22/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated22/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, από το άρθρο 71 ΑΚ προκύπτει ότι το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων, που, κατά τα άρθρα 65, 67 και 68 ΑΚ, το αντιπροσωπεύουν και εκφράζουν τη βούλησή του, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έλαβε χώρα κατά την ενάσκηση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και παράγει υποχρέωση προς αποζημίωση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 22 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 22/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χατζόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευανθία Τσίρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-1-2000 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 447/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 264/2003 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 25-4-2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 27-11-2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου, ήδη Αντιπροέδρου Ιωάννη Παπανικολάου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά το άρθρο 904 παρ. 1 και 2 εδ. α' του ΚΠολΔ αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να γίνει μόνο βάσει εκτελεστού τίτλου μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι τελεσίδικες αποφάσεις, καθώς και οι αποφάσεις κάθε ελληνικού δικαστηρίου που κηρύχθηκαν προσωρινά εκτελεστές. Προσωρινή εκτέλεση δεν μπορεί να διαταχθεί κατά οποιουδήποτε διαδίκου για τα δικαστικά έξοδα, για τα οποία η εκτέλεση προϋποθέτει τελεσίδικη απόφαση (ΚΠολΔ 909 περ. 2) Εξ άλλου, από τα άρθρα 74, 75, 513 παρ. 1, β, 517 β και 558 εδ.
β' του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην απλή ομοδικία (υποκειμενική σώρευση αγωγών) ενούνται σε κοινή διαδικασία πλείονες έννομες σχέσεις δίκης, οι οποίες συνδέουν διάφορα υποκείμενα, χωρίς να επηρεάζεται η ανεξάρτητη δικονομική θέση καθενός απ' αυτούς έναντι των λοιπών, η δε εκδιδόμενη οριστική απόφαση ως προς έναν των ομοδίκων περατώνει τη δίκη ως προς αυτόν, καθίσταται δε οριστική αυτοτελώς και συνεπώς είναι κατά το μέρος αυτό προσβλητή με έφεση και πριν εκδοθεί απόφαση οριστική για τους λοιπούς ομοδίκους.
Περαιτέρω, από το άρθρο 71 ΑΚ προκύπτει ότι το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων, που, κατά τα άρθρα 65, 67 και 68 ΑΚ, το αντιπροσωπεύουν και εκφράζουν τη βούλησή του, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έλαβε χώρα κατά την ενάσκηση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και παράγει υποχρέωση προς αποζημίωση.
Στην περίπτωση δε που η πράξη ή η παράλειψη του αρμόδιου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως για τον πράξαντα ή παραλείψαντα, ευθύνεται και αυτός εις ολόκληρον με το νομικό πρόσωπο. Ειδικότερα, στην εταιρεία περιορισμένης ευθύνης ο διαχειριστής της και εκπρόσωπός της δεν έχει μεν προσωπική υποχρέωση για τα χρέη της εταιρείας, ούτε προσωποκρατείται γι' αυτά (ΚΠολΔ 1047 παρ. 3) είναι όμως δυνατή η ατομική ευθύνη του από αδικοπραξία κατά τα άρθρα 914 επ.
ΑΚ. Η αρχή, δηλαδή, της μη ευθύνης των διαχειριστών της ΕΠΕ, δεν ισχύει όταν υπάρχει πταίσμα αυτών στο πλαίσιο αδικοπραξίας βάσει των γενικών αρχών (ΑΚ 914 επ.), οπότε υπάρχει ατομική ευθύνη τους και μόνο τότε μπορεί να προσωπικρατηθούν για την σε βάρος τους απαίτηση από αδικοπραξία κατά την ΚΠολΔ 1047 παρ. 1 περ.
