229/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated229/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): της έβδομης, το αργότερο, εργάσιμης ημέρας από την ημερομηνία αγοράς της επιταγής. Εάν η ημερομηνία προτίθεται να εμφανίσει επιταγή, την οποία έχει καταγράψει στο προβλεπόμενο στο άρθρο 11 του Ν. 1957/1991 πινάκιο, προς πληρωμή, πριν από την αναγραφόμενη στην επιταγή ημερομηνία έκδοσης, υποχρεούται να γνωστοποιήσει τούτο στο αρμόδιο όργανο εσωτερικού ελέγχου της.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 229 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 229/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", με τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Κ. Φ. του Ι., κατοίκου ..., νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της ανωτέρω εταιρείας. Η πρώτη αναιρεσείουσα παραστάθηκε με τον νόμιμο εκπρόσωπό της Κ. Φ., ο οποίος διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο της τον Γεώργιο Μυταλούλη, ενώ ο δεύτερος αναιρεσείων παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Λουκία Βαρελά. Μετά την εκφώνηση των ονομάτων διαδίκων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και, διά του Προέδρου του, απέρριψε το αίτημα αναβολής.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3313/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 2579/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-6-2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρί Δεργαζαριάν ανέγνωσε την από 15-4-2014 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χρυσόστομου Ευαγγέλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, προκύπτει ότι, για να θεμελιωθεί υποχρέωση προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται: α) παράνομη συμπεριφορά προσώπου, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη, που αντίκειται σε συγκεκριμένο επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δίκαιου ή σε γενική επιταγή της έννομης τάξης και προσβάλλει δικαίωμα ή προστατευόμενο έννομο συμφέρον άλλου προσώπου, β) υπαίτια συμπεριφορά, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια, γ) επέλευση ζημίας άλλου προσώπου (παθόντος) και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του υπόχρεου και της ζημίας του παθόντος.
Για την κατάφαση της "παρανομίας", δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και, εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς, απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 346/2017, ΑΠ 1029/2015).
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 ΑΚ), ήταν ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε, δε, πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 895/2019, ΑΠ 810/2017).
Στο πλαίσιο αυτό, ο ενάγων είναι υποχρεωμένος να επικαλεστεί με σαφήνεια στην ιστορική βάση της αγωγής του, με την οποία αιτείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας και να αποδείξει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1, 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, όλα τα γεγονότα, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο, ως άνω, κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 914 ΑΚ, θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ 10/2021, ΑΠ 515/2016, ΑΠ 473/2016).
Περαιτέρω με την υπ' αριθ. 502/3/23-6-1992 απόφαση της Επιτροπής Νομισματικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας ... ορίσθηκαν, όσον αφορά τη διακίνηση των επιταγών μέσω των πιστωτικών ιδρυμάτων, τα ακόλουθα: I. Διακίνηση των ιδιωτικών επιταγών μέσω του τραπεζικού συστήματος. Οι ιδιωτικές επιταγές φέρονται σε χρέωση των λογαριασμών σε βάρος των οποίων σύρονται με αξία (VALEUR) της ημερομηνίας πληρωμής τους από τις τράπεζες ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα.
