Legislator Case Law & Legislation
229/2019 AI generated

229/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 229/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

229/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως εκ τούτου, την αποζημίωση δεν δικαιούνται εκείνοι, των οποίων η εργασιακή σχέση είναι ορισμένου χρόνου, όπως συμβαίνει σε περίπτωση σύμβασης κατά την οποία οι εργαζόμενοι έχουν προσχωρήσει σε κανονισμό του εργοδότη, που προβλέπει την αποχώρηση από την εργασία με τη συμπλήρωση προκαθορισμένου ορίου ηλικίας.

Keywords

AI generated
resignation of the government termination of service termination of mandate termination of benefits withdrawal of debt enforcement termination agreement
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 229 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 229/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ειδικής εκκαθαρίστριας της υπό ειδική εκκαθάριση τελούσης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπρέγιαννο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Ζ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Δήμα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-11-2012 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 475/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 5656/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-12-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955 "Οι μισθωτοί που απασχολούνται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας ή, αν δεν προβλέπεται τέτοιο όριο, το 65° έτος της ηλικίας τους (ήδη, από 1-1-2013, το 67ο έτος, σύμφωνα με το άρθρο πρώτο υποπαράγραφος ΙΑ4 περ.2 του ν. 4093/2012), αποχωρώντας από την εργασία τους με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το ν. 2112/1920 ή το ανωτέρω β.δ.

αποζημίωσης για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Η αποζημίωση υπολογίζεται όπως ορίζεται στο άρθρο 5 παρ.1 και 2 του ν. 3198/1955. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την εφαρμογή της απαιτείται: α) η σχέση εργασίας να είναι αορίστου χρόνου, β) ο εργαζόμενος να αποχωρεί ύστερα από τη συμπλήρωση συγκεκριμένου χρόνου υπηρεσίας ή ορίου ηλικίας και γ) η αποχώρηση να γίνεται με τη συγκατάθεση του εργοδότη.

Ως εκ τούτου, την αποζημίωση δεν δικαιούνται εκείνοι, των οποίων η εργασιακή σχέση είναι ορισμένου χρόνου, όπως συμβαίνει σε περίπτωση σύμβασης κατά την οποία οι εργαζόμενοι έχουν προσχωρήσει σε κανονισμό του εργοδότη, που προβλέπει την αποχώρηση από την εργασία με τη συμπλήρωση προκαθορισμένου ορίου ηλικίας.

Εν τούτοις, γίνεται δεκτό ότι και στην περίπτωση μιας τέτοιας σύμβασης ή σχέσης εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν με τον κανονισμό έχει προβλεφθεί η δυνατότητα προώρου λύσεως αυτής, ενυπάρχει διαλυτική αίρεση. Οπότε, πληρωθείσης της αιρέσεως, η σύμβαση εργασίας μεταπίπτει εξαρχής σε σύμβαση αόριστου χρόνου (Ολομ ΑΠ 1110/1986, ΑΠ 1137/2017).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 εδ. β' του ν. 3198/1955, μισθωτοί εν γένει, που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, δύνανται εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία εκ μέρους του εργοδότη τους, λαμβάνοντας σε όλες αυτές τις περιπτώσεις οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι τα 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικώς τα 50% της αποζημιώσεως, την οποία δικαιούνται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότη.

Για τη χορήγηση της αποζημίωσης αυτής εφαρμόζονται, κατά τα λοιπά, πάντα τα οριζόμενα στα άρθρα 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του ν.δ. 3198/1955 ως και στις διατάξεις του ν. 2112/1920 όπως ισχύει, πλην εκείνων που αφορούν στην προειδοποίηση. Αν και για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 εδ. β' του ν. 3198/1955 προϋποτίθεται ρητά μόνο η συμπλήρωση των προϋποθέσεων για λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, εξυπακούεται, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, ότι αυτή αφορά και πάλι σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, με την επιφύλαξη της μετάπτωσης μίας συμβάσεως ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου για την περίπτωση της πλήρωσης αιρέσεως, που αναφέρεται ανωτέρω (Ολομ ΑΠ 1110/1986).