β'. Στην περίπτωση αυτή ο τρίτος ζημιωθείς μπορεί να εναγάγει, παραλλήλως προς το νομικό πρόσωπο, και το υπαίτιο όργανο, υφισταμένης μεταξύ τούτων παθητικής εις ολόκληρον ενοχής (άρθρα 481 και 926 ΑΚ) και σχέσεως απλής ομοδικίας, αφού η κοινή εναγωγή αυτών δεν αποτελεί υποχρέωση αλλά δικαίωμα του τρίτου. Τέλος, κατά τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός ιδρύεται, μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως και όχι ουσιαστικού δικαίου διατάξεως (Ολ ΑΠ 1/1999). Το δικαστήριο, του οποίου η απόφαση προσβάλλεται με την αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να είχε από το νόμο υποχρέωση να κηρύξει την ακυρότητα, το απαράδεκτο ή την έκπτωση και συνεπώς οι ακυρότητες της αναγκαστικής εκτελέσεως μόνον εφόσον θεμελιώνουν λόγους ανακοπής, που προβλήθηκαν με το σχετικό ένδικο βοήθημα, μπορούν να θεμελιώσουν το λόγο.
Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: Ο εκκαλών-ανακόπτων και ήδη αναιρεσείων άσκησε κατά των καθών η ανακοπή-εφεσιβλήτων την από 3-5-1998 αγωγή του, απευθυνόμενη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την οποία, επικαλούμενος αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτών από τις οποίες η δεύτερη και η τρίτη τυγχάνουν νόμιμοι εκπρόσωποι και μέτοχοι της πρώτης εναγόμενης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΑΝΙΒΕΤ ΕΠΕ Εμπορία ζώων-ζωοτροφών και πτηνιατρικών προϊόντων" ζήτησε να υποχρεωθούν αυτές (εναγόμενες), αλληλεγγύως και εις ολόκληρον η καθεμία, να του καταβάλουν, η δεύτερη και τρίτη και με προσωπική τους κράτηση, το χρηματικό ποσό των 87.720.000 δραχμών, προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη και ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που προκλήθηκε σ' αυτόν λόγω της αδικοπρακτικής τους συμπεριφοράς (67.720.000 δρχ.
για διαφυγόντα κέρδη και 20.000.000 δρχ. για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης). Επί της αγωγής αυτής, συζητηθείσης με τους διαδίκους παρόντες, εκδόθηκε η 23579/1999 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως προς την δεύτερη των τότε εναγομένων, στη συνέχεια καθής η ανακοπή-εφεσίβλητη και τώρα αναιρεσίβλητη, διότι δεν μνημονευόταν οποιαδήποτε ατομική συμμετοχή της στις εκτιθέμενες άδικες πράξεις, ήτοι για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης αυτής, και επιβλήθηκε σε βάρος του τότε ενάγοντος και τώρα αναιρεσείοντος (ανακόπτοντος και εκκαλούντος) η δικαστική δαπάνη της εν λόγω δεύτερης εναγομένης, μετέπειτα καθής η ανακοπή-εφεσίβλητης και τώρα αναιρεσίβλητης, η οποία ορίστηκε στο ποσό των 1.600.000 δραχμών.
Επίσης, με την ίδια απόφαση κρίθηκε νόμιμη στο σύνολό της η αγωγή ως προς την πρώτη εναγόμενη και εν μέρει ως προς την τρίτη και τάχθηκαν σε βάρος του ενάγοντος αποδείξεις μόνο κατά το μέρος της αγωγής του που στρεφόταν κατά των πρώτης και τρίτης των εναγομένων και που κρίθηκε νόμιμο. Ακριβές αντίγραφο της ως άνω αποφάσεως επιδόθηκε με επιμέλεια όλων των εναγομένων, επομένως και της τώρα αναιρεσίβλητης, την 4-11-1999 στον ενάγοντα-ανακόπτοντα και τώρα αναιρεσείοντα, προς γνώση και για τις νόμιμες συνέπειες συνταγείσης προς τούτο της υπ' αριθμ. ......
έκθεσης επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ...... . Η ως άνω εκδοθείσα απόφαση, καθόσον αφορά την δεύτερη των τότε εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητη, που τελούσε σε σχέση απλής ομοδικίας με τις λοιπές εναγόμενες ήταν οριστική, εφόσον ως προς αυτήν περατώθηκε η δίκη, υποκείμενη αυτοτελώς σε έφεση και πριν από την έκδοση οριστικής απόφασης ως προς τις υπόλοιπες ομοδίκους.