Το προϊόν ιδιωτικής επιταγής, εφόσον αυτή αγοράζεται από την Τράπεζα ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα, φέρεται σε πίστωση του λογαριασμού του κομιστή με αξία (VALEUR): α) εφόσον η επιταγή σύρεται σε βάρος λογαριασμού που τηρείται: ι) στο ίδιο ή σε άλλο κατάστημα της ίδιας τράπεζας που λειτουργεί στην ίδια πόλη ιι) σε κατάστημα της ίδιας ή άλλης τράπεζας και τα δύο καταστήματα είναι άμεσα συνδεδεμένα με ηλεκτρονικό υπολογιστή:
της ημερομηνίας αγοράς της επιταγής, αν ο πιστούμενος λογαριασμός είναι άτοκος, της επόμενης εργάσιμης ημέρας από την ημερομηνία αγοράς της επιταγής, αν ο πιστούμενος λογαριασμός είναι έντοκος, β) εφόσον η επιταγή σύρεται σε βάρος άλλου καταστήματος της ίδιας τράπεζας που λειτουργεί σε άλλη πόλη, αλλά τα δύο καταστήματα δεν είναι άμεσα συνδεδεμένα με ηλεκτρονικό υπολογιστή:
της τρίτης, το αργότερο, εργάσιμης ημέρας από την ημερομηνία αγοράς της επιταγής, γ) εφόσον η επιταγή σύρεται σε βάρος καταστήματος άλλης τράπεζας που λειτουργεί στην ίδια πόλη αλλά τα δύο καταστήματα δεν είναι άμεσα συνδεδεμένα με ηλεκτρονικό υπολογιστή: της τέταρτης, το αργότερο, εργάσιμης ημέρου: από την ημερομηνία αγοράς της επιταγής δ) εφόσον η επιταγή σύρεται σε βάρος άλλης τράπεζας που λειτουργεί σε άλλη πόλη, αλλά τα δύο καταστήματα δεν είναι άμεσα συνδεδεμένα με ηλεκτρονικό υπολογιστή:
της έβδομης, το αργότερο, εργάσιμης ημέρας από την ημερομηνία αγοράς της επιταγής. Εάν η ημερομηνία προτίθεται να εμφανίσει επιταγή, την οποία έχει καταγράψει στο προβλεπόμενο στο άρθρο 11 του Ν. 1957/1991 πινάκιο, προς πληρωμή, πριν από την αναγραφόμενη στην επιταγή ημερομηνία έκδοσης, υποχρεούται να γνωστοποιήσει τούτο στο αρμόδιο όργανο εσωτερικού ελέγχου της.
Οι τράπεζες στις οποίες τηρούνται οι λογαριασμοί, υποχρεούνται, εφόσον διαπιστώνουν ότι οι επιταγές είναι ακάλυπτες, να τις αναγγέλλουν στην Ένωση Ελληνικών Τραπεζών από την επομένη εργάσιμη ημέρα της εμφάνισής τους προς πληρωμή. Σε περιπτώσεις ακάλυπτων επιταγών που σφραγίζονται από κατάστημα της ίδιας τράπεζας άλλο από αυτό στο οποίο τηρείται ο λογαριασμός καταθέσεων, η αναγγελία της ακάλυπτης επιταγής στην Ένωση Ελληνικών Τραπεζών πραγματοποιείται από το κατάστημα στο οποίο τηρείται ο λογαριασμός ευθύς ως το κατάστημα αυτό παραλάβει φωτοαντίγραφο της επιταγής από το κατάστημα της ίδιας τράπεζας που τη σφράγισε.
Η διαδικασία της αναγγελίας αφορά τόσο τις ακάλυπτες επιταγές που διακινήθηκαν μέσω του τραπεζικού συστήματος, όσο και εκείνες που εμφανίστηκαν απ' ευθείας από τους κομιστές. Η Ένωση Ελληνικών Τραπεζών έχει υποχρέωση να αναγγέλλει, πλην αν άλλως καθορίζεται από την εκάστοτε ισχύουσα σχετική νομοθεσία, μέχρι την 20η κάθε μήνα στην Εισαγγελική Αρχή για την ποινική δίωξη των εκδοτών, με κατάσταση που θα περιλαμβάνει όσα στοιχεία κρίνονται αναγκαία από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, τις ακάλυπτες επιταγές που εμφανίστηκαν εντός οκταημέρου από την ημερομηνία έκδοσής τους και έχουν αναγγελθεί από τις τράπεζες κατά τη διάρκεια του προηγούμενου μήνα.
Η υποχρέωση αυτή ισχύει και για τις ακάλυπτες επιταγές οι οποίες πιστοποιήθηκαν μετά τη θέση σε ισχύ του Ν. 1957/91.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά τον νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε τον νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016).
Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 22/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο δεύτερος των εναγόντων Κ. Φ. (δεύτερος αναιρεσείων), με την ιδιότητά του ως διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης αυτών εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, με την επωνυμία "..." (πρώτη αναιρεσείουσα), η οποία δραστηριοποιείται στις τουριστικές επιχειρήσεις, εξέδωσε την υπ' αριθμ. ...
