Supreme Court dismisses appeal on debt restructuring law interpretation and procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court of Chalkidiki regarding debt restructuring. The appellants argued the lower court misapplied the Agricultural Debt Restructuring Law, but the court found the debtors had voluntarily chosen a different administrative regulation. Consequently, the appeal was rejected as legally unfounded, and the appellants were ordered to pay court costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews procedural compliance when an opponent is absent, and substantive law regarding the choice of debt restructuring regimes by the debtor determines the applicable legal framework.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 229 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 229/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. χήρας Γ. Α., το γένος Ι. Α., κατοίκου ..., 2) Κ. Α. του Ι., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευανθία Στεφανέα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και εν προκειμένω και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ Χαλκίδας, αυτοτελώς και με την ιδιότητα του εξ αδιαθέτου κληρονόμου έκτης τάξης του αποβιώσαντος αρχικά ανακόπτοντος Λ. Α. του Β., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Εμμανουήλ Μουστάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στους ... Ευβοίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 3) Μ. Γ., 4) Μ. Γ., 5) Π. Γ., κατοίκων Αθηνών, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιωσάσης, αρχικά ανακόπτουσας Α. Γ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/5/2011 ανακοπή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 164/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 91/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/1/2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, εάν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως απολείπεται ο αντίδικος του επιμεληθέντος τη συζήτηση διαδίκου, ο Άρειος Πάγος εξετάζει εάν ο εν λόγω διάδικος έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, οπότε, εάν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση, προβαίνει στη συζήτηση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Στην προκείμενη υπόθεση από την υπ' αριθμ. 11184/5-11-2021 έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Ευβοίας, με έδρα το Πρωτοδικείο Χαλκίδας, Π. Α. αλλά και από τις υπ' αριθμ. 11936, 11938, 11937/4-11-2021 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών Σ. Τ., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινομένης από 24-1-2020 αιτήσεως αναιρέσεως, μετά της σχετικής πράξεως ορισμού δικασίμου για την εκδίκασή της αλλά και κλήσεως της δευτέρας, του τρίτου, της τετάρτης και της πέμπτης των αναιρεσιβλήτων αντιστοίχως, να παρασταθούν κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης αποφάσεως δικάσιμο (10-1-2022), επιδόθηκε επιμελεία των αναιρεσειόντων νομίμως και εμπροθέσμως στους προαναφερθέντες αναιρεσιβλήτους (άρθρα 122 § 1, 123 παρ. 1, 124, 126 § 1α', γ', 127, 128, 129 και 498 § 2 ΚΠολΔ), που όμως δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν νομίμως από δικηγόρο κατά την δικάσιμο αυτή, κατά την οποίαν εκφωνήθηκε η κρινομένη υπόθεση με την σειρά που είχε αναγραφεί στο πινάκιο και συνεπώς, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Με την κρινόμενη από 24-1-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ. 91/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, με την οποίαν έγινε τυπικώς δεκτή και κατ' ουσίαν η από 8-7-2016 έφεση του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, με την οποίαν, το εν λόγω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού εξαφάνισε την εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 164/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, ακολούθως δίκασε κατ' ουσίαν και απέρριψε την από 27-5-2011 ασκηθείσα ανακοπή κατά της υπ' αριθμ. ...
ταμειακής βεβαίωσης και του αντίστοιχου χρηματικού καταλόγου της ΔΟΥ Χαλκίδας.
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3Β, 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την επιτρεπτή κατ' άρθρον 561 § 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η διαδικαστική πορεία της κρινομένης υποθέσεως ήταν η εξής:
Με την από 27-5-2011 (αριθμός καταθέσεως: 330/2011) ανακοπή, η πρώτη των αναιρεσιβλήτων Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "...", ο δεύτερος των αναιρεσειόντων Κ. Α., η πρώτη αναιρεσείουσα Α. χήρα Γ. Α., η Α. Γ., το γένος Ι. και Π. Γ., η οποία στην συνέχεια απεβίωσε και ακολούθως υπεισήλθαν στην δίκη και συνέχισαν αυτήν ως μοναδικοί κληρονόμοι της ο τρίτος, η τετάρτη και η πέμπτη των αναιρεσιβλήτων (Μ.
Γ.ς, Μ. Γ. και Π. Γ. αντιστοίχως), όπως και ο Λ. Α. του Β., ζήτησαν για τους λόγους τους οποίους ειδικότερα αναφέρονταν στην ανακοπή τους, να ακυρωθεί η υπ' αριθμ. ... ταμειακή βεβαίωση και ο αντίστοιχος χρηματικός κατάλογος της ΔΟΥ Χαλκίδας, με την οποία είχε επισπευσθεί εις βάρος τους διοικητική εκτέλεση από την ανωτέρω ΔΟΥ Χαλκίδας, για οφειλή τους προς το καθ' ού η ανακοπή και ήδη πρώτο των αναιρεσιβλήτων "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ", ποσού 57.636,41 ευρώ, προερχόμενη από την κατάπτωση εγγυήσεων προς εξασφάλιση δανειακών συμβάσεων, που αυτοί είχαν συνάψει με την "...
ΑΕ" και βάσει της ως άνω προσβαλλόμενης ταμειακής βεβαίωσης υποχρεώθηκαν (όλοι οι προαναφερθέντες ανακόπτοντες) να καταβάλουν στο καθ' ού η ανακοπή, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας από αυτούς, το ως άνω χρηματικό ποσόν των 57.636,41 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων. Μετά την συζήτηση της παραπάνω ανακοπής εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία η υπ' αριθμ. 164/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με την οποίαν, αφού απορρίφθηκε η ανακοπή κατά το μέρος που αφορούσε την ακύρωση των χρηματικών καταλόγων, έγινε δεκτή κατά τα λοιπά (η ανακοπή) και ακυρώθηκε η ως άνω υπ' αριθμ. ...
ταμειακή βεβαίωση της ΔΟΥ Χαλκίδας κατά το μέρος που αφορά τους ανακόπτοντες. Κατά της προαναφερθείσης πρωτοδίκου αποφάσεως το καθ' ού η ανακοπή και ήδη πρώτο των αναιρεσιβλήτων "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ", άσκησε την από 8-7-2016 έφεση, μετά την συζήτηση της οποίας εκδόθηκε η ως άνω προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 91/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, με την οποίαν, όπως ήδη αναφέρθηκε, αφού έγινε τυπικώς και κατ' ουσίαν δεκτή η ασκηθείσα έφεση, εξαφανίσθηκε η παραπάνω υπ' αριθμ. 164/2014 πρωτοβάθμια απόφαση και ακολούθως δικάσθηκε και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η ως άνω από 27-5-2011 ασκηθείσα ανακοπή.
Στην δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 ΚΕΔΕ (ΝΔ 356/1974), σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, η οποία μπορεί να ασκείται και κατά του νόμιμου τίτλου, ο ανακόπτων επέχει κατ' αρχήν θέση εναγομένου και το καθ' ού η ανακοπή "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ" θέση ενάγοντος και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, των οποίων το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 ΚΕΔΕ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν. 4224/2013, νόμιμο τίτλο αποτελούν, α) η βεβαίωση κατά το νόμο και ο προσδιορισμός από τις αρμόδιες διοικητικές ή άλλες αρχές του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία αυτό οφείλεται, δηλαδή η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού σε βάρος διοικουμένου με δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, β) τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα που αποδεικνύουν οφειλή και γ) τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα από τα οποία μπορεί να πιθανολογηθεί η ύπαρξη και το ποσό οφειλής.
