22/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 22 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated22/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 22 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 22 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 22/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη,-Εισηγήτρια, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειoυσών: 1.Δ. συζ. Κ. Β., το γένος Κ. Κ., και 2. Κ. χήρας Η. Τ., το γένος Κ. Κ., οι οποίες απεβίωσαν και κληρονομήθηκαν από τους καθών η κλήση: 1. Κ. Β. του Α. κατοίκου ..., ως κληρονόμου της πρώτης και 2. α) Ε. Τ. του Η., β)Β. συζ. Π. Τ., το γένος Η. Τ., γ)Ν. Β. του Α. και δ)Κ. Β. του Α., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της δεύτερης, όπως αναφέρεται στην από 11/11/2014 κλήση, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσίβλητων: Α. χήρας Γ. Κ., η οποία απεβίωσε, όπως αναφέρεται στην από 11/11/2014 κλήση και κληρονομήθηκε από τους αναιρεσιβλήτους - καλούντες: 1.Β. συζ. Θ. Κ. το γένος Γ. Κ. και 2.Κ. Κ. του Γ., κάτοικους ..., οι οποίοι παραστάθηκαν ατομικώς και ως κληρονόμοι της 1ης αναιρεσίβλητης αποβιωσάσης μητρός τους, δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Γεώργιου Παπασίμου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-10-1993 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4224/1994 μη οριστική, 28981/1995 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 62/1998 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 26-4-2000 αίτησή τους, η οποία επανήλθε προς συζήτηση με την από 11-11-2014 κλήση των καλούντων-αναιρεσιβλήτων.
Εκδόθηκε η 944/2015 απόφαση του Γ Τμήματος του Αρείου Πάγου η οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης. Την υπόθεση επαναφέρουν οι καλούντες, με την από 7-12-2015 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι-καλούντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωση την από 23-10-2001 έκθεση του αποχωρήσαντος Αρεοπαγίτη Γρηγορίου Φιλιππάτου, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων-καλούντων ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις υπ’ αριθμ ...13.1.2016,.../ 11.1.2016, ...12.1.2016 και .../13.1.2016 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Α. Κ., προκύπτει ότι κλήση για συζήτηση της ένδικης αναίρεσης για τη δικάσιμο της 16.3.2016, κατά την οποία, νόμιμα αναβλήθηκε η συζήτηση, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, επιδόθηκε από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση δεύτερη και τρίτο των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι έχουν υπεισέλθει και στη θέση της πρώτης αναιρεσίβλητης μητέρας τους, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους υπεισελθόντες στη θέση των αρχικά αναιρεσειουσών, ήτοι στον εκ διαθήκης κληρονόμο της πρώτης αναιρεσείουσας και στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της δεύτερης (άρθρ. 568 παρ 4 ΚΠολΔικ). Νέα κλήτευση για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν χρειαζόταν, αφού η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων(άρθρ 575 εδ β και 226 παρ. 4 εδ γ ΚΠολΔικ).
Συνεπώς, εφόσον οι διάδικοι αυτοί, δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σ’ αυτό, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δεν θα παραστούν, κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔικ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρ 576 παρ. 2 ΚΠολΔικ).
Με την αναιρεσιβαλλομένη, υπ’ αριθμ 62/1998 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και μετά από απόρριψη της εφέσεως των εναγομένων - αρχικά αναιρεσειουσών, επικυρώθηκε η υπ’ αριθμ. 28981/1995 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και η συνεκκληθείσα με αυτήν παρεμπίπτουσα, υπ’ αριθμ 4224/1994, περί αποδείξεων απόφαση του ίδιου δικαστηρίου (αρθρ 513 παρ. 2 ΚΠολΔικ) και έγινε δεκτή (όπως περιορίστηκε) η από 19.10.1993 αναγνωριστική κυριότητας από έκτακτη χρησικτησία αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αυτοί (στη θέση της πρώτης από τους οποίους υπεισήλθαν οι λοιποί)αναγνωρίσθηκαν συγκύριοι, κατά τα αιτηθέντα εξ αδιαιρέτου ποσοστά, επί δύο κληροτεμαχίων επιφάνειας 4995 και 2400 τμ αντίστοιχα, που με νόμιμα μεταγεγραμμένο τίτλο είχαν παραχωρηθεί στον Α. Ι. στην επικοισθείσα περιοχή του αγροκτήματος ..., και κατά την κυρωθείσα με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας οριστική διανομή της τα οποία νεμήθηκε με διάνοια κυρίου ο σύζυγος και πατέρας τους, αντίστοιχα, Γ. Κ. από της ισχύος του αν 431/1968, ήτοι από 23.5.1968 μέχρι του χρόνου του θανάτου του στις 25.8.1973 και την οποία νομή αυτοί συνέχισαν (άρθρ 983 ΑΚ) κατά τα ποσοστά της εξ αδιαθέτου διαδοχής τους μέχρι του χρόνου ασκήσεως της αγωγής (25.8.1993) καταστάντες συγκύριοι κατά τα εν λόγω ποσοστά (2/8 + 3/8 + 3/8) από έκτακτη χρησικτησία, ήδη από το 1988 με την προσμέτρηση στον δικό τους χρόνο νομής και εκείνου του δικαιοπαρόχου συζύγου και πατέρα τους.