επιταγή της εναγόμενης ... Τράπεζας ... (κατάστημα ...), ποσού 7.233 ευρώ, με αναγραφόμενη ως ημερομηνία έκδοσης την 14-2-2003, σε διαταγή της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...". Η επιταγή αυτή εμφανίστηκε, εμπρόθεσμα, την 17-2-2003 από την κομίστρια εταιρία "..." προς πληρωμή, στο υποκατάστημα της εναγομένης στα ..., το οποίο, ενόψει του ότι συνδεόταν ηλεκτρονικά με το κατάστημα πληρωμής της επιταγής της ίδιας Τράπεζας στην ..., είχε τη δυνατότητα να ελέγξει, βάσει του τερματικού του ηλεκτρονικού υπολογιστή, την ύπαρξη ή μη διαθέσιμων κεφαλαίων στο λογαριασμό σε βάρος του οποίου συρόταν.
Μετά από έλεγχο των αρμοδίων υπαλλήλων της εναγομένης (υποκατάστημα ...), μέσω του ηλεκτρονικού κέντρου, διαπιστώθηκε, ότι στον εν λόγω λογαριασμό υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια ύψους, μόνο, 5.269,54 ευρώ, τα οποία δεν επαρκούσαν για την κάλυψη του ποσού της επιταγής (7.233 ευρώ). Πάγια τακτική της εναγόμενης Τράπεζας, σε περίπτωση μη επαρκούς κάλυψης της επιταγής που εμφανίζεται σε κατάστημά της, προς πληρωμή, ήταν η ειδοποίηση του πελάτη της, εκδότη της επιταγής, πριν από τη σφράγισή της, προκειμένου να προβεί, άμεσα, σε πλήρη κάλυψη αυτής.
Έτσι, η κομίστρια ... μεταβίβασε την επίδικη επιταγή, με οπισθογράφηση, στην εναγομένη και, συγκεκριμένα, στο υποκατάστημά της στα ..., με την εντολή να πιστωθεί το ποσό της επιταγής στο λογαριασμό όψεως που διατηρούσε στην ίδια Τράπεζα. Η οπισθογράφηση αυτή, σύμφωνα και με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, αποτελεί οπισθογράφηση λόγω πληρεξουσιότητας, στηριζόμενη σε έγκυρη σύμβαση εντολής, μεταξύ της κομίστριας και της εναγόμενης Τράπεζας, προς είσπραξη της επιταγής και πίστωση της αξίας της στο λογαριασμό της, υπό την αναβλητική αίρεση της πληρωμής της, οπότε θα οριστικοποιούνταν η πίστωση.
Προς εκτέλεση της πιο πάνω εντολής, το κατάστημα ... της εναγομένης πίστωσε (προσωρινά) το λογαριασμό της κομίστριας με το ποσό της επιταγής και χρέωσε, ταυτόχρονα, το λογαριασμό, σε βάρος του οποίου συρόταν η επίδικη επιταγή, με το ποσό των 1.963,46 ευρώ, το οποίο οι ενάγοντες όφειλαν να καλύψουν. Η χρέωση του ποσού των 1.963,46 ευρώ στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρίας και, αντίστοιχα, η πίστωση του ίδιου ποσού στο λογαριασμό της κομίστριας ..., δεν συνιστά υπερανάληψη υπέρ του εκδότη της επιταγής,...
δεδομένου ότι για την υπερανάληψη, η οποία αποτελεί, ουσιαστικά, μορφή χρηματοδότησης (πίστωσης), απαιτείται προηγούμενη συμφωνία μεταξύ της Τράπεζας και του πελάτη της, με τήρηση όλων των διαδικασιών δανειοδότησης, σύμφωνα με τις αρχές της τραπεζικής πρόνοιας, προϋποθέσεις οι οποίες,.... δεν είχαν τηρηθεί στην προκειμένη περίπτωση...
ούτε, άλλωστε, οι ενάγοντες επικαλούνται την τήρησή τους. Στη συνέχεια, το κατάστημα ... της εναγομένης ειδοποίησε το κατάστημα πληρωμής στην ..., όπου τηρείτο ο λογαριασμός της εκδότριας, για τη μη ύπαρξη κάλυψης, προκειμένου το τελευταίο, με τη σειρά του, να ειδοποιήσει τον πελάτη της και εκδότη της επιταγής, στην προκειμένη δε περίπτωση τους ενάγοντες, να καλύψουν την υπάρχουσα χρηματική διαφορά των 1.963,46 ευρώ, αν και η Τράπεζα δεν είχε σχετική προς τούτο υποχρέωση, νόμιμη ή συμβατική.