Σε κάθε περίπτωση πρέπει από τον τίτλο, δηλαδή από το σύνολο των εγγράφων που τον συγκροτούν, να προκύπτει βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση, το είδος αυτής και η ακριβής αιτία της αντίστοιχης οφειλής, δηλαδή ανάλυση της κίνησης του λογαριασμού της, ώστε, αν αμφισβητηθεί, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος, αφού με βάση το νόμιμο τίτλο είναι δυνατόν να επισπευστεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφή την αιτία του χρέους.
Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Δημόσιο, η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας, αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής, προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση και στην θέση του οποίου αυτό υποκαταστάθηκε, λόγω μη εξόφλησης του δανείου από τον οφειλέτη.
Από την βεβαίωση, ως νόμιμο τίτλο είσπραξης (βεβαίωση υπό ευρεία έννοια), διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαίτησης του Δημοσίου, δηλαδή συνιστά τίτλο εκτέλεσης. Στον ΚΕΔΕ δεν προβλέπεται κοινοποίηση της ταμειακής βεβαίωσης στον οφειλέτη, ούτε επιβάλλεται να συνοδεύεται από τα έγγραφα που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο ή να παρατίθενται αναλυτικά σ' αυτή τα μερικότερα ποσά της οφειλής ή η αιτιολογία τους, αλλά αρκεί με βάση τα έγγραφα του νόμιμου τίτλου, τα οποία το Δημόσιο υποχρεούται να προσκομίσει προς απόδειξη της απαίτησης του, να παρέχεται στον οφειλέτη η δυνατότητα αμφισβήτησης της οφειλής του στην σχετική δίκη και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου της βασιμότητάς της (ΑΠ 273/2016).
Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην μεταξύ τους υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα (ΑΠ 821/2021, ΑΠ 1247/2015, 434/2015, 1898/2014). Εξάλλου σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 2/478/0025/4.1.2006 απόφαση Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ 16/13.1.2006/ τεύχος Β'), για την βεβαίωση οφειλών δανείων εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, αποστέλλεται από τα πιστωτικά ιδρύματα στην 25η Διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, εις διπλούν, ο πλήρης φάκελος με τα παρακάτω δικαιολογητικά, η δε 25η Διεύθυνση, μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, διενεργεί έλεγχο των δικαιολογητικών και στην συνέχεια αποστέλλει έναν πλήρη φάκελο με τον οικείο χρηματικό κατάλογο και τις τριπλότυπες περιληπτικές καταστάσεις βεβαίωσης στην αρμόδια ΔΟΥ, η οποία προβαίνει εντός προθεσμίας ενός μηνός στην εν στενή εννοία βεβαίωση υπέρ του Δημοσίου του ποσού αυτού για το οποίο έχει εγγυηθεί το Ελληνικό Δημόσιο, στο λογαριασμό "Κεφάλαιο Ασφαλίσεως Χρηματοδοτήσεων εκ Κεφαλαίων ή εγγυήσει του Ελληνικού Δημοσίου" και σε βάρος των υπόχρεων φυσικών ή νομικών προσώπων και αποστέλλει άμεσα στην 25η Δ/νση το αντίγραφο της περιληπτικής κατάστασης βεβαίωσης.
Η 25η Διεύθυνση ακολούθως προβαίνει στην πληρωμή της βεβαιωμένης εγγυημένης οφειλής, μέσω του Ειδικού Λογαριασμού "Κεφάλαιον Ασφαλίσεως Χρηματοδοτήσεων εκ Κεφαλαίων ή Εγγυήσει του Ελληνικού Δημοσίου". Για την διενέργεια του απαιτούμενου ελέγχου, όσο και για την διασφάλιση των δικαιωμάτων του Δημοσίου κατά την είσπραξη των απαιτήσεων, ο φάκελος που αποστέλλει το πιστωτικό ίδρυμα θα πρέπει απαραίτητα να περιέχει, μεταξύ άλλων:
Αναλυτικές καταστάσεις οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, αντίγραφα όλων των δανειακών συμβάσεων, των συμβάσεων πίστωσης με Ανοικτό Αλληλόχρεο λογαριασμό και των παρεπομένων αυτών συμβάσεων, αντίγραφα όλων των τυχόν συμβάσεων ρύθμισης που υπεγράφησαν, ανάλυση της κίνησης των λογαριασμών που τηρήθηκαν για κάθε σύμβαση χωριστά, από την υπογραφή της μέχρι την ημερομηνία αποστολής των δικαιολογητικών.
Από την ανάλυση αυτή, θα πρέπει οπωσδήποτε να προκύπτουν με σαφήνεια: α) Τα ποσά που χορηγήθηκαν. β) Οι τόκοι που χρεώθηκαν, ενήμεροι και υπερημερίας. γ) Τα επιτόκια που εφαρμόσθηκαν εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων, ανά χρονική περίοδο που αυτά ίσχυσαν και τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τον εκτοκισμό της εγγυημένης οφειλής.
δ) Τα έξοδα με τα οποία χρεώθηκαν και η αιτιολογία τους. ε) Οι καταβολές που πραγματοποιήθηκαν εκ μέρους των ενεχομένων έναντι της οφειλής, με αναφορά στις ημερομηνίες που αυτές διενεργήθηκαν και στον τρόπο που τις κατένειμε η τράπεζα έναντι των εξόδων, των τόκων, συμβατικών και υπερημερίας, και των δόσεων ενήμερων και ληξιπροθέσμων (ΟλΑΠ 5/2020, ΑΠ 819/2021, ΑΠ 340/2017, 341/2017, 342/2017, 273/2016).
Περαιτέρω, αν ούτε η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής ούτε η ατομική ειδοποίηση, που εκδίδει κατά το άρθρο 4 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε. η αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιείται επίσης στον οφειλέτη, δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στην ως άνω διάταξη στοιχεία, προκειμένου ο οφειλέτης να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης και γενικά να κατατοπίζεται επαρκώς για την οφειλή του, τότε η έλλειψη αυτή μπορεί να οδηγήσει, κατόπιν ασκήσεως ανακοπής κατά το άρθρο 73 παρ. 1 ΚΕΔΕ, στην ακύρωση αυτών, αλλά μόνον με τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων του άρθρου 75 ΚΕΔΕ σχετικά με το στοιχείο της βλάβης του οφειλέτη του Δημοσίου, δηλαδή, αν και εφόσον η έλλειψη αυτή επέφερε στον οφειλέτη αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης πράξεως, ιδίως ενόψει της υπάρξεως περισσοτέρων χρεών με διαφορετικές το καθένα συνέπειες για τον οφειλέτη.
Βλάβη με την ανωτέρω έννοια ωστόσο δεν υφίσταται ο οφειλέτης τόσο στην περίπτωση που η επίδοση της ταμειακής βεβαιώσεως και της ατομικής ειδοποιήσεως συνοδεύεται από τα αναγκαία έγγραφα (δημόσια ή ιδιωτικά), που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή, όσο και στην περίπτωση που γνωστοποιούνται αυτά στον οφειλέτη με οποιονδήποτε τρόπο, με ή χωρίς αίτησή του, αλλά πάντως πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής κατά της εκτελέσεως, έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβάλλει αυτός με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους ισχυρισμούς του κατά της οφειλής και για τον λόγο αυτό δεν αρκεί να προσκομίσει το Δημόσιο τα έγγραφα του νόμιμου τίτλου προς απόδειξη της απαιτήσεώς του κατά την συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο (ΟλΑΠ 5/2020, ΑΠ 821/2021, ΑΠ 1177/2017, 2051/2017).
Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 10/2011, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1050/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αίτηση αναιρέσεως μέρος, τα ακόλουθα: "Η ανακόπτουσα ΕΠΕ με την επωνυμία "..." που εδρεύει στους ... Ευβοίας, στο πλαίσιο άσκησης αγροτικής δραστηριότητας είχε λάβει σειρά μεσοπρόθεσμων και βραχυπρόθεσμων δανείων από την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος A.Ε." στα οποία συμβλήθηκαν ως συνοφειλέτες οι λοιποί ανακόπτοντες φυσικά πρόσωπα, η δε Τράπεζα ως δανείστρια, με εγγυητή το καθού η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο.
Δυνάμει της υπ' αριθμ. ... πρόσθετης πράξης ρύθμισης οφειλών, που καταρτίστηκε στη Χαλκίδα μεταξύ των ίδιων ως άνω συμβαλλομένων, οι δε ανακόπτοντες συμβλήθηκαν η μεν πρώτη ως οφειλέτρια, οι δε λοιποί ως συνοφειλέτες, το ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο των αναφερομένων στην πράξη αυτή συμβάσεων δανείου ρύθμισης οφειλών, ανήλθε μετά από τις αναφερόμενες στη σύμβαση διαγραφές οφειλών σε εφαρμογή της υπ' αριθμ. 4216/Β/269/7-2-2001 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, στο ποσό των 166.825 ευρώ, οι δε ανακόπτοντες δυνάμει της ανωτέρω σύμβασης που κατά τα συμφωνηθέντα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των αναφερομένων σε αυτή δανειακών συμβάσεων, προέβησαν σε ρύθμιση αποπληρωμής του ποσού των δανείων συνάπτοντας πλέον νέα σύμβαση δανείου που διέπεται από τους όρους που διαλαμβάνονται στην ανωτέρω πράξη καταβαλλόμενο τμηματικά σε ετήσιες τοκοχρεωλυτικές δόσεις με συμφωνηθέν επιτόκιο υπερημερίας, πλέον εισφοράς Ν. 128/75, σύμφωνα με τους όρους που ειδικότερα διαλαμβάνονται στην ανωτέρω πρόσθετη πράξη ρύθμισης οφειλών και τους όρους των δανειακών συμβάσεων που υποβλήθηκαν στη ρύθμιση.
Λόγω μη εξόφλησης των δανείων από τους ανακόπτοντες, το Ελληνικό Δημόσιο, λόγω κατάπτωσης της εγγυήσεως, κατέβαλε το οφειλόμενο ποσό στη δανείστρια Τράπεζα και στη συνέχεια, ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. Χαλκίδας, με βάση τις καταστάσεις βεβαίωσης ληξιπρόθεσμων οφειλών που συντάχθηκαν από τον αρμόδιο υπάλληλο της δανείστριας Τράπεζας, βεβαίωσε ταμειακά τις απαιτήσεις του καθού η ανακοπή εις βάρος των ανακοπτόντων.
Συγκεκριμένα, απεστάλησαν στη Δ.Ο.Υ. Χαλκίδας, μέσω του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, η από 22-2-2011 τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση οφειλών, με συνημμένο τον οικείο χρηματικό κατάλογο, τα οποία διαβιβάστηκαν με τη με αριθμ. πρωτ. 2/87812/0025/22-3-2011 βεβαίωση οφειλών, επί τη βάσει των οποίων η ως άνω Δ.Ο.Υ. εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. ...
ταμειακή βεβαίωση, συνολικού ποσού 449.359,58 ευρώ, στην οποία αναφέρονται απαιτήσεις του Δημοσίου κατά συνολικά δεκατεσσάρων (14) οφειλετών του, μεταξύ των οποίων και των ανακοπτόντων ποσού 57.636,41 ευρώ. Τα βεβαιωθέντα ποσά κλήθηκαν οι ανακόπτοντες-εφεσίβλητοι να καταβάλουν στον Δημόσιο με τις υπ' αριθμ. ... ατομικές ειδοποιήσεις.
Στην προαναφερόμενη ανακοπτόμενη ταμειακή βεβαίωση αναφέρονται το συνολικό ποσό της οφειλής κατά κεφάλαιο, ήτοι "31.188,68" και "26.447,73" αντίστοιχα, καθώς και προσαυξήσεις, ήτοι "311,89" και "264,48" αντίστοιχα και ως αιτία οφειλής (είδος χρέους) αναγράφεται ο κωδικός "...". Στους χρηματικούς καταλόγους οφειλών από δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, του Προϊσταμένου της ως άνω Δ.Ο.Υ., που προσκομίζει το καθού, αναγράφονται στις γραμμές, που αφορούν τους ανακόπτοντες με α.α. 5 και 6 στην ένδειξη συνολικό ποσό "31.188,68" και "26.447,73", ως είδος οφειλής αναγράφεται "ΔΑΝΕΙΑ ...ΥΗΣΗ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ" αντίστοιχα.
Στις ως άνω ατομικές ειδοποιήσεις χρεών του Προϊστάμενου της ανωτέρω Δ.Ο.Υ. αναγράφεται στην ποσό βεβαίωσης "31.188,68" και "26.447,73", και γενικό σύνολο οφειλής αναγράφεται το ποσό των "57.636,41" ευρώ. Στον παραπάνω όμως νόμιμο τίτλο (ανακοπτόμενη ταμειακή βεβαίωση), αλλά και στους χρηματικούς καταλόγους (πράξη καταλογισμού της οφειλής) και στην ατομική ειδοποίηση, δεν προσδιορίζονται και δεν εξειδικεύονται οι συναφθείσες συμβάσεις δανείου και ρυθμίσεις οφειλών, από τις οποίες προέρχονται οι ένδικες απαιτήσεις και από ποια ειδικότερη σύμβαση δανείου ή ρύθμιση οφειλών προκύπτει το εκάστοτε βεβαιούμενο χρέος, δεν αναφέρεται αναλυτικά η κίνηση των τηρηθέντων λογαριασμών των δανείων ή των συμβάσεων ρύθμισης, ούτε προκύπτει το χρονικό σημείο ενάρξεως της τοκοδοσίας και δεν γίνεται διαχωρισμός κεφαλαίου και τόκων, ούτε συνακόλουθα αναλυτικός προσδιορισμός των αιτουμένων τόκων, αν δηλαδή πρόκειται για συμβατικούς τόκους, νόμιμους τόκους, τόκους υπερημερίας, επί ποιών ποσών, με ποιο ποσοστό (επιτοκίου), εάν περιέχουν τυχόν ανατοκισμό τόκων προσαυξήσεων ή τυχόν άλλων εξόδων και για ποια χρονικά διαστήματα υπολογίσθηκαν και αντιστοιχούν τα ποσά αυτά.
Άλλα έγγραφα δημόσια ή ιδιωτικά, δεν προέκυψε από κανένα στοιχείο, ότι συνοδεύουν την προσβαλλόμενη πράξη, στην οποία δεν γίνεται καμία αναφορά σε άλλο έγγραφο. Σημειωτέον, ότι στην ατομική ειδοποίηση προς τους ανακόπτοντες επιχειρείται να δοθεί εξήγηση περί του λόγου αποστολής της ειδοποίησης ως ακολούθως: "Επειδή μέχρι σήμερα δεν έχετε ανταποκριθεί στις σχετικές προσκλήσεις μας για τακτοποίηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών σας στο Δημόσιο, είμαστε υποχρεωμένοι να προχωρήσουμε στη λήψη εις βάρος σας μέτρων, όπως προβλέπεται από τον νόμο.