Συνεπώς, με την επίδοση της άνω απόφασης και με επιμέλεια της τότε εναγομένης και τώρα αναιρεσίβλητης άρχισε να τρέχει η τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκηση έφεσης κατ' αυτής, η οποία και παρήλθε άπρακτη, όπως βεβαιώνεται στο προσκομιζόμενο με επίκληση υπ' αριθμ. ...... πιστοποιητικό του γραμματέως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Ακολούθως, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της τότε εναγομένης και τώρα αναιρεσίβλητης ζήτησε και έλαβε το υπ' αριθμ. ...... πρώτο εκτελεστό απόγραφο της ως άνω απόφασης, κατά το μέρος που αφορούσε την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη της δεύτερης εναγομένης (αναιρεσίβλητης), το οποίο, αφού εκδόθηκε μόνον υπέρ της αναιρεσίβλητης και μόνον όσον αφορά την επιδικασθείσα σ' αυτή δικαστική δαπάνη, επέδωσε στον ανακόπτοντα-ενάγοντα-αναιρεσείοντα με την από 19-1-2000 επιταγή προς πληρωμή, με την οποία επιτάχθηκε αυτός να καταβάλει στην εναγομένη και τώρα αναιρεσίβλητη: 1) δραχμές 1.600.000 για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη του τελεσιδικήσαντος τμήματος της απόφασης και 2) δραχμές 200.000 για απόγραφο α' εκτελεστό, αντίγραφο εξ απογράφου α' εκτελεστού, παροχή συμβουλής, σύνταξη επιταγής, έξοδα και δικαιώματα δικαστικού επιμελητή, δηλαδή συνολικά 1.800.000 δραχμές, νομιμότοκα από την επίδοση της επιταγής προς πληρωμή μέχρι την εξόφληση.
Συνακόλουθα των ανωτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, νομίμως επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του αναιρεσείοντος για την είσπραξη της επιδικασθείσας στην αναιρεσίβλητη δικαστικής δαπάνης, με βάση την υπ' αριθμ. 23579/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία είναι οριστική ως προς αυτήν, αφού απορρίφθηκε ολοκληρωτικά η εναντίον της αγωγή και, συνεπώς, μετά την τελεσιδικία της, αποτελεί τίτλο εκτελεστό ως προς την επιδικασθείσα υπέρ αυτής δικαστική δαπάνη.
Και καταλήγει το Εφετείο με τη σκέψη ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε τους λόγους της ανακοπής με τους οποίους προβάλλεται ακυρότητα της κατά του ανακόπτοντος (αναιρεσείοντος) επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτελέσεως, λόγω μη υπάρξεως τίτλου εκτελεστού, ορθά έκρινε και δεν έσφαλε, γι' αυτό και απορριπτέοι τυγχάνουν οι περί του αντιθέτου λόγοι της εφέσεως του τώρα αναιρεσείοντος ως αβάσιμοι.
Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο, ήτοι τις ανωτέρω σχετικές διατάξεις του ΚΠολΔ, μη κήρυξης της ακυρότητας του ανακοπτόμενου τίτλου, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα στους πρώτο και ενδέκατο λόγους της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 14 της ΚΠολΔ 559, είναι αβάσιμα.
Ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι άφησε αδίκαστο τον σχετικό λόγο έφεσης (και ανακοπής), ότι, εν προκειμένω, η αναιρεσίβλητη, ενήχθη από αυτόν υπό διπλή ιδιότητα, ήτοι ως φυσικός αυτουργός αξιόποινης πράξης και για αδικοπραξία τελεσθείσα υπό την ιδιότητά της, ως διαχειρίστριας και νομίμου εκπροσώπου της συνεναχθείσης ΕΠΕ και άρα ως ευθυνομένης από δύο αδικοπραξίες, ζητήθηκε δε και η προσωπική της κράτηση και ως εκ τούτου η απόφαση που αποτέλεσε τον τίτλο εκτέλεσης είναι μη οριστική και ως προς αυτήν λόγω αναγκαστικής ομοδικίας μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της εταιρείας που εκπροσωπούσε αυτή (πάντοτε κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος).