Παρά την ειδοποίηση, όμως, του δεύτερου ενάγοντος, το πρωί της ίδιας ημέρας (17-2-2003), από το κατάστημα της εναγομένης στην ..., δεν κάλυψαν τη διαφορά, μέχρι το μεσημέρι της επόμενης ημέρας (18-2-2003), γι' αυτό και η επιταγή επιστράφηκε από το κατάστημα του τόπου πληρωμής (...), στο κατάστημα της εναγομένης στα .... Το τελευταίο, εφόσον η επιταγή δεν είχε καλυφθεί, θεωρώντας ως μη γενόμενη την πιστωτική εγγραφή, προέβη την ίδια ημέρα στην τυπική ακύρωσή της, με αντίθετη εγγραφή (αντιλογισμός - αντιπέρασμα), τόσο στο λογαριασμό σε βάρος του οποίου συρόταν η επιταγή, εμφανίζοντας σ' αυτόν το πραγματικό διαθέσιμο υπόλοιπο του λογαριασμού, ποσού 5.269,54 ευρώ, όσο και στο σχετικό λογαριασμό όψεως της κομίστριας, στον οποίο είχε πιστωθεί, προσωρινά, το ποσό της επιταγής.
Την επόμενη δε ημέρα, 19-2-2003, κατά πάγια εντολή της κομίστριας ..., προέβη η Τράπεζα (κατάστημα ...) σε βεβαίωση μη πληρωμής της επιταγής, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων, αφού προηγουμένως διαπιστώθηκε, κατόπιν ελέγχου του λογαριασμού του εκδότη, μέσω του ηλεκτρονικού κέντρου αυτής, ότι και κατά το χρόνο εκείνο (της βεβαίωσης) δεν υπήρχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια (βλ.
το προσκομιζόμενο με επίκληση από την εναγομένη φωτοαντίγραφο της επίδικης επιταγής). Ακολούθως, το κατάστημα της εναγομένης στα ..., επέστρεψε την επιταγή στην κομίστρια αυτής ... και διαβίβασε, με το από 20-2-2003 ΣΥΣΤΗΜΕΝΟ" έγγραφό του, φωτοαντίγραφο της επιταγής, στο κατάστημα πληρωμής της ..., οπότε το τελευταίο, ως είχε υποχρέωση, βάσει της προαναφερόμενης υπ' αριθμ. 502/3/3-6-1992 απόφασης της Επιτροπής Νομισματικών Θεμάτων, που ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο (2003), ανήγγειλε αυτή, με την από 28-2-2003 αναγγελία - αναφορά της, που απέστειλε στο διατραπεζικό σύστημα πληροφοριών...
Στο περιεχόμενό της, αναφερόταν ως ημερομηνία έκδοσης, η 14-2-2003, ως ημερομηνία εμφάνισης, η 17-2-2003 και ως ημερομηνία σφράγισης της επιταγής, η 19-2-2003, γεγονότα τα οποία ήταν αληθινά, όπως αποδείχθηκε. Εξάλλου, την εμφάνιση της επίμαχης επιταγής προς πληρωμή, στο κατάστημα ... της πληρώτριας Τράπεζας, στις 17-2-2003, συνομολογούν οι ενάγοντες,...
Εν τω μεταξύ, την 21-2-2003, η κομίστρια της επιταγής ..., εμφάνισε εκ νέου την επιταγή στο κατάστημα της εναγομένης στα ..., προς πληρωμή και, πράγματι, πληρώθηκε, διότι τότε υπήρχαν επαρκή διαθέσιμα κεφάλαια. Με βάση τα περιστατικά που αποδείχθηκαν, η προεκτεθείσα συμπεριφορά της εναγομένης δεν προσέκρουε στα χρηστά ήθη, ούτε ήταν παράνομη, αλλά, αντίθετα, ήταν σύμφωνη με την καλή πίστη και τις συναλλακτικές τραπεζικές συνήθειες και απέβλεπε στην προστασία των πελατών της - εναγόντων.