Θεωρήσαμε όμως σκόπιμο πριν από κάθε ενέργεια μας προς αυτή την κατεύθυνση να σας καλέσουμε και πάλι για την τακτοποίηση των παρακάτω οφειλών σας....". Ουδεμία περαιτέρω πληροφορία παρέχεται σε σχέση με τις παραπάνω ελλείψεις, ενώ στη συνημμένη τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση οφειλών από δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου ονομασία εσόδου εκτός προϋπολογισμού -Νο 555 (ΚΑΧΚΕΕΔ) οικονομικού έτους 2009, δανειοληπτών ως ο συνημμένος χρηματικός κατάλογος, γίνεται η ανάλυση του ποσού συνολικά μόνο κατά κεφάλαιο (103.548,54), τόκους συμβατικούς (105.335,46), τόκους υπερημερίας (24.557,65) και τόκους υπέρ Δημοσίου (4.017,92), έξοδα (,00) και συνολικό ποσό "237.459,57" ευρώ, χωρίς εξατομίκευση των δανειακών συμβάσεων και ρυθμίσεων οφειλών από τις οποίες προκύπτει η ανωτέρω οφειλή των συγκεκριμένων δανειοληπτών-ανακοπτόντων και χωρίς ειδικότερο και πάλι προσδιορισμό όσον αφορά την αιτιολογία (π.χ.
τόκοι Β εξαμήνου 2009). Και είναι αληθές ότι στον χρηματικό κατάλογο αναφέρεται ότι πρόκειται για "ΔΑΝΕΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΓΥΗΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ", πλην όμως και σ'?αυτή ουδεμία ανάλυση, όπως παραπάνω, του χρηματικού ποσού αναγράφεται. Εξάλλου, μόνη η αναγραφή κωδικού αριθμού, όπως αυτή η αναγραφή στις ανωτέρω διοικητικές πράξεις γίνεται για την αιτία και τον καθορισμό του χρέους, δεν καθιστά την οφειλή αντιληπτή τόσον από τους οφειλέτες όσον και από το Δικαστήριο.
Η ανωτέρω αοριστία αναφορικά με την αιτία και τον ακριβή καθορισμό του χρέους, δεν θεραπεύεται είτε από την αναγραφή του ΚΑΕ ΚΑΧΚΕΕΔ, είτε με τους προαναφερόμενους τίτλους στις ως άνω χρηματικές καταστάσεις, ενώ από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι υπήρχαν συνημμένα έγγραφα σχετικά με τον υπολογισμό της οφειλής και ότι αυτά συνόδευαν την προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση.
Από την ατελή δε αυτή και αόριστη περιγραφή των ενδίκων απαιτήσεων, σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι μεταξύ ανακοπτόντων και ΑΤΕ είχαν συναφθεί περισσότερες δανειακές συμβάσεις και ρυθμίσεις οφειλών, οι ανακόπτοντες, οι οποίοι αρνούνται το ύψος της οφειλής, υφίστανται βλάβη συνισταμένη στην αδυναμία τους να ελέγξουν την ύπαρξη και το ύψος της οφειλής και να αποκρούσουν αυτή και να ισχυριστούν και στη συνέχεια να αποδείξουν την τυχόν απόσβεση μερική ή ολική της απαίτησης, την ανακρίβεια των κονδυλίων, τον εσφαλμένο τυχόν υπολογισμό ή το παράνομο των τόκων, καθώς και να είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος.
Η βλάβη δε αυτή των ανακοπτόντων δεν μπορεί να επανορθωθεί ούτε να καλυφθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της αόριστης αυτής ταμειακής βεβαίωσης, βάσει της οποίας οι ανακόπτοντες κλήθηκαν με την ανωτέρω ταμειακή ειδοποίηση να καταβάλουν τα προαναφερόμενα ποσά. Το καθού η ανακοπή, Ελληνικό Δημόσιο, που βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, των οποίων το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή, καθόσον, στην επί της ένδικης ανακοπής δίκη, επέχει θέση ενάγοντος, ενώ οι ανακόπτοντες θέση εναγομένου, με τους σχετικούς λόγους έφεσης, ισχυρίζεται:
α) ότι η προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση, δεν αποτελεί το νόμιμο τίτλο για την είσπραξη της οφειλής των ανακοπτόντων, αλλά κατά τον ΚΕΔΕ νόμιμο τίτλο αποτελούν και η συναφθείσα με αριθ. ... πρόσθετη πράξη με το συνημμένο σε αυτή πίνακα δόσεων, η οποία σε εφαρμογή της υπ' αριθμό 4216/Β/269/7-2-2001 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών προβλέπει την υποκατάσταση του Ελληνικού Δημοσίου στα δικαιώματα της ΑΤΕ, β) ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με ανεπαρκή άλλως αντιφατική αιτιολογία έκρινε ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. ...
ταμειακή βεβαίωση είναι αόριστη διότι στον οικείο χρηματικό κατάλογο της 25ης Δ/νσης του Γ.Λ.Κ. αναφέρεται η αιτία της απαίτησης, δηλαδή "δάνεια με εγγύηση Ελληνικού Δημοσίου" και συγκεκριμένα ως προς τους ανακόπτοντες-οφειλέτες βεβαιώθηκαν τα ένδικα χρέη με τις υπ' αριθ. 5 και 6 γραμμές, με τις οποίες αντίστοιχα βεβαιώθηκαν η 3η και 4η δόση του εν λόγω δανείου δεν καταβλήθηκαν, ποσού 31.188,68 και 26.447,73 ευρώ αντίστοιχα, προσδιορίζεται δε έκαστο αναλυτικά κατά κεφάλαιο (10.649,04 ευρώ για την 3η και 11.338,03 ευρώ για την 4η), τόκους στη λήξη της απαίτησης (15.579,94 ευρώ για την 3η και 12.932,27 ευρώ για την 4η), τόκους μετά τη λήξη με συμβατικό επιτόκιο (3.569,58 ευρώ για την 3η και 1.563,93 για την 4η), τόκους ποινής υπέρ ΑΤΕ (695,06 ευρώ για την 3η και 306,75 ευρώ για την 4η) και τόκους υπέρ Δημοσίου (695,06 ευρώ για την 3η και 306,75 ευρώ για την 4η), γ) τέλος, οι ανακόπτοντες ουδεμία βλάβη υπέστησαν εκ του κατά τα ανωτέρω περιεχομένου των ταμειακών βεβαιώσεων, καθόσον είχαν πλήρη γνώση των εγγράφων που συγκροτούσαν το νόμιμο τίτλο, ήτοι των συναφθεισών, μεταξύ αυτών και της ΑΤΕ, Συμβάσεων Ρύθμισης Οφειλών και πρόσθετης πράξης, οι οποίες σε εφαρμογή της υπ' αριθ. 2/13854/0025/11-6-2001 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών προέβλεπαν την υποκατάσταση του Ελληνικού Δημοσίου στα δικαιώματα της ΑΤΕ μετά την κατάπτωση της εγγυήσεως, καθώς και της κατάστασης υποβολής εγγυημένων δανείων της ΑΤΕ, των καταστάσεων αναλυτικής κίνησης του δανείου, πίνακα κατάπτωσης δανείου, εγγράφων δηλαδή στα οποία είτε συνέπραξαν, είτε είχαν άμεση πρόσβαση τόσο από την ΑΤΕ όσο και από την Δ.Ο.Υ.
και για το λόγο αυτό. Σύμφωνα και με τα όσα αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη οι εξεταζόμενοι λόγοι έφεσης είναι νόμιμοι και κρίνονται ουσιαστικά βάσιμοι διότι α) προκειμένου περί είσπραξης οφειλής από κατάπτωση εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου από δάνειο που έλαβαν οι εφεσίβλητοι-ανακόπτοντες από την Α.Τ.Ε., το νόμιμο τίτλο συγκροτούσαν πέραν της ταμειακής βεβαίωσης υπό στενή έννοια και τα αποστελλόμενα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ από την τράπεζα έγγραφα από το φάκελο δανείων της ως άνω Τράπεζας μεταξύ των οποίων η υπ' αριθμ. ...