Ο λόγος αυτός, από τον αριθμό 8 (όχι και 9) του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, αφού, όπως σαφώς προκύπτει από τις άνω παραδοχές του Εφετείου, το δικαστήριο εκείνο έλαβε υπόψη του τον λόγο αυτόν έφεσης (με τον οποίο επαναφέρθηκε προς κρίση λόγος ανακοπής) και τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο. Οι τρίτος και τέταρτος λόγοι του αναιρετηρίου είναι απαράδεκτοι γιατί ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση πλημμελειών της αναιρεσιβαλλομένης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στην πραγματικότητα πλήττει την απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εν προκειμένω αποτελεί τον εκτελεστό τίτλο (23579/1999), γιατί, κατά τον αναιρεσείοντα, δεν έλαβε υπόψη τα εκτιθέμενα στους δύο αυτούς λόγους αποδεικτικά μέσα, από τα οποία, αν τα λάμβανε υπόψη, θα δεχόταν (το πρωτοδικείο), πως αποδεικνύεται ότι η αναιρεσίβλητη ενήχθη από αυτόν, με την άνω αγωγή του, και ως νόμιμη εκπρόσωπος της συνεναχθείσης πρώτης εναγομένης ΕΠΕ, αφού το κρίσιμο αυτό περιστατικό αποτελούσε αντικείμενο της πρωτόδικης δίκης εκείνης (και μάλιστα, κατά την αναιρεσιβαλλομένη, η υπ' αριθμ. 23579/1999 ως άνω απόφαση δέχθηκε την ιδιότητα αυτή της ανιαρεσίβλητης) και όχι την δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη.
Οι πέμπτος, έκτος και ένατος λόγοι, από τον αριθμό 19 της ΚΠολΔ 559 (ο ένατος όχι και από τον αριθμό 1), είναι αβάσιμοι, αφού από τις παρατιθέμενες παραδοχές του Εφετείου σαφώς προκύπτει πως η αναιρεσιβαλλομένη δέχεται με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ότι ο ανακοπτόμενος εκτελεστός τίτλος είναι πράγματι εκτελεστός, αφού πρόκειται για απόφαση πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οριστική όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ των παρόντων διαδίκων, χωρίς να υφίσταται αναγκαστική, αλλ' απλή ομοδικία μεταξύ των εναγομένων, που επιδόθηκε νόμιμα στον αναιρεσείοντα και κατέστη τελεσίδικη ως προς τη διάταξή της περί δικαστικής δαπάνης λόγω παρόδου άπρακτης της τριακονθήμερης προθεσμίας άσκησης έφεσης κατ' αυτής.
Και δεν υπέπεσε το Εφετείο στην πλημμέλεια του αριθμού 8 της ΚΠολΔ 559 με το να λάβει υπόψη του το άνω περιστατικό της τελεσιδικίας της ανωτέρω απόφασης του Πρωτοδικείου, στις μεταξύ των διαδίκων της παρούσης αναιρετικής δίκης, σχέσεις, χωρίς τούτο να έχει προταθεί από την αναιρεσίβλητη, αφού από τις προτάσεις της τελευταίας και στους δύο βαθμούς προκύπτει ότι αυτή πρόβαλε, τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ' έφεση, την τελεσιδικία αυτή, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα στον έβδομο λόγο είναι αβάσιμα.
Ούτε υπέπεσε το Εφετείο στην πλημμέλεια από τον αριθμό 11 της ΚΠολΔ 559 με το να λάβει αποδεικτικώς υπόψη τα άνω κρίσιμα έγγραφα, ήτοι την ...... έκθεση επίδοσης και το ...... πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, χωρίς να έχει επικαλεσθεί νόμιμα τα δύο αυτά έγγραφα ενώπιον του Εφετείου η αναιρεσίβλητη, όπως αβάσιμα προβάλλει ο αναιρεσείων με τον όγδοο αναιρετικό λόγο, αφού, όπως προκύπτει από τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου, η τελευταία επικαλέστηκε νόμιμα και παραδεκτά τα δύο αυτά έγγραφα στην έκκλητη δίκη.
