229/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 229 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 229/2016
Legislator headnote
AI generated229/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 229 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 229/2016
Full text
Απόφαση 229 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 229/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Στυλιανή Γιαννούκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Γεώργιο Αναστασάκο, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανεξάρτητης διοικητικής αρχής με την επωνυμία "Ελληνική Στατιστική Αρχή" (ΕΛ.ΣΤΑΤ.) νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχάλη Βαρότσο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. Κ. του Λ., κατοίκου ... και 2. Ν. Σ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι αμφότεροι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Θεμιστόκλεια Αναδιώτου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:433/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4068/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-11-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 25-9-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 4 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται εάν το δικαστήριο υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Σε εφαρμογή των συνταγματικών αυτών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν. 1406/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπάγονται από 11.6.1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Κατά το άρθρο 1 παρ 2 εδ. θ' του ίδιου νόμου (όπως αντικ. με το άρθρο 29 παρ. 3 Ν. 2721/1999) στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά, εκτός των άλλων και στις κάθε είδους αποδοχές του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου. Ως "αποδοχές", κατά τη διάταξη αυτή, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ΝΠΔΔ με σχέση δημόσιου δικαίου. Περαιτέρω, σύμφωνα με άρθρα 94 παρ. 2 του Συντάγματος και άρθρ. 1 στοιχ. α του ΚΠολΔ, οι διαφορές ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια. Ως διαφορές ιδιωτικού δικαίου νοούνται οι αναγόμενες σε δικαιώματα και, γενικότερα, σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, έστω και αν γενεσιουργός λόγος αυτών είναι εκτελεστές πράξεις των διοικητικών αρχών. Δηλαδή κρίσιμη από την άποψη της δικαιοδοσίας είναι η φύση του δικαιώματος και, γενικότερα της έννομης σχέσεως, που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς, και όχι της πράξεως, από την οποία απορρέει το δικαίωμα αυτό ή η σχέση. Η νομιμότητα της πράξεως αυτής ερευνάται από τα πολιτικά δικαστήρια παρεμπιπτόντως, εφ' όσον δεν υπάρχει περί αυτής απόφαση διοικητικού δικαστηρίου παράγουσα δεδικασμένο. Από τη ρηθείσα διάταξη και εκείνη του άρθρου 95 του Συντάγματος προκύπτει ευθέως ότι η δικαστική αρμοδιότητα κρίνεται από τη φύση της διαφοράς, την οποία δεν μπορεί να μεταβάλει ο νομοθέτης και, σε συνάρτηση με τη θεμελιώδη αυτή αρχή, ότι η κατά νομοθετική πρόβλεψη, παρεμβολή ενδεχομένως της διοικήσεως δεν μεταβάλλει τη φύση της διαφοράς, για την οποία η δικαιοδοτική αρμοδιότητα παραμένει αδιατάρακτη, πρσδιοριζόμενη αποκλειστικά από το χαρακτήρα της υποκείμενης σχέσεως (ΑΕΔ 5,8,10,39/1989, 85/1991, 3/2004, ΑΠ 1340/2015 ΟλΣΤΕ 1303/1997). Συνακόλουθα, οι διαφορές που ανακύπτουν από υποκείμενη σύμβαση ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια και οσάκις παρεμβάλλεται πράξη της διοικήσεως (ΑΕΔ 10/1989, ΣΤΕ 1894/2005, 2691/2005) αφού χωρίς υποκείμενη σχέση δημοσίου δικαίου δεν είναι δυνατό να ανακύψει αρμοδιότητα της διοικητικής δικαιοδοσίας. 2. Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 1-3-2006 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εξέθεταν ότι δυνάμει συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου που χαρακτηρίσθηκαν ως ορισμένου χρόνου προσλήφθηκαν και απασχολήθηκαν στην Εθνική Στατιστική Υπηρεσία, ως υπάλληλοι, με χρόνο έναρξης της εργασίας τους την 8-5-2000 και 14-3-2000 αντίστοιχα, με κανονικό ωράριο από ώρα 7.00' π.μ. μέχρι 2.30' μ.