Πράγματι, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η παροχή μιας εξαιρετικής δυνατότητας λύσεως της συμβάσεως εργασίας εξισορροπεί τα συμφέροντα εργοδότη και εργαζόμενου, διότι παρέχει υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα σε μειωμένη αποζημίωση (αντί της πλήρους, εάν την πρωτοβουλία της λύσεως είχε ο εργοδότης ή της απώλειας του σχετικού δικαιώματος, εάν την πρωτοβουλία είχε ο εργαζόμενος) και αποβλέπει, ταυτόχρονα, στην ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων και στη δημιουργία κενών θέσεων εργασίας.

Άλλωστε, δικαίωμα για τη λήψη αποζημιώσεως δεν παρέχεται στον εργαζόμενο, του οποίου η σύμβαση εργασίας διαρκεί μέχρι τη λήξη του χρόνου, που έχει προκαθορισθεί από τους συμβαλλόμενους ή από το νόμο ή τον κανονισμό που διέπει τις σχέσεις του προσωπικού μιας επιχείρησης, διότι στην περίπτωση αυτή η λύση της συμβάσεως επέρχεται αυτοδικαίως κατά το άρθρο 669 ΑΚ και ο μισθωτός ούτε "απομακρύνεται" από τον εργοδότη ούτε "αποχωρεί οικειοθελώς" από την υπηρεσία του.

Τέλος, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των εδαφίων α' και β' του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 και την τελολογική ερμηνεία αυτών, η πρώτη είναι συμπληρωματική της δεύτερης και έχει εφαρμογή όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής εκείνης, οπότε με συνδρομή των διαφορετικών προϋποθέσεων του εδ.

α' χορηγείται και πάλι η μειωμένη αποζημίωση (ΑΠ 686/2017). Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 4046/2012 εγκρίθηκε το Μνημόνιο Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδας, το οποίο αποτελείται από τα εξής, επιμέρους, Μνημόνια: α) Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, β) Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής και γ) Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης.

Τα παραπάνω μνημόνια επισυνάφθηκαν στο ν. 4046/2012 ως παραρτήματά του. Με το άρθρο 1 § 6 ν. 4046/2012 ορίσθηκε ότι "Οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο Ε Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις", παράγραφοι 28 και 29 του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και στο Κεφάλαιο 4 "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις για την Ενίσχυση της Ανάπτυξης" παράγραφος 4.1: "Διασφάλιση της ταχείας προσαρμογής της αγοράς εργασίας και ενίσχυση των θεσμών της αγοράς εργασίας" του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, τα σχέδια των οποίων εγκρίνονται κατά την παράγραφο 2 και προσαρτώνται ως παράρτημα V στον παρόντα νόμο, συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής.

Με αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.". Ειδικότερα, οι παράγραφοι 28 και 29 του Κεφαλαίου Ε' υπό τον τίτλο "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις" του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής αναφέρονται αντίστοιχα στην επείγουσα ανάγκη λήψης μέτρων για την αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας της Ελληνικής οικονομίας και την οικονομική ανάπτυξη (παρ. 28), καθώς και στη λήψη μέτρων για τη βελτίωση της λειτουργίας της αγοράς εργασίας, στα οποία περιλαμβάνεται και η αφαίρεση της μονιμότητας σε όλες τις παραδοσιακές (ορθότερα "υφιστάμενες" σε μετάφραση του πρωτότυπου όρου "existing") συμβάσεις σε όλες τις εταιρείες.

Η νέα νομική διάταξη θα μεταμορφώσει αυτομάτως τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου (οι οποίες ορίζονται ως έχουσες λήξη κατά το όριο ηλικίας ή την σύνταξη) σε συμβάσεις αορίστου χρόνου για τις οποίες ισχύουν οι κανονικές διαδικασίες απόλυσης (παρ. 29). Η παρ. 4.1 του Κεφαλαίου 4 του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής και υπό τον τίτλο "Δεσμεύσεις από το παρελθόν και ειδικοί εργασιακοί όροι" προβλέπει τα εξής: "Πριν την εκταμίευση καταργούνται οι όροι μονιμότητας (συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που ορίζουν ότι λήγουν σε κάποιο όριο ηλικίας ή στη συνταξιοδότηση), που περιλαμβάνονται σε νόμο ή σε συμβάσεις εργασίας".