πρόσθετη πράξη ρύθμιση οφειλών και η κατάσταση υποβολής εγγυημένων δανείων προς το Υπ. Οικονομικών της τράπεζας, με βάση των οποίων ζητήθηκε η βεβαίωση του εισπρακτέου ποσού, β) από το περιεχόμενο της εν λόγω ταμειακής βεβαίωσης, τους συνοδεύοντες αυτές χρηματικούς καταλόγους και την υπ' αριθμ. 4847/22-11-2010 κατάσταση υποβολής εγγυημένων δανείων προς το Υπ.
Οικονομικών της τράπεζας προκύπτει η ακριβής αιτία της οφειλής των αναφερόμενων σ' αυτές ποσών, ήτοι ρύθμιση οφειλών, που μεταξύ των ανακοπτόντων και της ως άνω τράπεζας σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 4216/Β/269/7-2-2001 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και με την παροχή εγγύησης εκ μέρους του καθ' ου Ελληνικού Δημοσίου, ειδικότερος προσδιορισμός των επιμέρους ποσών και συγκεκριμένα ότι αφορούσαν την 3η και 4η δόση του εν λόγω δανείου, ποσού 31.188,68 και 26.447,73 ευρώ αντίστοιχα, το δε συνολικό ποσό των καθυστερημένων δόσεων ήταν ύψους 57.636,41 ευρώ, προσδιορίζονται δια έκαστη δόση αναλυτικά κατά κεφάλαιο (10.649,04 ευρώ για την 3η και 11.338,03 ευρώ για την 4η) τόκοι στη λήξη της απαίτησης (15.579,94 ευρώ για την 3η και 12.932,27 ευρώ για την 4η), τόκοι μετά τη λήξη με συμβατικό επιτόκιο (3.569,58 ευρώ για την 3η και 1.563,93 για την 4η), τόκοι ποινής υπέρ ΑΤΕ (695,06 ευρώ για την 3η και 306,75 ευρώ για την 4η) και τόκοι υπέρ Δημοσίου (695,06 ευρώ για την 3η και 306,75 ευρώ για την 4η).
Δηλαδή, περιέχεται ακριβής προσδιορισμός της ένδικης απαίτησης κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και συγκεκριμένα αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής και το οφειλόμενο ποσό κατά κεφάλαιο, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις, στοιχεία επαρκή ώστε, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να μπορεί ο οφειλέτης να ισχυριστεί και να αποδείξει την τυχόν απόσβεση, μερική ή ολική, της απαίτησης, την ανακρίβεια των κονδυλίων, τον εσφαλμένο τυχόν υπολογισμό ή το παράνομο των τόκων, καθώς και να είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος.
Τέλος από το με αρ. πρωτ. 1141/6-4-2009 έγγραφο της Α.Τ.Ε. προς τον Κ. Α., διαχειριστή της εταιρίας, προκύπτει ότι οι ανακόπτοντες γνώριζαν πλήρως την αιτία και το ύψος της οφειλής τους και ότι μπορούσαν να ελέγξουν τη νομιμότητα και τη βασιμότητα των κονδυλίων της, δεν στηρίζονται στην ένδικη ταμειακή βεβαίωση και τον χρηματικό κατάλογο που συνόδευε αυτή, αλλά σε έγγραφα, ενέργειες και πράξεις, πριν την ταμειακή βεβαίωση, καθώς στην εν λόγω επιστολή η τράπεζα γνωστοποιεί ότι η συνολική οφειλή βάσει της συναφθείσας πρόσθετης πράξης ανέρχεται στο ποσό των 281.142 ευρώ.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της ανακοπής, με τον οποίο οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι είναι άκυρη η επισπευδόμενη εναντίον τους εκτέλεση λόγω αοριστίας των προσβαλλόμενων πράξεων, γιατί δεν περιέχεται σ' αυτές ακριβής προσδιορισμός της απαίτησης για την οποία επισπεύδεται η εκτέλεση, είναι αβάσιμος.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε το λόγο αυτό κατ' ουσία βάσιμο, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, και συνεπώς γενομένων δεκτών των σχετικών λόγων της εφέσεως του εκκαλούντος, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη και στην συνέχεια να απορριφθεί ο αντίστοιχος λόγος της ανακοπής ως αβάσιμος...".
Με το πρώτο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου οι αναιρεσείοντες εκθέτουν επί λέξει ότι στους παραπάνω "νόμιμους τίτλους (ανακοπτόμενη ταμειακή βεβαίωση), χρηματικούς καταλόγους (πράξη καταλογισμού της οφειλής) δεν προσδιορίζονται και δεν εξειδικεύονται οι συναφθείσες συμβάσεις δανείου, από τις οποίες προέρχονται οι ένδικες απαιτήσεις, η κίνηση των τηρηθέντων λογαριασμών και δεν γίνεται σαφής διαχωρισμός κεφαλαίου και τόκων ούτε συνακόλουθα αναλυτικός προσδιορισμός των αιτουμένων τόκων, αν δηλαδή πρόκειται για συμβατικούς τόκους, νόμιμους τόκους, τόκους υπερημερίας" και προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την απορρέουσα από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο, εσφαλμένως εφήρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2, 4 και 73 παρ. 1 του ΝΔ 356/1974 (Κώδικας Εισπράξεων Δημοσίων Εσόδων), ενώ με το δεύτερο σκέλος του αυτού ως άνω πρώτου αναιρετικού λόγου, οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι δεν τους κοινοποιήθηκαν ούτε τους γνωστοποιήθηκαν τα σχετικά έγγραφα που συγκροτούσαν τον νόμιμο τίτλο πριν από την άσκηση της ως άνω ανακοπής τους και αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την απορρέουσα από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ισχυριζόμενοι ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις.
Με τις παραπάνω αναφερόμενες παραδοχές το ως άνω Μονομελές Εφετείο Ευβοίας και συγκεκριμένα, δεχόμενο ότι προκειμένου περί είσπραξης οφειλής από κατάπτωση εγγυήσεως του "Ελληνικού Δημοσίου" από δάνειο που έλαβαν οι ανακόπτοντες από την "... ΑΕ", τον σχετικό εις βάρος τους νόμιμο τίτλο συγκροτούσαν, εκτός από την ταμειακή βεβαίωση υπό στενή έννοια και τα αποσταλθέντα στην αρμόδια ΔΟΥ από την ως άνω τραπεζική εταιρία έγγραφα από το φάκελο δανείων της ως ίδιας Τράπεζας, μεταξύ των οποίων η υπ' αριθμ. ...
