Legislator Case Law & Legislation
229/2020 AI generated

229/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 229/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 44 παρ. 2 του νόμου 3994/2011, "αν ασκηθεί έφεση από τον διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε.

Legislator headnote

AI generated

229/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως αν στην έφεση περιέχεται άρνηση της αγωγής, η απόφαση εξαφανίζεται στο σύνολό της, χωρίς να απαιτείται να γίνει προηγουμένως δεκτός κάποιος λόγος έφεσης και η υπόθεση συζητείται εκ νέου στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στο οποίο ο εκκαλών - εναγόμενος μπορεί να προβάλει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που θα μπορούσε να είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αν είχε παραστεί (ΑΠ 579/2018, ΑΠ 11/2016).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 229 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 229/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο-εισηγητή, Ζαμπέτα Στράτα, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Π. Μ. και Σία ΟΕ" και έδρα την …, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Στυλιανό Σταματόπουλο και Δημήτριο Κουκουράκη.

Των αναιρεσιβλήτων: α) Π. Π. Λ., β) Ε. συζ. Π. Λ., το γένος Π. Μ., κατοίκων ..., γ) Χ. Π. Μ., κατοίκου ... και δ) Α. Π. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παναγιώτα Χαλκίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-11-2015 αγωγή της αναιρεσείουσας στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 263/2017 του παραπάνω Δικαστηρίου και 5237/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 11-12-2018 αίτησή της. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίστηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.

Κατά την εκδίκαση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ζήτησαν της αναιρεσείουσας την παραδοχή και των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική τους δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 5237/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της 263/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, αφού εξαφανίστηκε η απόφαση αυτή, απερρίφθη αγωγή λογοδοσίας της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων, η οποία είχε γίνει δεκτή με την πρωτοβάθμια απόφαση, λόγω ερημοδικίας των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

1. Κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 44 παρ. 2 του νόμου 3994/2011, "αν ασκηθεί έφεση από τον διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε.

Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, αν ασκηθεί έφεση από εναγόμενο που δικάστηκε ερήμην, με συνέπεια να θεωρηθούν ομολογημένοι, κατά το άρθρο 271 παρ. 3 ΚΠολΔ, οι αγωγικοί πραγματικοί ισχυρισμοί και να γίνει δεκτή η αγωγή, η εκκαλουμένη απόφαση με μόνη την, κατ' άρθρο 532 ΚΠολΔ, τυπικά παραδεκτή άσκηση της έφεσης εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους τυχόν πρόσθετους αυτής λόγους, προκειμένου να ανατραπεί το σε βάρος του εναγομένου τεκμήριο ομολογίας.

Επομένως αν στην έφεση περιέχεται άρνηση της αγωγής, η απόφαση εξαφανίζεται στο σύνολό της, χωρίς να απαιτείται να γίνει προηγουμένως δεκτός κάποιος λόγος έφεσης και η υπόθεση συζητείται εκ νέου στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στο οποίο ο εκκαλών - εναγόμενος μπορεί να προβάλει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που θα μπορούσε να είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αν είχε παραστεί (ΑΠ 579/2018, ΑΠ 11/2016).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αυτοί, δηλαδή, οι οποίοι, με την προϋπόθεση ότι έχουν προταθεί νόμιμα, θεμελιώνουν ιστορικά το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος. "Πράγματα", επίσης, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, εφόσον περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, τα οποία αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 29/2012, ΑΠ 2024/2009, ΑΠ 1640/2009).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, τέτοια δε αίτηση είναι, ιδίως, εκείνη της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου κλπ (ΑΠ 178/2013).

Συνεπώς, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, όταν το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, που προσεβλήθη ενώπιόν του, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της έφεσης.

Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από την παραδεκτή επισκόπησή της προκύπτει (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), εξαφανίσθηκε η παραπάνω πρωτοβάθμια απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή, λόγω ερημοδικίας των αναιρεσιβλήτων, η κατ' αυτών από 26-11-2015 αγωγή λογοδοσίας της αναιρεσείουσας, καθόσον οι αναιρεσίβλητοι με την οικεία από 14-9-2017 έφεσή τους, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση και αυτής προκύπτει, αρνήθηκαν την παραπάνω αγωγή και, ειδικότερα, τη σύμβαση εντολής που με την αγωγή αυτή προβλήθηκε ως γενεσιουργός αιτία της επίμαχης λογοδοσίας, διαλαμβάνοντας, ειδικότερα, στο δικόγραφο της έφεσής τους αυτής, ότι: 1) "...

από τα παραπάνω εκτιθέμενα, που λόγω της ερημοδικίας μας δεν έχουν ληφθεί καθόλου υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, προδήλως συνάγεται ότι ουδεμία σύμβαση εντολής είσπραξης και απόδοσης μισθωμάτων προς την εφεσίβλητη ή τον νόμιμο εκπρόσωπό της συνήψαμε ως τάχα εικονικοί συνιδιοκτήτες και ότι συνεπώς ουδεμία υποχρέωση για λογοδοσία κατ' άρθ. 303 ΑΚ υφίσταται από εμάς προς την εταιρεία ...", 2) "...

τα αντίθετα κρίνοντας η εκκαλουμένη, δεχόμενη την ύπαρξη σύμβασης εντολής μας από την εφεσίβλητη, προκειμένου να εισπράττουμε τα μισθώματα των αναφερόμενων στην αγωγή ακινήτων για λογαριασμό της ως τρίτοι και να της τα αποδίδουμε ως δήθεν εικονικοί συνεταίροι και συνιδιοκτήτες τους τάχα, έσφαλε και για το λόγο τούτο θα πρέπει να εξαφανιστεί ...", 3) "... 1ος λόγος - πλήρης άρνηση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής.

Στα πλαίσια του πρώτου μέρους της παρούσας εφέσεως, ειδικότερα κατά την παράγραφο υπό στοιχεία III, όπου αρνούμαστε και αποκρούομε την ιστορική βάση της αγωγής της εφεσίβλητης εταιρείας σε βάρος μας ...", 4) "... επειδή ρητά και κατηγορηματικά, στα πλαίσια προβολής του πρώτου λόγου της παρούσας έφεσης, επαναλαμβάνουμε ότι αποκρούουμε τον ψευδή ισχυρισμό περί δήθεν εικονικής μας συμμετοχής στην οικογενειακή εταιρεία "Κ.

Π. Μ. και Σια ΟΕ" (νυν αντίδικο)...όπως επίσης αρνούμαστε και αποκρούουμε την ύπαρξη οιασδήποτε δήθεν εντολής ή ανάκλησής της για είσπραξη πολιτικών καρπών και μισθωμάτων (ως δήθεν εντολοδόχων και εικονικών εταίρων του), τα οποία μισθώματα υποτίθεται ότι στη συνέχεια θα έπρεπε να τα αποδίδουμε στον ίδιο ή στην αντίδικο εταιρεία ..." και 5) "...

επειδή η αλήθεια είναι ότι ουδέποτε χρειάστηκε να παρέχουμε στην εφεσίβλητη κανενός είδους λογοδοσία ατελή ή μη, ποτέ δεν τέθηκε τέτοιο ζήτημα και κυρίως διότι δεν είχαμε καμία υποχρέωση προς τούτο ...". Αφού, συνεπώς, οι αναιρεσίβλητοι αρνήθηκαν ρητά με το προεκτεθέν περιεχόμενο της παραπάνω έφεσής τους, που ασκήθηκε παραδεκτά, την ανωτέρω ιστορική βάση της προαναφερθείσας εναντίον αυτών αγωγής της αναιρεσείουσας, ζητώντας την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης και την απόρριψη της παραπάνω αγωγής, ορθά, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, το Εφετείο εξαφάνισε, άνευ ετέρου, στο σύνολό της την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε κάνει δεκτή, λόγω ερημοδικίας των αναιρεσιβλήτων, την παραπάνω αγωγή.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 και 9 ΚΠολΔ, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες, ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, ήτοι ότι εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, στο σύνολό της, χωρίς αντίστοιχο λόγο έφεσης και χωρίς σχετικό αίτημα.