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 εδ γ του ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" αφεθείσα αδίκαστη, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, που προκαλεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία, ήτοι εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής, τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου όπως είναι και το ίδιο το ένδικο μέσο της εφέσεως (Ολ ΑΠ 25/2003). ‘ Ετσι τέτοια "αίτηση" δεν αποτελούν οι λόγοι εφέσεως τους οποίους πρέπει κατά το άρθρο 520 παρ 1 ΚΠολΔικ, να περιέχει το έγγραφο της εφέσεως, η μη λήψη υπόψη των οποίων στοιχειοθετεί τον από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 9γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αναιρετική πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο άφησε αδίκαστους τους αναφερομένους λόγους της εφέσεως των αρχικά αναιρεσειουσών κατά των προαναφερθεισών αποφάσεων του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί, ακόμη και υπό την εκδοχή ότι οι προαναφερόμενοι λόγοι εφέσεως δεν ερευνήθηκαν και αφέθηκαν αδίκαστοι, δεν ιδρύεται στην περίπτωση αυτή ο από την αμέσως πιο πάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως. Πλην όμως κατά ορθή εκτίμηση του μοναδικού αυτού λόγου της αναιρέσεως κρίνεται ότι με αυτόν, κατά την αληθή έννοια του, προβάλλεται αιτίαση και αυτό τη διάταξη του αριθμού 8εδ β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" που προτάθηκαν από τους διαδίκους, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση. "Πράγμα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής ή με αλυσιτελή ισχυρισμό (Ολ.ΑΠ 2/2008), ενώ αντίστοιχα δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό (ή λόγο εφέσεως) που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. Ακόμη αν ο ισχυρισμός (ή ο λόγος εφέσεως) είναι επουσιώδης, δηλαδή δεν έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως είναι και ο μη νόμιμος, ο αόριστος, ο αλυσιτελής ή εκείνος που προβάλλεται απαραδέκτως, έστω και αν δεν λήφθηκε υπόψη αν και προτάθηκε, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως. Πάντως δεν είναι "πράγμα", κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, ο ισχυρισμός, ακόμη και αν προτείνεται με λόγο εφέσεως, που ανάγεται στην ορθή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή ή μη εφαρμογή κάποιου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση : α) Με το πρώτο μέρος του μοναδικού λόγου της αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του "σιγή αντιπαρήλθε τον πρώτο λόγο της εφέσεως (των αρχικά αναιρεσειουσών) περί εσφαλμένης νομικής υπαγωγής και ερμηνείας του νόμου" δεδομένου ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο "κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων και αγνοώντας τις διατάξεις των άρθρων 974,980,982 και 983 ΑΚ" με την μεν από τις εκκληθείσες υπ’ αριθμ 4224/1994 προδικαστική του απόφαση, δέχθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 974,1041,1045 ΑΚ, με την δε από τις εκκληθείσες υπ’ αριθμ 28981/1995 οριστική του απόφαση κατέληξε στο δυσμενές για τις αναιρεσείουσας συμπέρασμα ότι οι αναιρεσίβλητοι έγιναν συγκύριοι των επίδικων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, κατά τα ειδικότερα στο μέρος αυτό του λόγου αναιρέσεως αναφερόμενα. β) Με το δεύτερο μέρος του ίδιου "μοναδικού" λόγου αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με την ίδια απόφασή του δεν έλαβε υπόψη λόγο της εφέσεως των αναιρεσειουσών με τον οποίο αυτές παραπονούνταν ότι εσφαλμένως είχε κριθεί με την προαναφερόμενη οριστική πρωτόδικη απόφαση ότι η ένδικη αγωγή ήταν ορισμένη. γ) Με το τρίτο μέρος του ως άνω λόγου αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με την ίδια απόφασή του "σιγή αντιπαρήλθε" τον τρίτο λόγο της εφέσεως των αναιρεσειουσών, με τον οποίο αυτές παραπονούνταν ότι δεν συνέτρεχαν στην προκειμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις του άρθρου 1051 ΑΚ. δ) Με το τέταρτο μέρος του