πρόσθετη πράξη ρύθμιση οφειλών και η κατάσταση υποβολής εγγυημένων δανείων προς το Υπουργείο Οικονομικών της τράπεζας, βάσει των οποίων ζητήθηκε η βεβαίωση του εισπρακτέου ποσού, από το περιεχόμενο της εν λόγω ταμειακής βεβαίωσης, τους συνοδεύοντες αυτήν χρηματικούς καταλόγους και την υπ' αριθμ. 4847/22-11-2010 κατάσταση υποβολής εγγυημένων δανείων προς το Υπουργείο Οικονομικών της τράπεζας προκύπτει η ακριβής αιτία της οφειλής των αναφερόμενων σ' αυτές χρηματικών ποσών και συγκεκριμένα, την ρύθμιση οφειλών, που μεταξύ των ανακοπτόντων και της ως άνω τράπεζας σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 4216/Β/269/7-2-2001 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και με την παροχή εγγύησης εκ μέρους του καθ' ού η ανακοπή "ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ", ειδικότερος προσδιορισμός των επιμέρους ποσών και συγκεκριμένα, ότι αφορούσαν την 3η και 4η δόση του εν λόγω δανείου, ποσού 31.188,68 και 26.447,73 ευρώ αντίστοιχα, ενώ το συνολικό ποσό των καθυστερημένων δόσεων ήταν ύψους 57.636,41 ευρώ, προσδιορίζονται δια έκαστη δόση αναλυτικά κατά κεφάλαιο (10.649,04 ευρώ για την 3η και 11.338,03 ευρώ για την 4η) τόκοι στην λήξη της απαίτησης (15.579,94 ευρώ για την 3η και 12.932,27 ευρώ για την 4η), τόκοι μετά την λήξη με συμβατικό επιτόκιο (3.569,58 ευρώ για την 3η και 1.563,93 για την 4η), τόκοι ποινής υπέρ ΑΤΕ (695,06 ευρώ για την 3η και 306,75 ευρώ για την 4η) και τόκοι υπέρ Δημοσίου (695,06 ευρώ για την 3η και 306,75 ευρώ για την 4η) και ότι εν όψει αυτών περιέχεται ακριβής προσδιορισμός της ένδικης απαίτησης κατά τρόπο σαφή και ορισμένο καθ' όσον αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής και το οφειλόμενο ποσό κατά κεφάλαιο, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις, στοιχεία επαρκή ώστε, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να μπορεί ο οφειλέτης να ισχυριστεί και να αποδείξει την τυχόν απόσβεση, μερική ή ολική, της απαίτησης, την ανακρίβεια των κονδυλίων, τον εσφαλμένο τυχόν υπολογισμό ή το παράνομο των τόκων, καθώς και να είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος.
Επί πλέον από το υπ' αριθμ. πρωτ. 1141/6-4-2009 έγγραφο της προαναφερθείσης "... ΑΕ" προς τον Κ. Α. (δεύτερον αναιρεσείοντα), διαχειριστή της εταιρίας, προκύπτει ότι όλοι οι ανακόπτοντες γνώριζαν πλήρως την αιτία και το ύψος της οφειλής τους και ότι μπορούσαν να ελέγξουν την νομιμότητα αλλά και την βασιμότητα των κονδυλίων της, δεν στηρίζονται στην ένδικη ταμειακή βεβαίωση και τον χρηματικό κατάλογο που συνόδευε αυτή, αλλά σε έγγραφα, ενέργειες και πράξεις, πριν την ταμειακή βεβαίωση και συνεπώς, ο προαναφερθείς, περί του αντιθέτου, αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Με τις προεκτεθείσες εξάλλου παραδοχές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτή την επιβαλλόμενη αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενό της, αναφέρονται με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα και ειδικότερα, οι παραδοχές του Εφετείου δικαιολογούσαν την απόρριψη της ένδικης ανακοπής, αφού προέκυψε ότι οι ανακόπτοντες έλαβαν γνώση των επί μέρους χρηματικών ποσών που αφορούσαν το παραπάνω χρέος που τους αφορούσε και ως εκ τούτου δεν υπέστησαν βλάβη, η οποία μάλιστα δεν μπορούσε να επανορθωθεί ούτε να καλυφθεί διαφορετικά, παρά μόνον με την κήρυξη της ακυρότητος της ως άνω σχετικής ταμειακής βεβαίωσης.
Επομένως, ο παραπάνω πρώτος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω ο Ν. 3259/2004 ρύθμισε τόσον τις προϋποθέσεις, όσον και το ύψος της ex lege επιτασσόμενης προσαρμογής των οφειλών από τόκους. Επομένως η ρύθμιση των οφειλών χωρεί αυτοδικαίως και δεν απαιτείται για την ενεργοποίησή της κάποια άλλη προϋπόθεση και ειδικότερα η εμπρόθεσμη υποβολή αιτήσεως από τον οφειλέτη προς την Τράπεζα (ΑΠ 819/2021).
Η προβλεπόμενη από την παράγραφο 2 του άρθρου 39 του ως άνω νόμου υποχρέωση των οφειλετών να υποβάλουν μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία, αίτηση "για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση" συνιστά προϋπόθεση για την υπαγωγή αυτών στη ρύθμιση (χρόνος αποπληρωμής 5-7 ετών σε ισόποσες δόσεις κλπ, αναστολή εκτελέσεως) και όχι προϋπόθεση για την ενεργοποίηση της υποχρέωσης της Τράπεζας να επανακαθορίσει την οφειλή στα όρια που ο νόμος διαγράφει.
Η προνομιακή ρύθμιση της παραγράφου 5 του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004 δεν καταλαμβάνει όλες ανεξαίρετα τις οφειλές των αγροτών προς τα πιστωτικά ιδρύματα, αλλά μόνο εκείνες που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει. Εξαιρέθηκαν δε ρητά από την υπαγωγή τους στις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει, οι ακόλουθες οφειλές αγροτών:
Α) Εκείνες για τις οποίες έχουν εκδοθεί ατομικές ή γενικές υπουργικές αποφάσεις για τη ρύθμισή τους με ειδικούς όρους και εφόσον έχουν υπογραφεί οι σχετικές συμβάσεις, όπου αυτές απαιτούνται (παρ. 9 του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ. 5 του Ν. 2912/2001. Β) Εκείνες, που δεν πληρούν την ακόλουθη χρονική προϋπόθεση, δηλαδή "οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31.11.2000...".
Τέλος, όσες οφειλές αγροτών (φυσικών ή νομικών προσώπων) εξαιρούνται από την εφαρμογή της παρ. 5 του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004 και ειδικότερα εκείνες που για τις οποίες έχουν εκδοθεί ατομικές ή γενικές υπουργικές αποφάσεις για τη ρύθμισή τους με ειδικούς όρους και έχουν υπογραφεί οι σχετικές συμβάσεις, μπορούν να υπαχθούν, αν συντρέχουν βέβαια και οι λοιπές προϋποθέσεις, στη γενική ρύθμιση της παραγράφου 1 διότι ρητά ορίζεται στην παράγραφο 10 του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004 ότι "στις διατάξεις του παρόντος άρθρου υπάγονται και τα δάνεια που έχουν ρυθμισθεί με βάση το Ν. 128/1975" (ΑΠ 488/2017).
Οι ρυθμίσεις του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004 είναι ευνοϊκότερες για τους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες έναντι των λοιπών οφειλετών, κατά τα στην παράγραφο 5 του άρθρου αυτού οριζόμενα. Ωστόσο, η ανωτέρω προνομιακή ρύθμιση δεν καταλαμβάνει όλες ανεξαιρέτως τις οφειλές των αγροτών προς τα πιστωτικά ιδρύματα, αλλά μόνον εκείνες, που έχουν υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει.
Μάλιστα, κατά τις διατάξεις της παραγράφου 8 περ. 3 του άρθρου αυτού (30 του Ν. 2789/2000), παρέχεται η ευχέρεια στους οφειλέτες αυτούς (αγρότες), με γραπτή δήλωσή τους προς την Τράπεζα, να επιλέξουν είτε την εξακολούθηση εφαρμογής της υφιστάμενης ρύθμισης των χρεών τους είτε την υπαγωγή τους στην παρ. 1 του ως άνω νόμου, το δε δικαίωμα επιλογής πρέπει να ασκηθεί εντός τριών μηνών από τη δημοσίευση τούτου, ενώ, με την περ. 4, η οποία προστέθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 42 του Ν. 2912/2001, ορίστηκε ότι η ως άνω προβλεπόμενη προθεσμία για την άσκηση του δικαιώματος επιλογής εκ μέρους των κατά κύριο επάγγελμα αγροτών παρατάθηκε μέχρι τις 30-9-2001 (ΑΠ 819/2021).