μ., επί πέντε ημέρες την εβδομάδα και συμφωνηθέντα μισθό. Ότι, μετά τις αρχικές συμβάσεις επακολούθησαν αλλεπάλληλες συμβάσεις ορισμένου χρόνου (οι οποίες αναλυτικά αναφέρονται), με το αυτό αντικείμενο υπηρεσιών τους και τους αυτούς εργασιακούς όρους, με βάση τις οποίες προσέφεραν την εργασία τους συνεχώς μέχρι τις 31-12-2005 οπότε η εναγόμενη σταμάτησε να αποδέχεται την προσφερόμενη από αυτούς εργασία. Ότι, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, εργάσθηκαν με κανονικό ωράριο με τις αυτές ως άνω ειδικότητες έκαστος, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της παραπάνω υπηρεσίας της εναγομένης, ενώ, από της αναλήψεως των καθηκόντων τους, εντάχθηκαν πλήρως στην ιεραρχική δομή της και εκτελούσαν ευδόκιμα την εργασία τους, υπό τις συγκεκριμένες οδηγίες και προγράμματα των προϊσταμένων τους, κατά το οργανόγραμμα της υπηρεσίας. Ότι στο πρόσωπό τους συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 8 Ν. 2112/1920, όπως ισχύει και του ΠΔ 164/2004. Ζητούσαν δε την αναγνώριση 1) των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, ως ενιαίας τοιαύτης αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης 2) την ακυρότητα των καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας τους και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους. Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή εισήγαγε, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη με αριθμό 1, διαφορά ιδιωτικού δικαίου, δεδομένου ότι η εργασιακή σύμβαση από την οποία απορρέουν οι αξιώσεις της εναγόντων ήδη αναιρεσίβλητων, ρυθμίζεται από το ιδιωτικό δίκαιο, καθόσον η αγωγή, η οποία έχει ως αίτημα την αναγνώριση και την απόδοση του ορθού νομικού χαρακτηρισμού της σύμβασης λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 11 π.δ. 164/2004, εφόσον έχουν ως βάση την παροχή υπηρεσιών του μισθωτού σε οργανική θέση με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, έχουν χαρακτήρα ιδιωτικού δικαίου, για την επίλυση των οποίων είναι αρμόδια τα πολιτικά δικαστήρια. (Α.Π. 264/2014) Επομένως, ο 1ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται οι αιτιάσεις περί ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, για την εκδίκαση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, αβάσιμος.
3. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά της σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι, κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή.
4. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. 5. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει, αυτοδικαίως. Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή παύει, αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθ. 669 § 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης, ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (Ολ. ΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής, η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, το δεύτερο από τα οποία εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004, αντίστοιχα. Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθ. 8 § 3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25 §§ 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου, περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης. Η διάταξη αυτή, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας, ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης, ως άνω, κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης και δη της σύμβασης εργασίας, ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων (ΑΕΔ 3/2001, Ολ. ΑΠ 6/2001), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (Ολ. ΑΠ 18/2006). Συνάγεται, περαιτέρω, από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κ.λπ. πριν από την έναρξη ισχύος (1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και (3) των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των, κατά την έναρξη της ισχύος του, ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά τη φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι οι συμβάσεις αυτές είχαν προσλάβει ήδη και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, το χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής των ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (Πλ.Ολ.ΑΠ 7/2011).
6. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι "Οι ενάγοντες αντίστοιχα προσλήφθηκαν την 8/5/2000 και 14/3/2000 από την εναγόμενη Εθνική Στατιστική Αρχή με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου 8μηνης διάρκειας προκειμένου να εργασθούν ως υπάλληλοι του κλάδου ΠΕ στην Εθνική Στατιστική Υπηρεσία, υπαγόμενη στον τότε Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και στη συνέχεια στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών. Ειδικότερα εργάζοντο στο τμήμα Στατιστικών Διάρθρωσης Γεωργικών και Κτηνοτροφικών Εκμεταλλεύσεων της Διεύθυνσης Στατιστικών Πρωτογενούς Τομέα της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας. Ήδη με τα άρθρα 21 § 6 και 22 Ν. 3832/2010 στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του Ελληνικού Δημοσίου, όσον αφορά την ΕΣΥΕ έχει υπεισέλθει ως ειδική διάδοχος η ΕΛΣΤΑΤ (Ελληνική Στατιστική Αρχή). Από την αρχή της πρόσληψής τους απασχολούνταν αποκλειστικά για λογαριασμό της ΕΣΥΕ στις εγκαταστάσεις της μετά δε τη λήξη των αρχικών συμβάσεων υποχρεούντο να συνάπτουν προσχηματικές συμβάσεις με το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, άλλοτε με την ΕΣΥΕ ως εμπειρογνώμονες και άλλοτε εργάζοντο με απλή σχέση εργασίας χωρίς τήρηση των νομίμων τυπικών προϋποθέσεων. Ειδικότερα Α) η πρώτη ενάγουσα εργάστηκε στην ΕΣΥΕ α) 8/5/2000-8/1/2001 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου. β) 9/1/2001-31/7/2001 με απλή σχέση εργασίας, γ) 1/8/2001-31/3/2003 με σύμβαση μίσθωσης έργου ορισμένης διάρκειας με το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών στα πλαίσια συνεργασίας του με την ΕΣΥΕ προκειμένου να εξασφαλισθεί η χωρίς κώλυμα μισθοδοσία της, ενώ η απασχόλησή της ήταν η ίδια, δ) 1/4/2003-. 31/5/2003, με απλή σχέση εργασίας ε) 1/6/2003-30/9/2003 με ίδια ως άνω σύμβαση έργου με το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών στ) 30/9/2003 ως 25/2/2004 με απλή σχέση εργασίας ζ) 26/2/2004 - 31/12/2004, με σχέση εργασίας με τη μορφή παροχής έργου ως εμπειρογνώμονα, η) 1/1/2005- 31/12/2005, με απλή σχέση εργασίας (ήτοι συνολικά 5 έτη και 8 μήνες), Β) ο δεύτερος ενάγων εργάστηκε στην ΕΣΥΕ: α) 10/3/2000-14/11/2000 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου β) 15/11/2000-31/7/2001 με απλή σχέση εργασίας γ) 1/8/2001-31/3/2003 με σύναψη συμβάσεως έργου ορισμένης διάρκειας με το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο συνεργασίας με την ΕΣΥΕ, προσχηματικά χωρίς μεταβολή των όρων εργασίας του με την τότε ΕΣΥΕ προκειμένου να εξασφαλιστεί η καταβολή της αμοιβής του διαμέσου του ΓΠΑ. δ) 1/4/2003 έως 31/5/2003 με σχέση εργασίας, ε) 1/6/2003 έως 30/9/2003 με τυπική σύμβαση έργου ως άνω με το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, στ) 30/9/2003 έως 25/2/2004 με απλή σχέση εργασίας ζ) 26/2/2004 έως 31/12/2004 με απλή σχέση εργασίας με τη μορφή παροχής έργου ως πραγματογνώμονα η) 1/1/2005 έως 31/12/2005με απλή σχέση εργασίας, (ήτοι συνολικά 5 έτη, 9 μήνες και 15 ημέρες). Οι παραπάνω μορφές εργασίας καθιδρυθήκαν για την εξυπηρέτηση της ΕΣΥΕ προκειμένου, απολαμβάνουσα πλήρως τις υπηρεσίες των εναγόντων, να επιτευχθεί η μισθοδοσία τους. Οι ενάγοντες παρείχαν τις υπηρεσίες τους αποκλειστικά για λογαριασμό της ΕΣΥΕ στις εγκαταστάσεις της με τη διάθεση εκ μέρους της σ' αυτούς ατομικών γραφείων προσωπικών εσωτερικών τηλεφώνων και ηλεκτρονικών διευθύνσεων. Ακολουθούσαν το ίδιο ωράριο με όλους τους μόνιμους υπαλλήλους της ΕΣΥΕ. Αναφέρονταν τους ιεραρχικά προϊσταμένους τους και συγκεκριμένα στην τότε προϊσταμένη του τμήματος Μπενάκη. Τα καθήκοντά τους ήσαν ακριβώς τα ίδια με τα καθήκοντα των μόνιμων συναδέλφων τους, όπως αυτά καθορίζονται από τις οδηγίες των αρμοδίων οργάνων της ΕΣΥΕ στα πλαίσια του ασκούμενου της διευθυντικού δικαιώματος. Κάλυπταν δε πάγιες και διαρκείς ανάγκες αφού μετά την 31/12/2005 που η ΕΣΥΕ έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους προσέλαβε άλλο προσωπικό για να εκτελέσει τα ίδια ως άνω καθήκοντα. Η σχέση που συνέδεε τους ενάγοντες με το Ελληνικό Δημόσιο ως εποπτεύον την ΕΣΥΕ, και ήδη ΕΛΣΤΑΤ ως ανεξάρτητη αρχή ανήκουσα προφανώς στον ευρύτερο Δημόσιο Τομέα είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αφού πριν την συνταγματική αναθεώρηση του 2001 είχε προσλάβει αυτό το χαρακτήρα, καθόσον ακολουθήθηκε σε βάρος των εναγόντων η προσχηματική τακτική για να καταστρατηγηθούν