2. Περαιτέρω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, με την απόφασή του αυτή εξαφάνισε, σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρονται στον πρώτο λόγο αναίρεσης, την πρωτοβάθμια (ερήμην των εκκαλούντων - αναιρεσιβλήτων) απόφαση από μόνο το γεγονός της άρνησης, κατά τα ανωτέρω, από τους αναιρεσίβλητους της ιστορικής βάσης της κατ' αυτών αγωγής, χωρίς, δηλαδή, να ερευνήσει προηγουμένως τους λόγους της έφεσής τους.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 και 8 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι έκανε δεκτό τον πρώτο λόγο έφεσης, ενώ αυτός "ήταν προφανές ότι τύγχανε μη νόμιμος και έπασχε από ποιοτική αοριστία". Είναι δε αβάσιμος ο λόγος αυτός, πρωτίστως, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι στο ότι το Εφετείο απεφάνθη, κάνοντας δεκτό τον πρώτο λόγο έφεσης, ενώ τούτο δεν συνέβη, αφού, κατά τα ανωτέρω, το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση χωρίς προηγούμενη έρευνα των λόγων έφεσης και, στη συνέχεια, προχώρησε στην εξέταση της ένδικης αγωγής, την οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, επειδή δεν αποδείχθηκε η κύρια ιστορική της βάση.

3. Απορριπτέος, για τον ίδιο παραπάνω λόγο, είναι και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1, 8 και 9 ΚΠολΔ, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή δεν απέρριψε: α) το δεύτερο λόγο έφεσης, λόγω "ποιοτικής - νομικής αοριστίας" της ένστασης παραγραφής της αξίωσης λογοδοσίας, που προβλήθηκε με αυτόν και β) τον τρίτο λόγο έφεσης, αν και η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος παροχής λογοδοσίας, που προβλήθηκε με αυτόν, ήταν μη νόμιμη και αόριστη.

4. Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση για την αλήθεια ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, αλλά και μόνον εκείνα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρώτη των οποίων εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, της ενεργείας, δηλαδή, του δικαστηρίου με πρωτοβουλία των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση ενός εγγράφου, όταν είναι ειδική και προκύπτει από αυτή η ταυτότητα του εγγράφου. Η επίκληση αυτή μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση, είτε με αναφορά με τις προτάσεις αυτές σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.

Για να ιδρυθεί ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, θα πρέπει ο ισχυρισμός, τον οποίο το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι έχει αποδειχθεί βάσει αποδεικτικών μέσων που δεν είχαν προσκομισθεί νόμιμα, να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 335 ΚΠολΔ, αφού μόνον ένας τέτοιος ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 911/2002).

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο απέρριψε με την απόφασή του αυτή την παραπάνω αγωγή λογοδοσίας, επειδή έκρινε ότι δεν αποδείχτηκε η μεταξύ της αναιρεσείουσας και των αναιρεσιβλήτων σύμβαση εντολής διαχείρισης των αναφερόμενων μισθωμάτων, στην οποία η αναιρεσείουσα στήριξε την αξίωσή της για παροχή της λογοδοσίας.

Ειδικότερα, δέχτηκε το Εφετείο ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, αποδείχτηκε, πλην άλλων και ότι "δυνάμει του από 23-8-1979 ιδιωτικού συμφορητικού, ο Κ. Μ., καθώς και οι δεύτερη, τρίτος και τέταρτος των εναγομένων (αδέλφια του) συνέστησαν την ομόρρυθμη εταιρία, με την επωνυμία "Κ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", (ενάγουσα), με σκοπό την κατασκευή πολυώροφων οικοδομών, με το σύστημα της αντιπαροχής και συμμετοχή του κάθε εταίρου στα κέρδη και τις ζημίες κατά ποσοστό 25%.

Διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας ορίστηκε ο Κ. Μ., ενώ οι υπόλοιποι συμμετείχαν σ' αυτήν, ως ομόρρυθμα μέλη με ποσοστό 25% ο καθένας τους. Από την έναρξη της ως άνω εταιρείας, όλα τα αδέλφια ασχολήθηκαν αποκλειστικά με τη λειτουργία της ανωτέρω οικογενειακής επιχείρησης, όπως έκανε και ο πρώτος εναγόμενος και σύζυγος της δεύτερης εναγομένης Π.

Λ.. Μάλιστα, για την εξυπηρέτηση της εύρυθμης λειτουργίας της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, αυτοί είχαν κατανείμει μεταξύ τους τις αρμοδιότητες. Έτσι ο Κ. Μ. είχε την αρμοδιότητα να διευθύνει και να εκπροσωπεί την εταιρεία στις συναλλαγές της, να διαχειρίζεται κάθε οικονομική της δραστηριότητα και να υπογράφει κάτω από την εταιρική επωνυμία κάθε έγγραφο που αφορούσε την ως άνω εταιρεία.

Για το λόγο αυτό, οι υπόλοιποι εταίροι (αδέλφια του) του είχαν χορηγήσει σχετική πληρεξουσιότητα, προκειμένου να συμβάλλεται για λογαριασμό τους, ως πωλητής ή εκμισθωτής των ακινήτων της ενάγουσας εταιρείας. Οι δε Π. Λ., Χ. και Α. Μ. (πρώτος, τρίτος και τέταρτος των εναγομένων), είχαν αναλάβει, κυρίως, τις εξωτερικές εργασίες, όπως την ανεύρεση και επίβλεψη των συνεργείων καθώς και την πληρωμή τους, ενώ η δεύτερη εναγόμενη είχε αναλάβει την αρμοδιότητα της είσπραξης των μισθωμάτων των εκμισθωμένων ακινήτων της εταιρείας και την κατάθεσή τους, κατά το ποσοστό που αναλογούσε στον καθένα, στους τραπεζικούς λογαριασμούς των εταίρων...Τα έσοδα από τις πωλήσεις των ακινήτων της εταιρείας εισέπραττε ο Κ.

Μ., καταθέτοντας το ποσό αρχικά σε δικό του τραπεζικό λογαριασμό, ενώ στη συνέχεια το διένειμε σε κάθε εταίρο, κατά το ποσοστό συμμετοχής του στα κέρδη της εταιρείας. Τα έσοδα από τα μισθώματα της εταιρείας εισέπραττε η δεύτερη εναγόμενη με την κατάθεση αυτών σε κοινό λογαριασμό που αυτή διατηρούσε και ακολούθως τα διένειμε, κατά το αναλογούν στον καθένα ποσοστό (1/4) στους τέσσερις εταίρους, καταθέτοντάς τα στους τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούσε ο καθένας από αυτούς.

Για το λόγο αυτό, είχαν ανοιχτεί στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος κοινοί λογαριασμοί των εταίρων ... Και ενώ οι σχέσεις των αδελφών υπήρξαν αρμονικές, από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2008, αυτές διαταράχτηκαν εξαιτίας της αποχώρησης των εναγομένων από την εταιρεία, λόγω συνταξιοδότησής τους. Ειδικότερα, οι τελευταίοι για τον ως άνω λόγο ζήτησαν τη διανομή της ακίνητης και κινητής περιουσίας, των τραπεζικών λογαριασμών και των μετοχών της επιχείρησης.

Προκειμένου δε να διευθετηθούν τα ανωτέρω ζητήματα, έπρεπε αυτοί να συμφωνήσουν στη διανομή της κοινής τους ακίνητης περιουσίας, ώστε καθένας από αυτούς, που του ανήκε το 1/4 εξ αδιαιρέτου σε κάθε ακίνητο, να αποκτήσει κατά πλήρη κυριότητα κάποιες οριζόντιες ιδιοκτησίες καθώς και στη μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων της δεύτερης, τρίτου και τέταρτου των εναγομένων στον Κ.

