Legislator Case Law & Legislation
22/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds but allows partial review of damages award.

Case Number 22/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to reinstate their late appeal as inadmissible due to lack of evidence proving force majeure. While the court rejected the procedural arguments regarding the lawyer's illness and traffic delays, it partially allowed the appeal concerning the damages award. Consequently, the case was remanded to the Court of First Instance for further proceedings on the specific damages issue.

Legislator headnote

AI generated

Articles 100 and 101 of the Code of Civil Procedure; A request to reinstate a late procedural act is inadmissible if the applicant fails to provide evidence proving the loss of time was due to force majeure or the opponent's fraud.

Keywords

AI generated
procedural time limits force majeure late appeal reinstatement request evidence burden remand for retrial legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 100 and 101 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 22 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 22/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Δημητρούλα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Α. Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Λαμπρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, κατοίκου Περάματος Πειραιώς, 2) Ψ2, κατοίκου ..., 3) Ψ3, κατοίκου ..., 4) Ψ4, κατοίκου ..., 5) Ψ5, 6) Ψ6, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Θεοδώρα Βασιλειάδου και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Β. Των αναιρεσειόντων: 1) Ψ2, κατοίκου ..., 2) Ψ3, κατοίκου ..., 3) Ψ4, κατοίκου ..., 4) Ψ5, κατοίκου ..., 5) Ψ6, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Θεοδώρα Βασιλειάδου και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Λαμπρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/7/2002 αγωγή του υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείοντος και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4936/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 5838/2007 μη οριστική και 5903/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο υπό στοιχείο Α αναιρεσείων με την από 29/4/2009 αίτησή του και τους από 26/9/2009 πρόσθετους λόγους αυτής και οι υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσείοντες με την από 8/5/2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 17/11/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε 1) την απόρριψη ως απαράδεκτου του αιτήματος επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση ώστε να κριθεί ως εμπροθέσμως ασκηθείσα η από 8-5-2009 αίτηση αναίρεσης, και κατ' ακολουθίαν την απόρριψη ως απαράδεκτης (εκπρόθεσμης) της ίδιας αίτησης αναίρεσης. 2) την παραδοχή κατά ένα μέρος της από 29-4-2009 αίτησης αναίρεσης και ειδικά: α) του πρώτου κατά το πρώτο μέρος του λόγου του κυρίως δικογράφου και του πρώτου κατά το πρώτο μέρος του λόγου του από 26-9-2009 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης, β) του δευτέρου λόγου του κυρίως δικογράφου και του δευτέρου λόγου του δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης, την απόρριψη των λοιπών λόγων του κυρίως δικογράφου και του δικογράφου προσθέτων λόγων και την αναίρεση κατά ένα μέρος της υπ' αριθ. 5903/2008 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών κατά το κεφάλαιό της μόνον με το οποίο κρίνοντας επί της εφέσεως του αναιρεσείοντος ενάγοντος και της εφέσεως του πρώτου αναιρεσιβλήτου και της αντέφεσης των λοιπών αναιρεσιβλήτων απέρριψε το αγωγικό κεφάλαιο του αναιρεσείοντος για την επιδίκαση αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη (αποδοχές) του χρονικού διαστήματος από 10-2-2010 μέχρι 9-2-2023.

Ακολούθως, ανέγνωσε την από 19/11/2009 συμπληρωματική της έκθεση με την οποία εισηγήθηκε σε συνέχεια της από 17-11-2009 εισηγήσεώς της και συμπληρωματικά προς αυτήν, και υπό την αίρεση ότι θα κριθεί παραδεκτή η αίτηση επαναφοράς των αναιρεσειόντων της από 8-5-2009 αίτησης αναίρεσης και στη συνέχεια και η ίδια η αίτηση, να γίνει δεκτός κατ' ουσίαν ο δεύτερος λόγος, να απορριφθούν οι λοιποί και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της εκείνο που επιδικάζοντας στον αναιρεσίβλητο αξιώσεις αποζημιώσεως για διαφυγόντα κέρδη του χρονικού διαστήματος από 10-2-2003 μέχρι 10-2-2010 απέρριψε την προβληθείσα από τους αναιρεσείοντες ένσταση από τη διάταξη του άρθρου 300 Α.Κ.