Ειδικότερα, μολονότι η επίδικη επιταγή εμφανίστηκε, εμπρόθεσμα, από την κομίστρια, στην πληρώτρια τράπεζα προς πληρωμή, την 17-2-2003, κατά την οποία οι ενάγοντες δεν είχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό τους, όπως είχαν υποχρέωση, βάσει του νόμου περί επιταγών, το κατάστημα της εναγομένης στα ..., αν και είχε τη δυνατότητα να σφραγίσει την επιταγή, βεβαιώνοντας τη μη πληρωμή της (άρθρο 88 παρ. 1 του ν. 1969/1991), επέλεξε, κατόπιν συμφωνίας με την κομίστρια, να αναλάβει η ίδια την είσπραξή της, παρέχοντας, έτσι, την ευκαιρία στους εκδότες-ενάγοντες να καλύψουν, άμεσα, το συνολικό ποσό της επιταγής, προκειμένου να μη σφραγιστεί.
Από την άλλη πλευρά, οι ενάγοντες, αν και γνώριζαν, λόγω της μακρόχρονης επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, ότι όφειλαν και είχαν υποχρέωση από το νόμο να διαθέτουν στο λογαριασμό τους κεφάλαια επαρκή, για την κάλυψη της εκδοθείσας επιταγής, κατά το χρόνο της εμπρόθεσμης εμφάνισής της, δεν φρόντισαν, ούτε όταν ενημερώθηκαν από την εναγομένη για την εμφάνιση της επιταγής σε υποκατάστημά της, να καλύψουν αυτήν, στην προθεσμία που τους όρισε η Τράπεζα, γνωρίζοντας τις δυσμενείς συνέπειες που θα ακολουθούσαν.
Συνεπώς, η τελευταία προέβη, νόμιμα, την 19-2-2003, στη σφράγιση της επιταγής, αφού προηγουμένως διαπίστωσε, κατόπιν ελέγχου του λογαριασμού του εκδότη, μέσω του ηλεκτρονικού κέντρου αυτής, ότι και κατά το χρόνο εκείνο δεν υπήρχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια Για τα παραπάνω σαφής και πειστική είναι η κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης, υπαλλήλου της στο κατάστημα ...
κατά τον επίδικο χρόνο, ο οποίος έχει προσωπική και άμεση αντίληψη των όσων κατέθεσε. Δεν αναιρούνται δε από το προσκομιζόμενο με επίκληση από τους ενάγοντες αντίγραφο κίνησης του λογαριασμού τους, στο κατάστημα ... της εναγομένης, της 19-2-2003, από το οποίο, ναι μεν προκύπτει, ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία πιστώθηκε ο λογαριασμός τους με το ποσό των 9.997 ευρώ, με κωδικό 26 (φύλακτρα), πλην όμως δεν αποδεικνύεται, ότι η πιστωτική αυτή εγγραφή έλαβε χώρα πριν από τη σφράγιση της επιταγής και ότι υπήρχε κατ' αυτήν επαρκές διαθέσιμο υπόλοιπο,....
Περαιτέρω, το γεγονός, ότι η επίδικη επιταγή πληρώθηκε, τελικά, την 21-2-2003, ήτοι εντός της οκταήμερης προθεσμίας από την έκδοσή της (14-2-2003) και, σε κάθε περίπτωση, πριν από την αναγγελία της, ως "ακάλυπτης", δεν καθιστά μη νόμιμη την εν λόγω αναγγελία. Και τούτο, διότι, σύμφωνα με τις διατάξεις της προαναφερθείσας 502/3/23-6-1992 απόφασης της Επιτροπής Νομισματικών και Πιστωτικών Θεμάτων, όπως αυτή ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο (2003), πριν την τροποποίησή της με την 234/11-12-2006 απόφαση της ίδιας Επιτροπής, η Τράπεζα εφόσον διαπίστωσε ακάλυπτη επιταγή, είχε υποχρέωση να την αναγγείλει στην Ένωση Ελληνικών Τραπεζών, από την επόμενη εργάσιμη ημέρα της εμφάνισής της, ή ευθύς από την παραλαβή της σε φωτοαντίγραφο από το κατάστημα που τη σφράγισε, όπως στην προκειμένη περίπτωση, χωρίς να απαιτείται να αναμένει τη συμπλήρωση της οριζόμενης από το άρθρο 29 του ν. 5960/1933 οκταήμερης προθεσμίας από την έκδοσή της και τη διαπίστωση της μη πληρωμής της.
