22/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated22/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ,ως αόριστος, διότι δεν περιέχει τις σχετικές με το ως άνω ζήτημα παραδοχές του Εφετείου επί των αποδεικνυομένων ή μη πραγματικών γεγονότων.
Full text
Απόφαση 22 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 22/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γεωργανά.
Των αναιρεσίβλητων: 1. ........., και 2. .......... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κώστα Καρογιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-11-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1550/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 4086/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-7-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 10-10-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 559 αριθ.1α' και 566 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο από τη δεύτερη από αυτές ( 559 αριθ.1 α') προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει, εκτός των άλλων, να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εφόσον το δικαστήριο εξήτασε την ουσία της υπόθεσης, με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης με τις οποίες εκείνο υπέπεσε, κατά τον αναιρεσείοντα, στην πλημμέλεια που συγκροτεί το λόγο αυτό αναιρέσεως, διότι διαφορετικά είναι απολύτως ανέφικτος ο ζητούμενος αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, που απέρριψε την ένδικη περί διεκδικήσεως αγωγή της ως προς το καταψηφιστικό αίτημα αυτής για απόδοση του επιδίκου ακινήτου της, κατά παραδοχή της ενστάσεως δικαιώματος κατοχής του επιδίκου που πρόβαλε ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος και για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη εναγόμενη, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974 και 1095 του ΑΚ, τις οποίες, κατ' αυτήν, εφάρμοσε εσφαλμένα.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ,ως αόριστος, διότι δεν περιέχει τις σχετικές με το ως άνω ζήτημα παραδοχές του Εφετείου επί των αποδεικνυομένων ή μη πραγματικών γεγονότων.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ.α' ΚΠολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ,ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά , τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. [Α.Π.
Ολ. 469/1984, Ολ. Α.Π.25/2003 και 3/1997]. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.8 εδ.α' Κ.Π.ολ.Δ. πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν νόμιμα και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δέχθηκε σε σχέση με την από το άρθρο 1095 ΑΚ ένσταση του πρώτου αναιρεσιβλήτου περί δικαιώματός του κατοχής του επιδίκου, ότι "Ο πρώτος εναγόμενος από τις αρχές του έτους 1998 συνέχισε και ολοκλήρωσε την κατασκευή του επιδίκου διαμερίσματος και κατοικεί έκτοτε σ' αυτό με την οικογένειά του με βάση τη γενόμενη περί τα τέλη 1997 συμφωνία, με την οποία οι διάδικοι συμφώνησαν προφορικά να παραμείνει ο εναγόμενος με την οικογένειά του στην κατοχή του επιδίκου εωσότου η ενάγουσα του αποδώσει τις δαπάνες, στις οποίες είχε υποβληθεί για την ολοκλήρωση της κατασκευής αυτού, το ακριβές ύψος των οποίων, που ήταν σημαντικό, αν δεν επιτυγχανόταν μεταξύ τους συμφωνία γι' αυτό, θα καθοριζόταν δικαστικά και μάλιστα χωρίς την καταβολή από μέρους του εναγομένου αποζημίωσης χρήσης, με σκοπό το εύλογο ποσό στο οποίο θα προσδιορισθεί το ύψος αυτής για το διάστημα μέχρι την απόδοση των εκατέρωθεν δαπανών και του επιδίκου, να συμψηφισθεί με εκείνο των αποδοτέων δαπανών", ενώ ο πρώτος αναιρεσίβλητος, με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, είχε προβάλει για τη θεμελίωση της ανωτέρω ένστασής του τον ισχυρισμό ότι "κατά τη γενόμενη μεταξύ τους περί τα τέλη του έτους 1997 συμφωνία θα παρέμενε στην κατοχή του επιδίκου διαμερίσματος μέχρις ότου η αναιρεσείουσα ενάγουσα του αποδώσει το ποσό των 50.000 ευρώ για τις δαπάνες που είχε κάνει προς ολοκλήρωση της κατασκευής του διαμερίσματος", και όχι το ποσό των δαπανών που θα καθοριζόταν δικαστικά, αν δεν επιτυγχανόταν ως προς αυτό μεταξύ τους συμφωνία.
Το περιστατικό, όμως, αυτό, ότι δηλαδή κατά τη γενόμενη μεταξύ των διαδίκων, περί τα τέλη του έτους 1997, συμφωνία ο καθορισμός του ύψους των αποδοτέων από την αναιρεσείουσα στον αναιρεσίβλητο δαπανών, σε περίπτωση μη επίτευξης γι' αυτό συμφωνίας, θα γινόταν δικαστικά, αποτελεί περιστατικό που προέκυψε από τις αποδείξεις, διευκρινιστικό της ρηθείσης ενστάσεως του πρώτου αναιρεσιβλήτου ,την οποία αυτός είχε προτείνει πρωτοδίκως και νομίμως επανέφερε με λόγο της έφεσής του στο Εφετείο.
Συνεπώς το περιστατικό αυτό δεν αποτελεί ουσιώδες για την έκβαση της δίκης πράγμα και γι' αυτό ο υπό εξέταση λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 εδ.β' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν.
Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ.1 στοιχ.β', 346 και 453 του ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν α) ποιές είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε, β) ο ισχυρισμός, για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης και γ) ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός αυτός.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν και ειδικότερα την υπ' αριθμ. 4667/2003 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, την οποία δεν επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν στο Εφετείο οι αναιρεσίβλητοι κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται σ' αυτόν ο ισχυρισμός, για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη την παραπάνω ένορκη βεβαίωση και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-7-2005 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4086/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