Στη συνέχεια, κατ' εξουσιοδότηση του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012, εκδόθηκε η πράξη 6 της 28.2.2012, (Π.Υ.Σ.) που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α' 38/28.2.2012, για τη "ρύθμιση θεμάτων προς εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012". Στο άρθρο 5 αυτής ορίζεται: "1. Από 14-2-2012 συμβάσεις εργασίας εργαζομένων, που προβλέπεται να λήγουν με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας ή με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, νοούνται ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και σε περίπτωση λύσης αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2112/1920, όπως ισχύει.

Οι διατάξεις, που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις, εταιρείες ή οργανισμούς που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 ή με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 1892/1990. 2.

Από την 14.2.2012 διατάξεις νόμων ή κανονιστικών αποφάσεων, καθώς και όροι Συλλογικών Συμβάσεων και Διαιτητικών Αποφάσεων, Κανονισμών Εργασίας, Οργανισμών Προσωπικού και αποφάσεων Διοίκησης επιχειρήσεων, που θεσπίζουν όρους που υποκρύπτουν μονιμότητα ή ρήτρες μονιμότητας παρεκκλίνοντας από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας ή και προβλέπουν την εφαρμογή, αναλογική ή ευθεία, διατάξεων του Κώδικα περί Δημοσίων Υπαλλήλων, καταργούνται".

Από τα προαναφερθέντα γίνεται φανερό ότι με τις διατάξεις του άρθρου 5 της παραπάνω Π.Υ.Σ. από τις 14 Φεβρουαρίου 2012 οι συμβάσεις εργασίας εργαζομένων, που προβλέπεται να λήγουν με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας ή με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης και μέχρι τότε θεωρούνταν ορισμένου χρόνου, θα θεωρούνται στο εξής ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, οπότε σε περίπτωση λύσης αυτών θα εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2112/1920 Επίσης, ότι καταργούνται οι λεγόμενες ρήτρες μονιμότητας, δηλαδή οι κανονιστικοί εκείνοι όροι με τους οποίους ο εργοδότης αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην απολύσει τον εργαζόμενο, παρά μόνο για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά και των οποίων η βασιμότητα κρίνεται συνήθως με ορισμένη διαδικασία (Ολομ ΑΠ 11/2017).

Η πρόθεση του νομοθέτη εξαντλείται στην υλοποίηση των ανωτέρω δύο μνημονιακών υποχρεώσεων και δεν ήθελε να καταργήσει σιωπηρά τις διαλαμβανόμενες στη διάταξη του άρθρου 8 εδ. α' και β' του ν. 3198/1955 ρυθμίσεις για τη μειωμένη αποζημίωση των αποχωρούντων από την υπηρεσία εργαζομένων, που έχουν τις νόμιμες προς τούτο προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το ότι εργαζόταν με σύμβαση αόριστου χρόνου, κατηγορία άλλωστε εργαζομένων την οποία ουδόλως θίγει άμεσα ή έμμεσα η ρύθμιση του άρθρου 5 της παραπάνω Π.Υ.Σ., αφού τέτοια μνημονιακή υποχρέωση δεν είχε αναληφθεί από την Ελληνική Πολιτεία (βλ.

και ΑΠ 311/2017).

Εν προκειμένω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δικάζοντας έφεση του καθού η ανακοπή Ν. Μ. ως ειδικού διαχειριστή της τελούσας υπό ειδική εκκαθάριση "...", ο οποίος στη συνέχεια αντικαταστάθηκε νόμιμα από την αναιρεσείουσα, κατά της υπ' αριθ. 475/2013 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατά την εκούσια δικαιοδοσία την από 2.11.2012 ανακοπή του αναιρεσίβλητου, με αίτημα την επαλήθευση της απαιτήσεώς του κατά της … και την κατάταξή του ως δανειστή στον κατάλογο της ειδικής εκκαθάρισης, δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα τα εξής: "Ο ανακόπτων και ήδη εφεσίβλητος, Θ.