Ο πληρεξούσιος του υπό στοιχείο Α αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της από 29/4/2009 αιτήσεως και των από 26/9/2009 προσθέτων λόγων αυτής και την απόρριψη της από 8/5/2009 αιτήσεως, η πληρεξούσια των υπό στοιχείο Β αναιρεσειόντων την παραδοχή της από 8/5/2009 αιτήσεως και την απόρριψη της από 29/4/2009 αιτήσεως και των από 26/9/2009 προσθέτων λόγων αυτής και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Α. Επί της από 29-4-2009 αίτησης αναίρεσης και του από 26-9-2009 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης του Χ.

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου απολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Αντίφαση δε στις αιτιολογίες της απόφασης υπάρχει όταν δεν προκύπτει σαφώς από την ίδια την απόφαση ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε τελικά αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό να κριθεί περαιτέρω αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε (ΑΠ 1131/2007).

Εξ άλλου ανεπαρκής αιτιολογία κατά την έννοια της ίδιας διάταξης δημιουργείται και όταν το πόρισμα που προέκυψε από την εκτίμηση των αποδείξεων σε σχέση με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης δεν διατυπώνεται στην απόφαση με βεβαιότητα, αλλά ενδοιαστικά, ώστε το πόρισμα να μην είναι αναμφίβολο (ΑΠ 1932/2008, 578/2008 και 1712/2007).

Εξ άλλου, κατά μεν τη διάταξη 914 ΑΚ όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, και κατά τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ η αποζημίωση περιλαμβάνει και το διαφυγόν κέρδος, δηλαδή το προσδοκώμενο κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, και τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει (εκτός άλλων) και οτιδήποτε ο παθών να στερείται στο μέλλον.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη κρίση του επί της ουσίας των αποδείξεων: "'Ηδη με την ένδικη από 31-7-2002 νεότερη αγωγή του, η οποία είναι ορισμένη, καθόσον εξειδικεύονται με επάρκεια τόσο οι σωματικές βλάβες που υπέστη ο ενάγων συνεπεία του ατυχήματος, όσο και τα εισοδήματα που θα στερείται αυτός στο μέλλον, απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου λόγου της έφεσης και αντέφεσης των εναγομένων, ο ενάγων επιδιώκει την, εξαιτίας του προμνημονευθέντος αυτοκινητικού ατυχήματος, επιδίκαση σ' αυτόν αποζημιώσεως για διαφυγόντα κέρδη (απώλεια εισοδήματος) μεταγενεστέρου χρονικού διαστήματος, ήτοι από 10-2-2003 μέχρι 9-2-2023 που θα είναι 71 ετών, επικαλούμενος συνέχιση μέχρι τότε της ολικής ανικανότητας αυτού για εργασία, λόγω του προεκτεθέντος τραυματισμού του.

Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι ο ενάγων που γεννήθηκε στις 16-9-1951, συνεπεία του ατυχήματος και του εξ αυτού τραυματισμού του, βαδίζει με χωλότητα χωρίς όμως τη χρήση βοηθητικού μέσου (βακτηρία, κλπ), ενώ εμφανίζει μυϊκή ατροφία του αριστερού τετρακέφαλου. Λόγω της χρονιότητας του προβλήματος υπάρχει αντισταθμιστική σκολίωση της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης καθώς και αυξημένη καταπόνηση του δεξιού γόνατος.