Μ., ο οποίος θα συνέχιζε τη λειτουργία της επιχείρησης. Έτσι, ενώ αρχικά συμφώνησαν να διανείμουν μεταξύ τους την κοινή ακίνητη περιουσία και για το σκοπό αυτό καταρτίστηκαν τα ... και .../29-10-2008 συμβόλαια διανομής και ανταλλαγής ποσοστών της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευσταθίας Μπολτσή, δυνάμει των οποίων κάθε συμβαλλόμενος παρέλαβε στη νομή του τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που περιήλθαν σ' αυτόν κατά πλήρη κυριότητα με την ανταλλαγή και άρχισε έκτοτε να τις νέμεται με διάνοια κυρίου, χωρίς να διατυπωθεί εκ μέρους κάποιου από αυτούς προς τον άλλο οποιαδήποτε διαμαρτυρία, στη συνέχεια δημιουργήθηκαν προστριβές και διαρκείς δικαστικές διενέξεις.

Ο Κ. Μ., άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 2-5-2011 αγωγή του σε βάρος των πρώτου, τρίτου και τέταρτου των εναγομένων και των αποκτώντων από αυτούς, ισχυριζόμενος ότι το .../2008 συμβόλαιο, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και των πρώτου, τρίτου και τέταρτου των εναγομένων, με το οποίο οι τελευταίοι αποκτούσαν κατά πλήρη κυριότητα τις περιγραφόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες, ήταν άκυρο, διότι δεν έφερε τη δική του υπογραφή και για το λόγο αυτό ζητούσε να αναγνωριστεί ότι ούτε οι ανωτέρω εναγόμενοι ούτε οι τρίτοι, που τις απέκτησαν από αυτούς, κατέστησαν κύριοι των εν λόγω ιδιοκτησιών.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 5895/2013 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που την απέρριψε λόγω καταχρηστικότητας. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε την από 28-1-2014 έφεσή του ο ως άνω ενάγων και με την 1473/2015 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αυτή απορρίφθηκε και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση.

Ήδη η ως άνω 473/2015 απόφαση κατέστη αμετάκλητη με την 87/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κατήργησε τη δίκη, λόγω παραιτήσεως του ως άνω ενάγοντος. Σημειωτέον δε ότι με την ως άνω απόφαση κρίθηκαν αμετάκλητα ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι οψίμως σε κείνη τη δίκη προταθέντες ισχυρισμοί του Κ. Μ. περί εικονικής συμμετοχής των δεύτερης τρίτου και τέταρτου των εναγομένων στην ενάγουσα εταιρεία και περί αποκλειστικής κυριότητας του Κ.

Μ. επί όλων των ακινήτων της ενάγουσας εταιρείας. Περαιτέρω, δικαστική διένεξη δημιουργήθηκε και όσον αφορά το ζήτημα της μεταβίβασης των εταιρικών μεριδίων των δεύτερης, τρίτου και τέταρτου των εναγομένων στον Κ. Μ., καθόσον στο καταρτισθέν μεταξύ τους από 31-10-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης της ενάγουσας εταιρείας, οι ως άνω εναγόμενοι-εταίροι εμφανίζονταν να αποχωρούν από την εταιρεία, μεταβιβάζοντας τα εταιρικά τους μερίδια στον Κ.

Μ. αντί ποσού 36,68 ευρώ ο καθένας. Οι ως άνω εναγόμενοι αμφισβήτησαν το κύρος του ως άνω συμφωνητικού και υπέβαλαν σε βάρος του Κ. Μ., την από 1-9-2010 μήνυση για πλαστογραφία με χρήση του ως άνω συμφωνητικού, η οποία τέθηκε στο αρχείο με την 12/2012 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών, καθώς και την από 20-7-2016 αγωγή τους περί επιδίκασης του ανταλλάγματος για τη μεταβίβαση των εταιρικών τους μεριδίων, επί της οποίας δεν προκύπτει ότι έχει εκδοθεί σχετική δικαστική απόφαση.