Κατ' ακολουθία, η γενόμενη αναγγελία της επιταγής από την εναγόμενη Τράπεζα, δεν συνιστά παράνομη πράξη, η δε εναγομένη δεν απέβλεπε με αυτή στην προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων, αλλά στην εκτέλεση των καθηκόντων της, όπως επιτασσόταν από το νόμο. Ο ισχυρισμός των εκκαλούντων, ότι η αναγγελία της επιταγής από την εναγομένη έγινε, καθυστερημένα, ένα μήνα, περίπου, μετά τη σφράγισή της, αλυσιτελώς προβάλλεται και δεν ασκεί επιρροή, αφού η προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 502/3/23-6-1992 απόφαση της Επιτροπής Νομισματικών και Πιστωτικών Θεμάτων, που εφαρμόζεται εν προκειμένω, δεν θέτει χρονικό όριο, για την αναγγελία της ακάλυπτης επιταγής, μετά τη διαπίστωσή της.
Ανεξάρτητα, όμως, από αυτό, όπως αποδείχθηκε, η αποστολή του εντύπου της αναγγελίας από την εναγομένη στο διατραπεζικό σύστημα πληροφοριών έγινε στις 28-2-2003". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων, ως προς τις αξιώσεις τους για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ως ουσιαστικά αβάσιμη, επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως, αφού αντικατέστησε εν μέρει τις αιτιολογίες της.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 57, 59, 914, 919, 932 ΑΚ και 79 ν. 5960/1932, (την παραβίαση των οποίων, κατ' εκτίμηση της αίτησης αναίρεσης, επικαλούνται οι αναιρεσείοντες) και στηρίζουν το σαφές ως άνω αρνητικό αποδεικτικό της πόρισμα, ότι η συμπεριφορά των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης να συντάξουν, μετά την εμφάνιση της ένδικης επιταγής εντός της οκταήμερης προθεσμίας προς πληρωμή, βεβαίωση μη πληρωμής αυτής, λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων της εκδότριας πρώτης αναιρεσείουσας και, ακολούθως, να προβούν σε αναγγελία της σφράγισης της επιταγής στο διατραπεζικό σύστημα πληροφοριών, δεν συνιστά παράνομη πράξη, ούτε και είναι αντίθετη στην καλή πίστη και στα χρηστά ήθη, και συνεπώς δεν στοιχειοθετείται αδικοπραξία της αναιρεσίβλητης και προσβολή της προσωπικότητας των αναιρειόντων.
Ειδικότερα, την κρίση αυτή του Εφετείου, ότι ουδεμία αδικοπρακτική συμπεριφορά επέδειξαν οι υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης, αλλά αντιθέτως ενήργησαν ως είχαν υποχρέωση στα πλαίσια των ανατεθειμένων σ' αυτούς καθηκόντων, επιστηρίζουν οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι οι υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης, ενεργούντες με καλή πίστη και με βάση τις συναλλακτικές τραπεζικές συνήθειες, αν και η Τράπεζα δεν είχε σχετική προς τούτο υποχρέωση, νόμιμη ή συμβατική, όταν διαπίστωσαν, κατά την εμφάνιση της επιταγής το πρωί της 17-2-2003, την έλλειψη επαρκούς υπολοίπου στον λογαριασμό της εταιρείας, σε χρέωση του οποίου είχε αυτή εκδοθεί, δεν προέβησαν, όπως είχαν τη δυνατότητα, σε άμεση σφράγισης της επιταγής, αλλά ειδοποίησαν τον δεύτερο αναιρεσείοντα, να καλύψει τη διαφορά, μέχρι το μεσημέρι της επόμενης ημέρας (18-2-2003), στη συνέχεια δε, εφόσον αυτός δεν ανταποκρίθηκε, η εκδοθείσα και εμφανισθείσα στην αναιρεσίβλητη επιταγή εθεωρείτο πλέον ακάλυπτη και, ως εκ τούτου, είχαν υποχρέωση να αναγγείλουν το γεγονός στην Ένωση Ελληνικών Τραπεζών από την επόμενη εργάσιμη ημέρα της εμφάνισής της (19-2-2003), αφού δεν αποδείχθηκε μέχρι τον χρόνο σφράγισης πίστωση του ένδικου λογαριασμού κατά το ελλείπον ποσό, η ενέργεια δε αυτή της αναιρεσίβλητης δεν απέβλεπε στην προσβολή της προσωπικότητας των αναιρεσειόντων, αλλά στην εκτέλεση των καθηκόντων της, όπως επιτασσόταν από τον νόμο.