Εξάλλου το Εφετείο με την αυτήν ως άνω προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ακόμη επί λέξει και τα εξής: "Με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής τους, οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση είναι άκυρη και για τον επιπλέον λόγο ότι η Δ.Ο.Υ. Χαλκίδας προχώρησε στην έκδοση ατομικών εκτελεστών διοικητικών πράξεων - εκτελεστών τίτλων (προσβαλλόμενες ατομικές ειδοποιήσεις και ταμειακές βεβαιώσεις - παρ. 2, εδ.
ζ', αρ. 904 ΚΠολΔ), χωρίς να υπάρχει απαίτηση βεβαία και εκκαθαρισμένη, ενώ οι δανειακές συμβάσεις που υπογράφηκαν από τους ίδιους αποτελούσαν στην ουσία συμβάσεις προσχωρήσεως καθώς οι όροι προκαθορίζονται μονομερώς από την Αγροτική Τράπεζα, με αποτέλεσμα οι δανειολήπτες να βρίσκονται σε μειονεκτική θέση κατ' εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του ν. 2251/1994 "Περί προστασίας καταναλωτών".
Ότι παρότι ήταν σε ισχύ το άρθρο 30 του Ν. 2789/2000 το άρθρο 42 του Ν. 2912/2001 και το άρθρο 39 του Ν. 3259/2004 σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού και επαναπροσδιορισμού των υφιστάμενων οφειλών από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων που είχαν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα, το ελληνικό δημόσιο έσπευσε να καταβάλει στην δανείστρια τράπεζα το ποσό που εγγυήθηκε χωρίς να γίνει πρώτα ορθώς επανακαθορισμός του ύψους της απαίτησης.
Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι η πρώτη ανακόπτουσα εταιρία (ήδη πρώτη εφεσίβλητη) στα πλαίσια άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας (κτηνοτροφικές επιχειρήσεις) έλαβε από την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος" (ΑΤΕ) σειρά δανείων κατά το χρονικό διάστημα από το 1986 έως το 1994, και σειρά βραχυπρόθεσμων δανείων κατά το χρονικό διάστημα από το 1993 έως το 1995, το ληξιπρόθεσμο των οποίων κατά την 31-10-2005 ανερχόταν σε 9.289.881,46 ευρώ.
Η οφειλέτρια εταιρεία προέβη σε ρύθμιση των ως άνω χρεών της, επί τη βάσει των προϋποθέσεων που έθετε η με αριθμό 4216/Β/269/07-02-2001 (ΦΕΚ 162/2001) απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών περί ρύθμισης οφειλών κτηνοτροφικών-πτηνοτροφικών επιχειρήσεων για την εξυγίανσή τους. Με την απόφαση αυτή είχε ορισθεί ότι από το σύνολο των υφισταμένων ληξιπρόθεσμων ή μη οφειλών στις 31-12-2000 των κτηνοτροφικών και πτηνοτροφικών επιχειρήσεων, όπως αυτή της ανακόπτουσας, η Τράπεζα θα διαγράψει ποσοστό τόκων υπερημερίας, ώστε οι απομείναντες τόκοι υπερημερίας να εξασφαλίζονται πλήρως από τις εμπράγματες διασφαλίσεις των πελατών τους και ότι μετά την αφαίρεση του ως άνω ποσού το υπόλοιπο των οφειλών ρυθμίζεται και θα αποτελεί ένα νέο δάνειο διάρκειας δεκαπέντε (15) ετών, με επιτόκιο ίσο με το εκάστοτε βασικό επιτόκιο δανεισμού για την αντίστοιχη κατηγορία ενήμερων δανείων της ΑΤΕ.
Επιπλέον ορίσθηκε ότι για τη νέα ρύθμιση παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2322/1995. Μετά από μελέτη βιωσιμότητας της μονάδας της πρώτης ανακόπτουσας, που αποτελούσε προϋπόθεση για την υπαγωγή στην ανωτέρω ειδική ρύθμιση, διαγράφηκε μέρος της συνολικής οφειλής α) ποσού 6.420.834 ευρώ εις βάρος του Δημοσίου (λογαριασμός ν. 128/1975) και β) ποσού 2.695.222 ευρώ εις βάρος της ΑΤΕ, με αποτέλεσμα το οφειλόμενο υπόλοιπο να ανέρχεται σε ποσό 166.825 ευρώ.
Για την εξόφληση του ποσού αυτού υπογράφηκε η προαναφερόμενη σύμβαση μεταξύ της πρώτης ανακόπτουσας (ως οφειλέτριας) και των δεύτερου, τρίτης, τέταρτης και πέμπτου των ανακοπτόντων (ως συνοφειλετών) με την οποία (σύμβαση) συμφωνήθηκε το ποσό αυτό να αποτελέσει νέο δάνειο, το οποίο θα εξοφληθεί σε 15 ετήσιες δόσεις από 01-01-2001, με επιτόκιο αυτό των ρυθμίσεων της που ισχύει κάθε φορά, όπως ειδικότερα ορίζεται στη σύμβαση και επιτόκιο υπερημερίας 2,5 εκατοστιαίες μονάδες υψηλότερο από το κάθε φορά ισχύον ενήμερο επιτόκιο.
Η εξόφληση θα γινόταν σε ετήσιες τοκοχρεωλυτικές δόσεις με έναρξη καταβολής της πρώτης δόσης 31-12-2005 κατά το σύστημα της σύνθετης τοκοχρεωλυσίας και η τελευταία δόση πρέπει να επιστραφεί την 31-12-2019. Συμφωνήθηκε, επίσης, ότι σε περίπτωση που οποιαδήποτε δόση από τις οφειλές που ρυθμίσθηκε η πληρωμή της σύμφωνα με την ανωτέρω σύμβαση, δεν εξοφληθεί στη λήξη της, τότε ο εντολοδόχος (εν προκειμένω η Αγροτική Τράπεζα) πιστοποιεί τη μη καταβολή και βεβαιώνει τη ληξιπρόθεσμη δόση στην αρμόδια ΔΟΥ εντός 3 μηνών (σύμφωνα με την απόφαση ΥπΟικ 2/13854/0025/11-06-2001).
Σε περίπτωση που οποιαδήποτε δόση από τις οφειλές (από την σύμβαση αυτή) δεν εξοφληθεί εντός 3 μηνών από την λήξη της, τότε ο εντολοδόχος (ΑΤΕ) πιστοποιεί την μη καταβολή και επαναβεβαιώνει την ανεξόφλητη ληξιπρόθεσμη δόση στην αρμόδια ΔΟΥ του οφειλέτη. Περαιτέρω, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, προκύπτει ότι για την βεβαίωση των οφειλών, ελήφθησαν υπόψη τα αναγκαία έγγραφα, δεδομένου ότι με την κατάρτιση της προαναφερόμενης πρόσθετης πράξης ρύθμισης οφειλών, το συμφωνηθέν με αυτές (συμβάσεις) ως οφειλόμενο ποσό, αποτέλεσε νέο δάνειο με κεφάλαιο το συμφωνηθέν με αυτές (συμβάσεις) ως οφειλόμενο ποσό.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω οφειλέτες δεν κατέβαλαν την 3η και 4η δόση του εν λόγω δανείου, ποσού 31.188,68 και 26.447,73 ευρώ αντίστοιχα, το δε συνολικό ποσό των καθυστερημένων δόσεων ανερχόταν στο ύψος των 57.636,41 ευρώ. Η οφειλή αυτή βεβαιώθηκε από την ΑΤΕ στη ΔΟΥ Χαλκίδας, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμόν ...
ταμειακής βεβαίωσης ΔΟΥ και τους αντίστοιχους χρηματικούς καταλόγους, που εκδόθηκε σε βάρος των νυν ανακοπτόντων. Οι ως άνω οφειλές, για τις οποίες εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες ταμειακές βεβαιώσεις, προέκυψαν μετά την εφαρμογή των ρυθμίσεων της ΥΑ 4216/Β269/07-02-2001 που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 128/1975, όπως ήδη προεκτέθηκε.