ΙΙ.- Το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του και τα εξής: Με τον τελευταίο λόγο της ανακοπής του ισχυρίζεται ο ανακόπτων ότι η επισπευδόμενη σε βάρος του εκτέλεση αντιβαίνει στις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, διότι δι' αυτής επιδιώκεται ανεπιτρέπτως η είσπραξη μη οφειλόμενης δικαστικής δαπάνης ποσού 1.600.000 δραχμών, πλέον του κονδυλίου των 200.000 δραχμών.
Τα ως άνω όμως εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, από μόνα τους, χωρίς την επίκληση και άλλων, δεν καθιστούν καταχρηστική την εκτέλεση με την οποία η καθής η ανακοπή επιδιώκει την ικανοποίηση της απαιτήσεώς της, η οποία, ανεξαρτήτως των ανωτέρω, και υπαρκτή είναι και επιδιώκεται η είσπραξή της βάσει εκτελεστού τίτλου.
Επομένως, ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος και ορθά απορρίφθηκε για την αιτία αυτή με την εκκαλούμενη απόφαση, γι' αυτό και απορριπτέος ως αβάσιμος τυγχάνει ο περί του αντιθέτου λόγος της έφεσης. Ο αναιρεσείων με τον δέκατο λόγο, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ όπως εκτιμάται (όχι και από τους αριθμούς 1 και 19 της ίδιας διάταξης), αιτιάται την αναιρεσιβαλλομένη, διότι, κατ' αυτόν, κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της από την ΑΚ 281 ένστασής του κατά της επισπευδόμενης σε βάρος του αναγκαστικής εκτέλεσης, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του κρίσιμα περιστατικά, περιεχόμενα στον αντίστοιχο λόγο της ανακοπής του, ότι, δηλαδή, ανεπιτρέπτως και εν γνώσει της αναιρεσίβλητης επιτάσσεται από την τελευταία, με την ανακοπτόμενη επιταγή προς πληρωμή, να της καταβάλει τα άνω ποσά των δρχ. 1.600.000 και 200.000 που είναι ανύπαρκτα και υπερδιογκωμένα, ενώ, κατά τον αναιρεσείοντα πάντοτε, αν το Εφετείο λάμβανε υπόψη του και τα περιστατικά αυτά θα έπρεπε να κρίνει νόμιμη την ένστασή του αυτή.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, όπως συνάγεται από τις άνω παραδοχές του Εφετείου, το δικαστήριο εκείνο έλαβε υπόψη του, για να εκτιμήσει το νόμω βάσιμο της εν λόγω ένστασης του ανακόπτοντος, όλον τον ισχυρισμό του αυτόν (συνοψιζόμενα όλα τα περιστατικά του στη λέξη "ανεπιτρέπτως" που δέχθηκε το Εφετείο) και τον απέρριψε ως νόμω αβάσιμο. (Ανεξάρτητα από το ότι η αναιρεσιβαλλομένη έχει και επάλληλη, εν προκειμένω, αιτιολογία αφού κρίνει την ένσταση αυτή σε κάθε περίπτωση και ως ουσιαστικά αβάσιμη και δεν πλήττεται η παραδοχή αυτή του Εφετείου, που αυτοτελώς στηρίζει το σχετικό διατακτικό του, με αναιρετικό λόγο).
Τέλος, με τον δωδέκατο λόγο, από τον αριθμό 9 (όχι και 8 ή και 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι άφησε αδίκαστο το αίτημά του, υποβληθέν με τον 12ο λόγο του εφετηρίου του, να διατάξει νέα επίδοση της υπ' αριθμ. 23579/1999 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης προς αυτόν από μέρους μόνον της αναιρεσίβλητης.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού το άνω αίτημα, στερούμενο νομίμου ερείσματος, δεν δημιουργούσε υποχρέωση αντίστοιχης απαντήσεως από το Εφετείο. Κατόπιν τούτων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-4-2005 αίτηση του Χ για αναίρεση της 264/2003 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα την δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