Ζ., προσλήφθηκε από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος" στις 28/3/1978, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και εξελίχθηκε βαθμολογικά έως τον βαθμό του Τμηματάρχη Α του Οικονομικού κλάδου, ασκούσε δε τα καθήκοντά του ως Διευθυντής της …. Στις 26/3/2012, ο ανακόπτων υπέβαλε προς την Διεύθυνση Ανθρωπίνου Δυναμικού της … την από 26-3-2012 αίτηση με την οποία ζήτησε την παραίτησή του από αυτήν με επιθυμητή ημερομηνία αποχώρησης την 2-5-2012, σύμφωνα με την Υπηρεσιακή Εγκύκλιο 47/9-3-2012.

Ο Διευθυντής του άνω τμήματος απέστειλε στη Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού (Υπ/νση Οικονομικών και Λειτουργικών Θεμάτων) της ανωτέρω τράπεζας, το από 2/5/2012 έγγραφο του στο οποίο αναφέρεται ότι "κατόπιν υποβολής της από 26-3-2012 δήλωσης οικειοθελούς αποχώρησης (παραίτησης) από την ... του Τμηματάρχη Α (Οικ) κ.

Σ. Ζ., καταστήματος …, λύθηκε η υπαλληλική του σχέση με την τράπεζα λόγω καταγγελίας εκ μέρους του της σύμβασης εργασίας του από 2-5-2012. Από την ίδια ημερομηνία - 2/5/2012 - διεγράφη από τα Μητρώα των υπαλλήλων της Τράπεζας και διακόπηκε η μισθοδοσία του". Ο ανακόπτων αποχώρησε οικειοθελώς από την Τράπεζα στις 2/5/2012, πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας υποχρεωτικής αποχώρησης από την τράπεζα, που προβλεπόταν για τον βαθμό που κατείχε από το άρθρο 126 παρ. 2 του Οργανισμού της ανωτέρω τράπεζας στον οποίο είχε αυτός προσχωρήσει κατά την πρόσληψή του.

Η αποχώρηση αυτή του ανακόπτοντος έγινε μετά τη συμπλήρωση, πραγματικής συνεχούς υπηρεσίας 34 ετών, 1 μηνός και 4 ημερών, από της αρχικής τοποθετήσεώς του στην Τράπεζα κατόπιν υποβολής εκ μέρους του της ως άνω έγγραφης παραίτησης. Η σύμβαση εργασίας του ανακόπτοντος διεπόταν από τον προαναφερθέντα συμβατικής ισχύος Οργανισμό της ανωτέρω Τράπεζας, που προέβλεπε τη λύση της συμβάσεως με τη συμπλήρωση του καθοριζομένου ορίου ηλικίας και συνεπώς...

ήταν ορισμένου χρόνου, αφού προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση των μισθωτών από την υπηρεσία τους, λόγω συμπληρώσεως του καθοριζόμενου ορίου ηλικίας. Με τον ίδιο Κανονισμό όμως, οι όροι του οποίου αποτελούσαν περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης εργασίας του ανακόπτοντος, προβλεπόταν και περίπτωση πρόωρης λύσεως της σύμβασης με μονομερή δήλωση παραιτήσεως αυτού, η αποδοχή της οποίας λογίζεται ως αυτοδικαίως γενομένη μετά πάροδο μηνός από της υποβολής της (άρθρο 126 παρ.4 Οργανισμού).