Στην όρθια θέση παρατηρείται παραμόρφωση του αριστερού γόνατος σε βλαισότητα (περίπου 10°), καθώς και υπερέκταση (περίπου 10° - ανάκυρτο γόνυ), στοιχεία που υποδηλώνουν βαρεία συνδεσμική βλάβη και αστάθεια πολλαπλών κατευθύνσεων της αριστερής κατά γόνυ αρθρώσεως. Η παράδοξη κινητικότητα του αριστερού γόνατος προκαλεί προοδευτική καταστροφή του αρθρικού χόνδρου και αποδιοργάνωση της κατά γόνυ άρθρωσης.

Η ανωτέρω αστάθεια προκαλεί στον ενάγοντα επαναλαμβανόμενα υπεξαρθρήματα και σε συνδυασμό με το ενδαρθρικό κάταγμα των κνημιαίων κονδύλων και παρουσιάζει σήμερα (25 έτη μετά το ατύχημα) κλινικά και εργαστηριακά εικόνα μετατραυματικής αρθρίτιδας του αριστερού γόνατος. Συμπερασματικά, ο, ως άνω, τραυματισμός του ενάγοντος του προκάλεσε αναπηρία και συγκεκριμένα:

α) βαρεία συνδεσμική βλάβη και αστάθεια πολλαπλών κατευθύνσεων της αριστερής κατά γόνυ αρθρώσεως, β) μετατραυματική αρθρίτιδα του αριστερού γόνατος, γ) κάταγμα των κνημιαίων κονδύλων με επέκταση στο άνω τριτημόριο της αριστερής κνήμης, πωρωθέν με ραιβότητα σε γωνίωση περίπου 10°. Η παραπάνω κατάσταση καθιστά ολικά ανίκανο τον ενάγοντα να ασκήσει το επάγγελμα που ασκούσε πριν από το ατύχημα, δηλαδή του οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου ή άλλου οχήματος, όπως σχολικού ή αστικού λεωφορείου, ΔΧΕ (ταξί) κλπ, από 10-2-2003 και μέχρι 10-2-2010 και όχι για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα διότι, όπως αποφαίνεται και ο ιατρός πραγματογνώμονας ...

στην ως άνω έκθεση του, μια τέτοια διαπίστωση (για ανικανότητα πέραν της 10-2-2010) είναι πέραν των διαγνωστικών δυνατοτήτων ενός ιατρού, δεδομένου ότι δεν αποκλείεται βελτίωση της λειτουργικότητας του αριστερού του ποδιού από ενδεχόμενη χειρουργική επέμβαση στην οποία θα αναγκαζόταν να καταφύγει λόγω επιδείνωσης της κατάστασης.

Επομένως, η εκκαλουμένη που δέχθηκε ολική ανικανότητα του ενάγοντος και για το μετέπειτα της 10-2-2010 χρονικό διάστημα και δη μέχρι 16-9-2016, επιδικάζοντας διαφυγόντα κέρδη για το εν λόγω διάστημα, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων κατά το μερικώς βάσιμο σχετικό λόγο της έφεσης του πρώτου εναγομένου και της αντέφεσης των λοιπών εναγομένων".

Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της ανικανότητας για εργασία του αναιρεσείοντος ενάγοντος, για το ένδικο αγωγικό χρονικό διάστημα μετά την 10-2-2010 και μέχρι την 9-2-2023, διατυπώνοντας παράλληλα ενδοιαστική αιτιολογία από την οποία δεν καθίσταται βέβαιο τι δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκε πραγματικά, ώστε το αποδεικτικό πόρισμά του δεν είναι αναμφίβολο.