Έτσι, παρότι ίσχυε ο ν. 2789/2000 κατά το χρόνο που ρυθμίσθηκαν οι ως άνω οφειλές με τις προεκτιθέμενες συμβάσεις, οι ανακόπτοντες δεν υπέβαλαν αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση του νόμου αυτού, αλλά επέλεξαν να υπαχθούν στην ειδική ρύθμιση που προέβλεπε η ως άνω Υπουργική Απόφαση 4216/Β269/07-02-2001. Μετά την θέσπιση του ν. 3259/2004 δεν υπέβαλαν αίτηση, κατά τους όρους του νόμου αυτού, μέχρι την 31-10-2004, για την υπαγωγή τους στις διατάξεις του, αλλά επέλεξαν την 31-10-2005 να υπαχθούν στην ειδική ρύθμισης σύμφωνα με τις διατάξεις της ως άνω Υπουργικής Απόφασης και μάλιστα κατάρτισαν πρόσθετη πράξη ρύθμισης.
Οι ανακόπτοντες, επομένως, δεν επέλεξαν την ρύθμιση των οφειλών τους κατ' εφαρμογή του άρθρου 39 § 4 ν. 3259/2004 όπως εδικαιούντο σύμφωνα με την § 10 του ιδίου άρθρου. Αντίθετα είχαν επιλέξει την υπαγωγή τους στις διατάξεις της ΥΑ 4216/Β. 169/07-02-2001 που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 128/1975 για τη ρύθμιση των οφειλών και εντεύθεν, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη, δεν τίθεται εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 39 § 4 ν. 3259/2004 για τη ρύθμιση των οφειλών των ανακοπτόντων και επανακαθορισμού των οφειλών αυτών με βάση την τελευταία διάταξη.
Επομένως ορθά βεβαιώθηκαν οι προκύπτουσες κατ' εφαρμογή της προσθέτου πράξεως αυτών ληξιπρόθεσμες οφειλές και δεν τίθεται θέμα επανακαθορισμού αυτών επί τη βάση των διατάξεων του άρθρου 39 § 4 ν. 3259/2004 ή εφαρμογής των άρθρων 30 του Ν. 2789/2000, 42 του Ν. 2912/2001 και 39 του Ν. 3259/2004. Ακόμη, ορθά, με βάση τις ως άνω συμβάσεις, βεβαιώθηκαν με τις προσβαλλόμενες ταμειακές βεβαιώσεις τα ποσά τα οποία επιτάσσονται να καταβάλουν οι ανακόπτοντες.
Σύμφωνα και με τα όσα αναπτύχθηκαν στην αμέσως προηγηθείσα μείζονα σκέψη, κατά την ορθή έννοια της εφαρμοστέας νομοθεσίας, τα δάνεια της πρώτης ανακόπτουσας δεν μπορούσαν να υπαχθούν στην προνομιακή για τους αγρότες ρύθμιση της παραγράφου 5 του άρθρου 39 ν. 3259/2004 (και επομένως να επανακαθορισθεί αυτοδικαίως η τελική οφειλή τους με βάση τους όρους αυτής ώστε να κριθεί - αν με βάση τις καταβολές που είχε κάνει - απέμεινε ή όχι υπόλοιπο οφειλής), δεδομένου ότι δεν υπάγονταν στις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει, προϋπόθεση όπως προαναφέρθηκε αναγκαία για την περαιτέρω υπαγωγή τους στην ανωτέρω προνομιακή ρύθμιση.
Και τούτο διότι, η πρώτη ανακόπτουσα, αντί να επιλέξει την υπαγωγή των αρχικών δανείων της στις ρυθμίσεις του άρθρου 30 ν. 2789/2000, προέβη όπως είχε διαζευκτική ευχέρεια (σύμφωνα και με την παρ. 8 του άρθρου 30 του ν. 2789/2000) στη ρύθμιση αυτών επί τη βάσει των προϋποθέσεων που έθετε η υπ' αριθ. 4216/Β/269/07-02-2001 (ΦΕΚ 162/2001) απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών περί ρύθμισης οφειλών κτηνοτροφικών-πτηνοτροφικών επιχειρήσεων για την εξυγίανσή τους που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 128/1975, η δε κατάρτιση (μεταξύ αυτής και της Αγροτικής Τράπεζας) της από 31-10-2005 Πρόσθετης Πράξης Ρύθμισης Οφειλών σε εκτέλεση της ανωτέρω υπαγωγής συνιστά πλέον νέο δάνειο με κεφάλαιο το συμφωνηθέν με αυτές (συμβάσεις) ως οφειλόμενο ποσό.
Επομένως πληρούνται και οι δύο προαναφερόμενοι λόγοι που την εξαιρούν από την υπαγωγή της στην προνομιακή για τους αγρότες ρύθμιση της παραγράφου 5, αφού η αρχική οφειλή της ρυθμίστηκε στα πλαίσια γενικής υπουργικής απόφασης εκδοθείσας κατ? εξουσιοδότηση του ν. 128/1975 με νεότερη ειδική σύμβαση το 2003 και κατά αναγκαία λογική ακολουθία η νέα πίστωση δεν θα μπορούσε να είναι ληξιπρόθεσμη και απαιτητή μέχρι 31.11.2000.
Και ναι μεν η οφειλή των ανακοπτόντων, παρότι εξαιρείται από την εφαρμογή της παρ. 5 του άρθρου 39 ν. 3259/2004, θα μπορούσε να υπαχθεί, αν συντρέχουν βέβαια και οι λοιπές προϋποθέσεις, στη γενική ρύθμιση της παραγράφου 1 και να υπολογισθεί το απομένον μετά τις καταβολές υπόλοιπο της οφειλής με βάση τη γενική αυτή ρύθμιση, πλην όμως δεν διατυπώθηκε από τους ανακόπτοντες ανάλογη ένσταση.
Συνεπώς και ο δεύτερος λόγος της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος". Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, έκρινε ότι η προαναφερθείσα οφειλή δεν εμπίπτει στις διατάξεις του εν λόγω άρθρου. Ο ανωτέρω λόγος, είναι αβάσιμος, καθόσον οι ανακόπτοντες δεν επέλεξαν την ρύθμιση των οφειλών τους κατ' εφαρμογή του ως άνω άρθρου 39 § 4 του Ν. 3259/2004, όπως εδικαιούντο σύμφωνα με την § 10 του ιδίου άρθρου αλλά αντίθετα είχαν επιλέξει την υπαγωγή τους στις διατάξεις της ΥΑ 4216/Β. 169/07-02-2001 που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 128/1975 για την ρύθμιση των οφειλών και εντεύθεν, οπότε δεν τίθεται εφαρμογή της διατάξεως του ως άνω άρθρου 39 § 4 του Ν. 3259/2004 για την ρύθμιση των οφειλών των ανακοπτόντων και επανακαθορισμού των οφειλών αυτών με βάση την τελευταία διάταξη.
Κατά συνέπειαν η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία δεν περιέχει άλλους λόγους, πρέπει να απορριφθεί, ενώ πρέπει ακόμη να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επί πλέον, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του πρώτου των αναιρεσιβλήτων "ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ", κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του με τις ενώπιον του Αρείου Πάγου από 10-1-2022 κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του, μειωμένα όμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 22 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987, 2 της 134.423/1992 ΚΥΑ, 106, 176 και 183 ΚΠολΔ, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24-1-2020 αίτηση των αναιρεσειόντων για αναίρεση της υπ' αριθμ. 91/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο χρηματικό ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