Υπήρχε επομένως ... διαλυτική αίρεση στη σύμβαση εργασίας του ανακόπτοντος (άρθρ. 669, 202 ΑΚ), η οποία πληρώθηκε με τη δήλωση παραιτήσεώς που αυτός υπέβαλε και έτσι η εργασιακή του σύμβαση κατέστη εξαρχής αορίστου χρόνου και λύθηκε με τη συγκατάθεση της εργοδότριάς του Τράπεζας που αποδέχθηκε την παραίτηση, με την άπρακτη πάροδο του μηνός από της υποβολής της.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ανακόπτων κατά την αποχώρησή του είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησης... Επομένως, υπάγεται στη ρύθμιση του άρθρου 8 εδαφ. β', ν. 3198/1955 και όχι στη ρύθμιση του άρθρου 8 εδαφ. α' που αφορά τις περιπτώσεις εκείνες των υπαλλήλων, που κατά την αποχώρησή τους δεν έχουν συμπληρώσει τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησης...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι αποδοχές του ανακόπτοντος κατά τον τελευταίο πριν από την παραίτησή του μήνα (Απρίλιο 2012) ανέρχονταν στο ποσό των 3.216,94 ευρώ ... Επομένως, η προβλεπόμενη από την εφαρμοστέα ως άνω διάταξη (8 εδαφ. β' ν. 3 198/1955) αποζημίωση που δικαιούται ο ανακόπτων με βάση τις ως άνω αποδοχές και τα έτη υπηρεσίας του στην παραπάνω Τράπεζα, ανέρχεται στο κατωτέρω ποσό: 24 μήνες Χ {3.216,94 ευρώ + 1/6 για αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας ( = 536,16) + 134,04 ευρώ (αναλογία επιδόματος ισολογισμού) = 3.887,14} Χ 40 %, = 37.316,54 ευρώ..." Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, αφού έκανε δεκτή την έφεση του καθού η ανακοπή ειδικού εκκαθαριστή, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ότι ο ανακόπτων δικαιούται να λάβει την προβλεπόμενη στο άρθρο 8 εδαφ.

α' Ν. 3198/1955 αποζημίωση, δίκασε στην ουσία την ανακοπή ως προς τα λοιπά αιτήματά της που δεν ερευνήθηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και τελικά δέχθηκε την ανακοπή του αναιρεσιβλήτου κατά το επικουρικό αίτημά της, αναγνωρίζοντας ότι αυτός είναι πιστωτής της … για το ποσό των 37.316,54 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 1/6/2012 και μέχρι την ημερομηνία που η ανωτέρω εταιρεία τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 8 εδ. β' του ν. 3198/1955, που ορθά εφάρμοσε, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν καταργήθηκε από το άρθρο 5 παρ. 1 της υπ' αριθ. 6/2012 Πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου (που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012), το οποίο επίσης ορθά δεν εφάρμοσε.

Επομένως, ο αντίθετος πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση σφάλματος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων, είναι αβάσιμος. Οι κατά το άρθρο 8 εδ. β' του ν. 3198/1955 προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση της αξίωσης εργαζομένου για μειωμένη αποζημίωση λόγω αποχωρήσεως, οι οποίες συνιστούν και το αναγκαίο περιεχόμενο της σχετικής αγωγής, είναι ότι:

α) πρόκειται για μισθωτό που συνδέεται με τον εργοδότη του με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου (ή και ορισμένου, εφόσον έλαβε χώρα μετάπτωση της συμβάσεως ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου στην περίπτωση της πλήρωσης αιρέσεως, που αναφέρεται στην πρώτη νομική σκέψη), β) υπάγεται στην ασφάλιση οποιουδήποτε οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως και ήδη συμπλήρωσε ή συμπληρώνει τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος και γ) αποχώρησε από την εργασία του ή και απομακρύνθηκε από τον εργοδότη αν πρόκειται για υπάλληλο.

Δεν είναι επομένως αναγκαίο να αναφέρονται στην αγωγή και οι προβλεπόμενες από το νόμο ή τον Κανονισμό προϋποθέσεις (ηλικία και βαθμός), από την πλήρωση των οποίων θα προέκυπτε αν πριν από την αποχώρηση του εργαζομένου είχε ήδη επέλθει η αυτοδίκαιη λύση της συμβάσεως λόγω συμπληρώσεως της κατάλληλης ηλικίας.

Το ζήτημα, αν πριν από την αποχώρηση είχε ήδη επέλθει η αυτοδίκαιη λύση της συμβάσεως, οπότε η παραίτηση και αποχώρηση του εργαζομένου δεν θα είχε έννομα αποτέλεσμα αναφορικά με την εφαρμογή του άρθρου 8 ν. 3198/1955, συνιστά ισχυρισμό που πρέπει να προβάλλει ο εναγόμενος εργοδότης προς απόκρουση της αγωγής.