Μεταξύ δε των πολλών δικών, που ανοίχθηκαν στα πλαίσια των διαταραγμένων σχέσεων των αδελφών, είναι κι εκείνες με την κατάθεση εκ μέρους του Κ. Μ., πανομοιότυπων αγωγών ... Πρέπει δε να σημειωθεί ότι με την 4891/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που έκρινε επί της ασκηθείσας εκ μέρους του Κ. Μ. εφέσεως κατά της 2112/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σχετικά με την από 19-4-2010 αγωγή του σε βάρος της δεύτερης εναγόμενης, απορρίφθηκαν οι ισχυρισμοί του ενάγοντα Κ.

Μ., περί χορήγησης δανείου σ' αυτήν και περί εικονικής συμμετοχής των αδελφών του στην εταιρεία, ενώ έγινε δεκτή τελεσίδικα η πραγματική συμμετοχή τους στην εταιρεία και η διανομή των κερδών αυτής μεταξύ τους και συνακόλουθα ο ισχυρισμός της δεύτερης εναγόμενης ότι έλαβε το σχετικό ποσό από τον ενάγοντα αδελφό της, όχι ως δάνειο, αλλά λόγω της συμμετοχής της στα κέρδη της εταιρείας σε ποσοστό 25%.

Με την κρινόμενη αγωγή η ενάγουσα ισχυρίζεται και πάλι ότι οι δεύτερη, τρίτος και τέταρτος των εναγομένων αδελφών, συμμετείχαν εικονικά στην ενάγουσα εταιρεία και φέρονται ως συγκύριοι των περιγραφομένων στην αγωγή ακινήτων, των οποίων αποκλειστική κυρία είναι η ενάγουσα, για φορολογικούς λόγους. Ότι, στην πραγματικότητα, οι ως άνω εναγόμενοι δεν ήταν συνεταίροι του, αλλά υπάλληλοι στην εταιρεία του, που τους κατέβαλλε μισθό, κι ότι αυτοί, καθώς και ο πρώτος εναγόμενος, κατ' εντολή του, εισέπρατταν από το έτος 1988 τα μισθώματα των εκμισθωμένων ακινήτων του, με τη συμφωνία να του αποδίδουν -κατόπιν αφαίρεσης του μισθού τους- τα υπόλοιπα ποσά ανά εξάμηνο.

Ότι αυτοί, κατά το έτος 2008, που λύθηκε η σύμβαση εντολής, του είχαν αποδώσει μόνο ένα μικρό μέρος των εισπραχθέντων μισθωμάτων κι όταν αυτούς τους ζήτησε λογοδοσία, οι τελευταίοι του παρέδωσαν έναν ασαφή κατάλογο. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί της ενάγουσας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν. Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε, οι δεύτερη, τρίτος και τέταρτος των εναγομένων, είχαν πραγματική συμμετοχή στην ενάγουσα εταιρεία σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας.

Για το λόγο αυτό συμμετείχαν σε ποσοστό 25% ο καθένας στα κέρδη της. Η διανομή των κερδών της εταιρείας, γινόταν ισομερώς στον κάθε συνεταίρο, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από τους εναγόμενους, εντάλματα πληρωμής και γραμμάτια είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, που αφορούν τα έτη 1992-2008, καθώς κι από τα αντίγραφα βιβλιαρίων των διαδίκων της ίδιας ως άνω Τράπεζας.

Σύμφωνα με τα έγγραφα αυτά, η δεύτερη εναγόμενη, η οποία, όπως προεκτέθηκε, ασχολούνταν με την είσπραξη των μισθωμάτων των εκμισθωμένων ακινήτων της εταιρείας, έκανε ανάληψη δύο φορές κατ' έτος ορισμένου χρηματικού ποσού από κοινό λογαριασμό που διατηρούσε με τους λοιπούς εταίρους ή τις συζύγους τους και το διένειμε ισομερώς, ήτοι κατά το 1/4, καταθέτοντας το ποσό που αναλογούσε στον καθένα στους τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούσαν στην ΕΤΕ οι λοιποί συνεταίροι (αδέλφια).