Ειδικότερα: 1) α) ενώ δέχεται ότι η παραπάνω μετατραυματική κατάσταση του αναιρεσείοντος τον καθιστά ολικά ανίκανο να ασκήσει το επάγγελμα οδηγού οποιουδήποτε επαγγελματικού αυτοκινήτου, β) στη συνέχεια περιορίζει την ανικανότητα αυτή για το ένδικο χρονικό διάστημα μόνο από 12-2-2003 μέχρι 10-2-2010 και μάλιστα ύστερα από 28 χρόνια συνολικά μετά το ένδικο ατύχημα (που δέχεται ότι συνέβη στις 26-8-1982), με την αιτιολογία ότι για το μεταγενέστερο ένδικο χρονικό διάστημα από 10-2-2010 έως 9-2-2023 είναι πέραν των διαγνωστικών δυνατοτήτων του ιατρού πραγμ/να η διαπίστωση περαιτέρω ανικανότητας, δεδομένου ότι δεν αποκλείεται βελτίωση της λειτουργικότητας του αριστερού του ποδιού από ενδεχόμενη χειρουργική επέμβαση, στην οποία θ' αναγκαζόταν να καταφύγει λόγω επιδείνωσης της κατάστασης.

Από τις αιτιολογίες αυτές με τις εκφράσεις "δεν αποκλείεται βελτίωση", "ενδεχόμενη χειρουργική επέμβαση στην οποία θ' αναγκαζόταν να καταφύγει", "είναι πέραν των διαγνωστικών δυνατοτήτων ενός ιατρού", διατυπώνονται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης ενδοιαστικές σκέψεις έτσι ώστε το πόρισμα, στο οποίο καταλήγει το δικαστήριο σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα της ανικανότητας του αναιρεσείοντος για εργασία να μην είναι αναμφίβολο, αλλά εξαρτόμενο από υποθετικά και ενδοιαστικά διατυπούμενες εκδοχές, δηλαδή τη διενέργεια ή όχι χειρουργικής επέμβασης, τη δυνατότητα ή όχι βελτίωσης από την ίδια επέμβαση και τη δυνατότητα ή όχι ενός ιατρού να προβλέψει τη συγκεκριμένη εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του αναιρεσείοντος οι οποίες μάλιστα οδήγησαν μεν σε απόρριψη του αντίστοιχου αγωγικού κεφαλαίου, χωρίς να διευκρινίζεται ενόψει των ίδιων αιτιολογιών, εάν η απόρριψη αυτή αφορούσε το πρόωρο ή το κατ' ουσίαν αβάσιμο των αγωγικών αξιώσεων που απορρίφθηκαν τελικά.

Με τις πιο πάνω παραδοχές του το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. που βάσιμα προβάλλεται με τον πρώτο λόγο του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και τον πρώτο λόγο του δικογράφου προσθέτων λόγων κατά το πρώτο μέρος του, όπως παραδεκτά συμπληρώνονται από τον εισηγητή δικαστή κατ' άρθρον 562 § 4 του Κ.Πολ.Δ.

Μετά τα παραπάνω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιό της μόνο με το οποίο κρίνοντας επί τα εφέσεως του αναιρεσείοντος ενάγοντος και της εφέσεως του πρώτου αναιρεσίβλητου και της αντέφεσης των λοιπών αναιρεσιβλήτων απέρριψε το αγωγικό κεφάλαιο του αναιρεσείοντος για την επιδίκαση αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη (αποδοχές) του χρονικού διαστήματος από 10-2-2010 μέχρι 9-2-2023, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα (άρθ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως εις το διατακτικό.

Β. Επί της από 8-5-2009 αίτησης αναίρεσης του Ψ2 κ.λ.π. και της συνενούμενης στο δικόγραφο της αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση προκειμένου να θεωρηθεί ότι η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα.

Κατά το άρθρο 564 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. η προθεσμία της αναιρέσεως είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα. Κατά δε το άρθρο 495 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. το αναφερόμενο ένδικο μέσο, μεταξύ των οποίων και εκείνο της αναιρέσεως ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στο πρωτότυπο, στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.