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως, προβάλλοντας σφάλμα από τον αριθμό 1 και επικουρικά από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι, εφόσον στην ένδικη ανακοπή δεν γινόταν μνεία της ηλικίας του ανακόπτοντος κατά το χρόνο της παραιτήσεώς του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν είχε ή δεν είχε επέλθει η αυτοδίκαιη λύση της συμβάσεως πριν από την αποχώρησή του και ακολούθως αν η παραίτησή του επάγεται ή επάγεται αποτελέσματα, έπασχε από νομική αοριστία και γι' αυτό το Εφετείο, αρκούμενο για το νόμιμο και ορισμένο αυτής σε στοιχεία λιγότερα απ' όσα ο νόμος απαιτεί, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 ν. 3198/1955 και 127 παρ. 1 και 2 εδ.

α, γ, δ του κυρωθέντος με το ν.δ. 213/1979 Κανονισμού Προσωπικού της …, επικουρικά δε ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ανακοπή λόγω αοριστίας, ισχυρισμό που πρόβαλε στον πρώτο βαθμό και επανέφερε παραδεκτά στο Εφετείο. Σύμφωνα όμως με την ανωτέρω νομική σκέψη, ο λόγος αυτός, ο οποίος υπάγεται στον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 766/2014), είναι αβάσιμος, διότι η ηλικία του ανακόπτοντος κατά το χρόνο της παραιτήσεώς του δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση της ένδικης αξίωσής του κατά το άρθρο 8 εδ.

β' του ν. 3198/1955 ούτε επομένως αναγκαίο στοιχείο της ιστορικής βάσης της ανακοπής του.

Ως προς το ανώτατο όριο αποζημιώσεως, με το άρθρο 2 παρ. 2 του Α.Ν. 173/1967 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή Τράπεζες κ.λπ., η από το Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, οφειλομένη αποζημίωση δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να υπερβαίνει το ποσό των 240.000 δραχμών.

Το ανώτατο αυτό όριο αυξήθηκε διαδοχικά σε 600.000 δραχμές με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 207/1974, σε 1.000.000 δραχμές με το άρθρο 24 του Ν. 1082/1980, σε 1.150.000 δραχμές με το άρθρο 24 του Ν. 1545/1985, σε 1.500.000 δραχμές με το άρθρο 33 του Ν. 1876/1990 και σε 15.000 ευρώ με το άρθρο 21 παρ. 13 του Ν. 3144/2003, ενώ με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Ν.Δ. 618/1970 ορίζεται ότι τα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν για κάθε περίπτωση οφειλόμενης αποζημιώσεως στους αποχωρούντες υπαλλήλους του Δημοσίου, ΝΠΔΔ, Τραπεζών κ.λπ.

Με βάση το γράμμα των ανωτέρω διατάξεων, καταλείπεται εκ πρώτης όψεως, η εντύπωση ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους, και συνεπώς υπόκεινται στο θεσπιζόμενο από αυτές ανώτατο όριο αποζημιώσεως, οι μισθωτοί όλων ανεξαιρέτως των Τραπεζών, αφού οι διατάξεις αυτές δεν διακρίνουν μεταξύ Τραπεζών του αμιγούς ιδιωτικού και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, κατά την έννοια του άρθρου 51 παρ. 1 περ.

δ` του ν. 1892/1990, των οποίων το σύνολο των μετοχών ή τουλάχιστον η πλειοψηφία ανήκει στο Δημόσιο. Όμως, η πιο πάνω εντύπωση δεν ανταποκρίνεται στο σκοπό που επιδιώχθηκε με τη θέσπιση τους ούτε στο αληθές νόημα των διατάξεων αυτών. Ο νομοθέτης συνέδεσε τον περιορισμό της αποζημιώσεως με το πρόσωπο του εργοδότη, αποβλέποντας προδήλως στην οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των ν.π.δ.δ.