βασικά εργασιακά τους δικαιώματα, όπως η μετατροπή των αρχικών τους συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου καθώς και η ευχερής και άτυπη καταγγελία των εν λόγω συμβάσεων χωρίς την τήρηση των νομίμων προϋποθέσεων. Είναι δε χαρακτηριστικό το γεγονός ότι για την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους υπήρξε συνεργασία δημόσιων φορέων (ΕΣΥΕ και Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών) ενέργεια αντίθετη προς την στοιχειώδη και θεμελιώδη έννοια, της χρηστής διοίκησης. Την 31/12/2005 το τότε εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες των εναγόντων καταγγέλλων ακύρως τις συμβάσεις εργασίας τους αφού δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος και η καταβολή της νόμιμης αποζημίωσής τους κατ' άρθρο 5§ 3 Ν. 3198/1955". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το εφετείο, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή, αναγνώρισε ότι οι συμβάσεις του καθενός από αυτούς συνιστούν ενιαία σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και υποχρέωσε την ΕΛΣΤΑΤ να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους με τους ίδιους όρους που ίσχυαν την 31/12/2005 με απειλή χρηματικής ποινής 90 ΕΥΡΩ για κάθε ημέρα άρνησης να συμμορφωθεί προς τη διάταξη της παρούσης 7. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, εφόσον δέχθηκε, ότι οι επίμαχες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας των εναγόντων με τους διαφορετικούς τρόπους και παρά την εναλλαγή των φορέων με τους οποίους συνήφθησαν απασχοληθέντες όμως συνεχώς μόνον στην ίδια (ήδη ΕΛΣΤΑΤ) αναιρεσείουσα (καταρτισθείσες πριν την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας, των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος και του ΠΔ 164/2004 που συνεχίστηκαν, όντας ενεργές κατά τα χρονικά αυτά σημεία, και μετά από αυτά) κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες της αναιρεσείουσας και μόνον, η οποία ήταν και η μοναδική εργοδότης τους και ότι ο καθορισμός της διάρκειας αυτών ως ορισμένου χρόνου δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των εναγόντων και έκρινε ότι αυτές αποτελούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθ. 8 § 3 ν. 2112/1920, που ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον οι επίμαχες συμβάσεις είχαν ήδη προσλάβει, κατά το χρόνο ενάρξεως της ισχύος των άνω διατάξεων, το χαρακτήρα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, και σε ορθό κατέληξε συμπέρασμα, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδονται οι αιτιάσεις ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθ. 8 § 3 ν. 2112/1920, που εφάρμοσε αν και δεν ήταν εφαρμοστέες και του άρθ. 103 §§ 7 και 8 του Συντάγματος, που απαγορεύει τον χαρακτήρα των συμβάσεων αυτών ως αορίστου χρόνου, την οποία δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέα. 8. Ο εκ του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος "Αν το δικαστήριο, παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", απορρίπτεται ως αβάσιμος όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1295/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως αυτήν προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη του τα μνημονευόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα, δηλαδή τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα πρακτικά, τις υπ' αριθμ. ...,..., .../6-1 1-2006 ένορκες βεβαιώσεις των X. Κ., Μ. Κ. και Χ. Μ. αντίστοιχα, την υπ' αριθμ. 18197/ 13/1 1/2006 ένορκη βεβαίωση του Κ. Μ. που δόθηκε στον ειρηνοδίκη Αθηνών μετά από προηγούμενη νόμιμη κλήτευση των αντιδίκων κατά άρθρο 671 § 1 ΚΠολΔ και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα. Επομένως, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη και ο αντίθετος από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, ότι το Εφετείο, χωρίς απόδειξη, κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, περί υπάρξεως ενιαίας συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου καθώς και περί υποχρεώσεως καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας τους αυτής, είναι αβάσιμος. 9.Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-11-2014 αίτηση περί αναιρέσεως της 4068/2014 αποφάσεως του Πολυμελούς Εφετείου Αθηνών -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2016.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