Και τέλος κατά το άρθρο 577 παρ.1 και 2 ιδίου Κώδικα, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της ασκήσεως αναιρέσεως είναι υπόθεση του παραδεκτού αυτής, τη συνδρομή δε της προϋποθέσεως αυτής εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως βάσει των αποδεικτικών εγγράφων της δικογραφίας, απορρίπτοντας την αναίρεση εάν ελλείψει η προϋπόθεση αυτή.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 152 παρ.1, 153, 154 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι αν ο διάδικος παραμελήσει τρέχουσα προθεσμία και εκπέσει του δικαιώματος επιχειρήσεως διαδικαστικής πράξεως, μπορεί να ασκήσει την πράξη εκπροθέσμως και να ζητήσει την κήρυξή της ως παραδεκτής, εφόσον η απώλεια της προθεσμίας οφείλεται σε ανώτερη βία ή δόλο του αντιδίκου του.

Η αίτηση περί κηρύξεως της εκπρόθεσμης πράξεως ως παραδεκτής πρέπει να είναι μεταγενέστερη ή σύγχρονη αυτής, να απευθύνεται στο αρμόδιο δικαστικό όργανο και να διαλαμβάνει μεταξύ άλλων, τα αποδεικτικά μέσα προς εξακρίβωση της βασιμότητάς της και την παραληφθείσα πράξη ή μνεία ότι αυτή έχει ήδη ενεργηθεί.

Η αναφορά των εν λόγω στοιχείων στην αίτηση αποτελούν προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής, με συνέπεια να είναι απορριπτέα η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση ως απαράδεκτη, αν δεν αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα προς εξακρίβωση της αλήθειας των λόγων της (ΑΠ 1342/2008 και 162/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, με τη σωρευόμενη στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση ζητείται να κριθεί ως εμπρόθεσμη η αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε στις 11-5-2009 εκπροθέσμως, επειδή "η πληρεξούσια δικηγόρος που ασθενούσε τις πρωϊνές ώρες στις 29-4-2009, αλλά και είχε κατορθώσει λόγω απουσίας των αναιρεσειόντων στην επαρχία να λάβει την εντολή τους για την άσκηση της αναιρέσεως στις 27-4-2009, καίτοι η επίδοση της προσβαλλόμενης στην ίδια ως αντίκλητο έγινε στις 30-3-2009, καθυστέρησε κατά λίγα λεπτά λόγω κυκλοφοριακής συμφόρησης αν εμφανισθεί εγκαίρως στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στης 29-4-2009, που ήταν και η τελευταία ημέρα, που έπρεπε ν' ασκηθεί εμπρόθεσμα η αναίρεση, όταν δε εμφανίσθηκε στις 15.02 μ.μ.

της ίδιας ημέρας η προϊσταμένη του αρμοδίου γραφείου του Εφετείου Αθηνών αρνήθηκε να παραλάβει το δικόγραφο με την αβάσιμη αιτιολογία ότι η κατάθεση του δικογράφου επιτρέπεται μέχρι την 14.50 της ίδιας ημέρας". Η αίτηση αυτή επαναφοράς κρίνεται ως απαράδεκτη, γιατί δεν παραθέτει στο ιστορικό της, όπως ήταν αναγκαίο, τα αποδεικτικά μέσα για την διακρίβωση της ουσιαστικής βασιμότητάς της, και επομένως πρέπει να απορριφθεί και κατ' ακολουθία ν'απορριφθεί ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η ίδια αίτηση αναίρεσης, καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες (Ψ2 κ.λ.π.), που χάνουν τη δίκη, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-5-2009 αίτηση των 1) Ψ2, 2) Ψ3, 3) Ψ4, 4) Ψ5 και 5) Ψ6 για αναίρεση της υπ' αριθ. 5903/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου Χ που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Αναιρεί την αριθ. 5903/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το κεφάλαιο που αφορά την επιδίκαση αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη (αποδοχές) του ενάγοντος Χ του χρονικού διαστήματος από 10.2.2010 μέχρι 9-2-2023.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, ως προς το αναιρούμενο μόνο μέρος της, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους Ψ1, Ψ2, Ψ3, Ψ4, Ψ5 και Ψ6 στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα Χ, που ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