και των ως άνω επιχειρήσεων και οργανισμών κοινής ωφέλειας και τούτο για λόγους γενικότερου συμφέροντος, αφού οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τον φορολογούμενο και στην περίπτωση των κοινωφελών επιχειρήσεων το κόστος των παρεχομένων από αυτές υπηρεσιών (Ολομ ΑΠ 33-34/1997, Ολομ ΑΠ 16-18/1992). Ο σκοπός αυτός της ρυθμίσεως δικαιολογεί τη θέσπιση ανώτατου ορίου στην προβλεπόμενη από το ν. 2112/1920 αποζημίωση μόνο για τους μισθωτούς των Τραπεζών του ευρύτερου δημόσιου τομέα, οι οποίες ιδρύθηκαν και λειτουργούν για την εξυπηρέτηση των αναγκών της εθνικής οικονομίας αλλά και του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, με την παροχή στο κοινό δυνατοτήτων αποταμιεύσεως και πίστεως και άλλων υπηρεσιών με χαμηλό κόστος και διευκολύνσεις.

Αντιθέτως, δεν δικαιολογείται ο περιορισμός της αποζημιώσεως για τους μισθωτούς των Τραπεζών του αμιγούς ιδιωτικού τομέα, αφού αυτές έχουν ιδρυθεί με ιδιωτικά κεφάλαια και λειτουργούν στη χώρα με καθαρά ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, για την εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών συμφερόντων των κεφαλαιούχων-μετόχων τους, ημεδαπών και αλλοδαπών, ήταν δε, άλλωστε, οι περισσότερες άγνωστες στο νομοθέτη κατά το χρόνο της θεσπίσεως των ανωτέρω διατάξεων.

Τέτοιες τράπεζες θα ήταν παράλογο να επωφελούνται, εις βάρος των εργαζομένων, από ευνοϊκές ρυθμίσεις που είχαν σκοπό να διαφυλάξουν το δημόσιο συμφέρον (Ολομ ΑΠ 39/1998). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, όπως ισχύουν μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας καθορίζεται κάθε φορά από το νόμο.

Εξάλλου, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 1 του Ν. 1232/1982, 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982 και 51 του Ν. 1892/1990, σε συνδυασμό με το π.δ. 307/1996 με το οποίο ετέθη εκτός δημοσίου τομέα και η Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος, η τελευταία δεν περιλαμβάνεται στο δημόσιο τομέα (ΑΠ 2010/2014). Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, ο υπάλληλος της Τράπεζας αυτής, ο οποίος αποχωρεί από την υπηρεσία του, δικαιούται την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 8 εδάφ.

α` και β` του Ν. 3198/1955, όπως το εδάφ. β` αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976, αποζημίωση, χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 και 3 του Α.Ν. 173/1967 και 1 παρ. 1 και 2 του Ν.Δ. 618/1970, όπως αυτές συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν, αφού η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (Ολομ ΑΠ 1/2006, ΑΠ 130/2015).

Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ανακόπτων δικαιούται την προαναφερόμενη αποζημίωση "χωρίς τους περιορισμούς των άρθρων 2 παρ. 2 και 3 Α.Ν 173/1967 και 1 παρ.1 και 2 ΝΔ 618/1970 όπως αυτές έχουν συμπληρωθεί και τροποποιηθεί, δεδομένου ότι η ανωτέρω τράπεζα (…) ... δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα... και συνεπώς ως προς αυτήν δεν ισχύει ό προβλεπόμενος από τις ανωτέρω διατάξεις περιορισμός της αποζημίωσης." Κρίνοντας έτσι, ορθά ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 και 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970, τις οποίες δεν παραβίασε δια της μη εφαρμογής, αφού κατά τα προαναφερόμενα ο περιορισμός της αποζημιώσεως στο όριο, που οι ανωτέρω διατάξεις προβλέπουν, ισχύει μόνο για τις τράπεζες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, στον οποίο δεν περιλαμβάνεται η …. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως , με τον οποίο προβάλλεται σφάλμα από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15 Δεκεμβρίου 2017 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ' αριθ. 5656/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.-

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