Έτσι, την ίδια ημέρα και ώρα που κάνει ανάληψη κάποιου ποσού, εμφανίζεται να καταθέτει το 1/4 αυτού και στον ... λογαριασμό, που διατηρούσε στην ΕΤΕ ο Κ. Μ., με συνδικαιούχο τη σύζυγό του Α.. Εκτός των ανωτέρω, η ιδιότητα των εναγομένων ως συνεταίρων και συνακόλουθα και ως συγκυρίων των ακινήτων και όχι ως απλών υπαλλήλων της εταιρείας, προκύπτει και από τη συμμετοχή τους σε επένδυση σε αμοιβαία κεφάλαια.

Ειδικότερα ο Κ. Μ. και οι πρώτος, τρίτος και τέταρτος των εναγομένων εμφανίζονται ως συνδικαιούχοι σε επένδυση σε αμοιβαία κεφάλαια της εταιρείας ..., που έγινε στις 8-1-1998, ποσού 2.5 δις δρχ. Εάν αυτοί είχαν την πραγματική ιδιότητα των υπαλλήλων της εταιρείας και συμμετείχαν σ' αυτή εικονικά ως συνεταίροι, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί το γεγονός της συμμετοχής τους στην ανωτέρω σημαντική επένδυση.

Η επικαλούμενη δε από την ενάγουσα σύμβαση εντολής βάσει της οποίας οι εναγόμενοι θα εισέπρατταν τα μισθώματα των ακινήτων κυριότητας και συγκυριότητας της ενάγουσας εταιρείας και θα απέδιδαν μετά την αφαίρεση των γενομένων εξόδων, το υπόλοιπο, δεν επιβεβαιώθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Ειδικότερα δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, γιατί παρότι οι εναγόμενοι εισέπρατταν ως υπάλληλοι της ενάγουσας από το έτος 1988, τα μισθώματα των ακινήτων της και δεν τα απέδωσαν, η ενάγουσα αδράνησε επί τόσα έτη να διεκδικήσει τόσο σημαντικά ποσά, και ειδικότερα μέχρι το έτος 2008, οπότε τα διεκδίκησε με την υπό κρίση αγωγή της.

Περαιτέρω, ενώ η ενάγουσα, όπως ισχυρίζεται, τον Οκτώβριο του έτους 2008, ανακάλεσε τη δοθείσα προς τους εναγόμενους εντολή και διαπίστωσε ότι της οφείλουν το ποσό των 8.316.475 ευρώ, ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας Κ. Μ., περί τα τέλη του ιδίου ως άνω μήνα, δέχεται να διανείμουν τις κοινές οριζόντιες ιδιοκτησίες, καταρτίζοντας τα προαναφερθέντα ...

και .../29-10-2008 συμβόλαια διανομής και ανταλλαγής ποσοστών... Κατόπιν όλων των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να παράσχουν λογοδοσία στην ενάγουσα, ως εντολοδόχοι της, για το λόγο ότι δεν αποδείχτηκε ότι είχε καταρτιστεί μεταξύ αυτών (εναγομένων) και της ενάγουσας η οποιαδήποτε σύμβαση εντολής ...".

Σύμφωνα με αυτά, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 11β ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δέχτηκε ότι "λάμβαναν χώρα κανονικά διανομές των μισθωμάτων", βάσει των αναφερόμενων εγγράφων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία, όμως, αυτοί δεν προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, πρωτίστως, διότι ο παραπάνω ισχυρισμός, τον οποίο φέρεται ότι δέχτηκε ως αποδεδειγμένο το Εφετείο, δεν ασκεί ουσιώδη, με την έννοια που προεκτέθηκε, επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον το Εφετείο απέρριψε, κατά τα ανωτέρω, την αγωγή, όχι βάσει του ισχυρισμού αυτού, αλλά επειδή έκρινε ότι δεν αποδείχτηκε η σύμβαση εντολής που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα ως γενεσιουργό αιτία της αξίωσής της για παροχή της επίμαχης λογοδοσίας.

Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-12-2018 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Π. Μ. και Σία ΟΕ" και έδρα την …, για αναίρεση της 5237/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