ίδιου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με την ίδια απόφασή του "σιγή αντιπαρήλθε" τον τέταρτο λόγο της εφέσεως των αναιρεσειουσών, με τον οποίο αυτές παραπονούνταν ότι η έκτακτη χρησικτησία των αναιρεσιβλήτων είχε διακοπεί με την από τους τελευταίους αναγνώριση ως συννομέων , των πρώτων, κατά τα ειδικότερα στο μέρος αυτό του λόγου αναιρέσεως αναφερόμενα. ε) Με το πέμπτο μέρος του ίδιου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με την ίδια απόφασή του "σιγή αντιπαρήλθε" τον πέμπτο λόγο της πιο πάνω εφέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες παραπονούνταν ότι η εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων μερική παραίτηση από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής τους κατά την κυρία βάση της δεν είχε γίνει νομίμως με τις προτάσεις τους και στ) Με το έκτο μέρος του ίδιου πιο πάνω λόγου αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με την ως άνω απόφασή του "σιγή αντιπαρήλθε" τον έκτο λόγο της εφέσεως των αναιρεσειουσών, με τον οποίο αυτές παραπονούνταν ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την από τις εκκληθείσες οριστική απόφασή του, είχε εσφαλμένως εκτιμήσει τις αποδείξεις, κατά τα ειδικότερα στο λόγο αναιρέσεως αναφερόμενα. Ο λόγος αυτός (ως λόγος από τη διάταξη του αριθμού 8 περ β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ) είναι απορριπτέος ως προς όλες τις αιτιάσεις του και δη: αα) Κατά τα πρώτο, τέταρτο και πέμπτο μέρη του, προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί όλοι οι λόγοι εφέσεως, στους οποίους αναφέρονται τα αμέσως πιο πάνω μέρη του λόγου αναιρέσεως, δεν αποτελούσαν "πράγματα" κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης, αφού ο ένας (πρώτος)από τους λόγους αυτούς εφέσεως απλώς αφορούσε παράπονο, κατά τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο, που αναγόταν κατά τις αναιρεσείουσες, στην ορθή ερμηνεία, καθώς και στην εσφαλμένη εφαρμογή ή μη εφαρμογή κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ο άλλος (τέταρτος) από τους λόγους εφέσεως δεν ήταν κρίσιμος, αφού το προτεινόμενο για τη θεμελίωση του κατ’ άρθρο 1048 εδ α ΑΚ ισχυρισμού για διακοπή της χρησικτησίας των αναιρεσιβλήτων γεγονός της απώλειας του πνευματικού στοιχείου της νομής, όπως εκτιμάται, ήταν μεταγενέστερο του χρόνου κατά τον οποίο, κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων, είχε συμπληρωθεί η επικληθείσα από αυτούς έκτακτη χρησικτησία (συμπλήρωση χρησικτησίας 1988, διακοπτικό γεγονός 1991) και ο τελευταίος (πέμπτος) από τους αμέσως πιο πάνω λόγους εφέσεως ήταν, προεχόντως αλυσιτελής γιατί έπληττε αιτιολογία των εκκληθεισών αποφάσεων που δεν στήριζαν το διατακτικό της από αυτές οριστικής αποφάσεως Και ββ) κατά τα δεύτερο, τρίτο και έκτο μέρη του είναι αβάσιμος. Τούτο δε γιατί το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, έλαβε υπόψη τους πιο πάνω λόγους εφέσεως των αναιρεσειουσών τους ερεύνησε και τελικά τους απέρριψε (τον από αυτούς υπό το στοιχ. β λόγο ως εκ του πράγματος) ως αβασίμους και έτσι σε κάθε περίπτωση, δεν υπέπεσε, σύμφωνα με τα παραπάνω, στην ερευνώμενη από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β ΚΠολΔικ αναιρετική πλημμέλεια. Ειδικότερα αναφορικά με την, ως εκ του πράγματος, όπως εκτιμάται , απόρριψη ως αβάσιμου του δεύτερου λόγου της εφέσεως των αναιρεσειουσών για αοριστία της ένδικης αγωγής, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η περαιτέρω κατ’ ουσίαν έρευνα της αγωγής αυτής από το Εφετείο προϋπόθεση είχε, αναγκαίως κατάφαση για το ορισμένο της και επομένως έμμεση απόρριψη του λόγου αυτού της εφέσεως. Ενόψει τούτων η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και οι αναιρεσείοντες ως υπεισελθόντες στη θέση των αρχικά αναιρεσειουσών, λόγω της ήττας τους (άρθρ 183,180 παρ. 1 και 176 ΚΠολΔικ) πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-4-2000 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 62/1998 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης του υπεισελθόντος στη θέση της αρχικά πρώτης αναιρεσείουσας (Δ. συζ. Κ. Β., το γένος Κ. Κ.) Κ. Β. του Α. και των υπεισελθόντων στη θέση της αρχικά δεύτερης αναιρεσείουσας (Κ. χας Η. Τ., το γένος Κ. Κ.) Ε. Τ. του Η., Β. συζ. Π. Τ., το γένος Η. Τ., Η. Β. του Α. και Κ. Β. του Α. κατά των Β. συζύγου Θ. Κ., το γένος Γ. Κ. και Κ. Κ. του Γ. ατομικά και ως υπεισελθόντων στη θέση της αρχικά πρώτης αναιρεσίβλητης Α. χας Γ. Κ. το γένος Ι. Γ..
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