώρησε αναπόδεικτο τον ισχυρισμό του ότι δήθεν αυτός είχε αναγκασθεί να δώσει την ως άνω ένορκη βεβαίωση για να μην απολυθεί από την εργασία του), δεν ανάγονται σε ζήτημα ερμηνείας κάποιας δικαιοπρακτικής δήλωσης, αλλά στην αξιολόγηση προηγούμενης συμπεριφοράς του ίδιου του αναιρεσείοντος, επί της οποίας το τότε δικάσαν δικαστήριο στήριξε την κρίση περί του ότι αυτός, με την επακολουθήσασα άσκηση της ένδικης αγωγής, είχε παραβιάσει το καθήκον τα αληθείας και δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την επιβολή της σχετικής ποινής σε βάρος του. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος της αιτήσεως είναι απαράδεκτος.
11. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-2-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 3888/ 2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. -Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Νοεμβρίου 2017. Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 10η Ιανουαρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