Συνεπώς, ο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς, διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ.
ΚΠολΔ, εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, και κατά προφανή παρανόηση δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όμως, είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως, δε, στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, όπως αυτό πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.
Τούτο, δε, διότι, αυτή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που εξάγεται από το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, η δε σχετική αιτίαση αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (ΟλΑΠ 2/2008, AΠ 10/2021, ΑΠ 1071/2015). Έτσι, δεν εφαρμόζεται η διάταξη όταν το δικαστήριο εκτιμά ένα έγγραφο διαφορετικά από τον διάδικο (ΑΠ 8/2021).
Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο (αρθρ. 566 παρ. 2 ΚΠολΔ), μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενο, γ) ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει το έγγραφο αυτό, ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται ότι δέχθηκε η απόφαση, να είναι δυνατή η υπό του Αρείου Πάγου κρίση περί ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος, δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) ποια ουσιώδη επιρροή άσκησε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου επί του διατακτικού της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο συμπέρασμα για τον αναιρεσείοντα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου και στ) να εκτίθεται (ή να προκύπτει) ότι πρόκειται για έγγραφο από τα προβλεπόμενα στα άρθρα 339 ή 432 ΚΠολΔ (ΑΠ 342/2021, ΑΠ 333/2011, ΑΠ 909/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλομένη την από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του προσκομισθέντος από αυτούς αποσπάσματος κίνησης του υπ' αριθ. ... λογαριασμού, το οποίο έχει εξαχθεί από τα επίσημα εμπορικά βιβλία της αναιρεσίβλητης τράπεζας και, ειδικότερα, δεχόμενο το Εφετείο ότι την ημέρα σφράγισης της επιταγής ως ακάλυπτης, στις 19-2-2003, δεν υπήρχε επαρκές υπόλοιπο για την πληρωμή της επιταγής, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ως άνω λογαριασμού, επί του οποίου συρόταν η επιταγή, από την κίνηση του οποίου προέκυπτε ότι την ημέρα σφράγισης της επιταγής ο λογαριασμός πιστώθηκε με το ποσό των 9.997 ευρώ και εμφάνιζε υπόλοιπο 14.066,54 ευρώ, που κάλυπτε το ποσό της επιταγής.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι ο λογαριασμός εμφάνιζε διαφορετική κίνηση από αυτήν που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, αλλά, αφού ορθώς ανέγνωσε το συγκεκριμένο έγγραφο, δεχόμενο ότι στις 19-2-2003 "πιστώθηκε ο λογαριασμός τους με το ποσό των 9.997 ευρώ", μετά από συνεκτίμηση του περιεχομένου του με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, οδηγήθηκε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, ειδικότερα δε, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι το ποσό των 9.997 ευρώ με το οποίο πιστώθηκε ο λογαριασμός στις 19-2-2003 και κάλυπτε πλέον το ποσό της επιταγής, πιστώθηκε πριν από τη σφράγιση κατά την ίδια ημέρα της επιταγής.
Το γεγονός όμως ότι, παρά την ορθή ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου η προσβαλλομένη απόφαση συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αφού πρόκειται για αιτίαση αναγομένη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγμάτων.
Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παράβολου, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6-6-2013 αίτηση 1) της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." και 2) του Κ. Φ. του Ι. για αναίρεση της υπ` αριθ. 2579/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