229/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 229 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 229/2012
Legislator headnote
AI generated229/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 229 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 229/2012
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 229 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 229/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, ο οποίος προηγουμένως ανακάλεσε την από 4.01.2012 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Α. συζ. Θ. Κ., το γένος Η. Κ., 2. Ν. Φ. του Ι., 3. Α. συζ. Ε. Κ., το γένος Ι. Φ. και 4. Μ. Μ. του Κ., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Καραβασίλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Αυγούστου 2008 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6378/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1505/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε την από 20 Δεκεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, 36/1988). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 1522/2011, ΑΠ 633/2011). Εξάλλου, κατά το άρθρο 601 του ΑΚ, ο μισθωτής για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά την λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την απαίτηση του συμφωνημένου μισθώματος, ως αποζημίωσης, είναι η λήξη της μίσθωσης και η μετά από αυτή παράνομη παρακράτηση του μισθίου από το μισθωτή χωρίς να ερευνάται, αν o εκμισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της απόδοσης του μισθίου. Αποτελεί δε παράνομη παρακράτηση υπό την έννοια της ως άνω διάταξης, η γενόμενη χωρίς δικαίωμα από το νόμο, τη σύμβαση ή δικαστική απόφαση, ενώ εκτός των ανωτέρω, ο εκμισθωτής δικαιούται να απαιτήσει για την παρακράτηση αυτή του μισθίου και την αποκατάσταση κάθε άλλης περαιτέρω ζημίας, κατά τις γενικές διατάξεις περί υπερημερίας του οφειλέτη (ΑΚ 343 επ. 335) και των θετικών παραβάσεων της σύμβασης (ΑΚ 343 επ. 335), η οποία έχει ως προϋπόθεση το πταίσμα του μισθωτή, που τεκμαίρεται και την ανυπαρξία του οφείλει να επικαλεστεί, κατ' ένσταση, και αποδείξει ο τελευταίος, για να απαλλαγεί. Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 298 ΑΚ, αποκαθίσταται και το διαφυγόν κέρδος του εκμισθωτή, δηλαδή εκείνο, που θα αποκόμιζε με πιθανότητα, κατά τη συνήθη (κανονική) πορεία των πραγμάτων, αν ο μισθωτής απέδιδε το μίσθιο αμέσως μετά τη λήξη της μίσθωσης. Τέτοιο δε διαφυγόν κέρδος αποτελεί και το υψηλότερο από το καταβαλλόμενο, ως "αποζημίωση χρήσης", μίσθωμα, που αποδεδειγμένα θα λάμβανε ο εκμισθωτής εκμισθώνοντας σε άλλον το μίσθιο. Από την ως άνω διάταξη του άρθρου 601 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι καθιερώνεται με αυτή υποχρέωση σε βάρος του μισθωτή για την παράβαση της υποχρέωσής του να αποδώσει το μίσθιο στον εκμισθωτή κατά τη λήξη της μίσθωσης (ΑΚ 599 παρ. 1). Κατά συνέπεια η στηριζόμενη στο άρθρο 601 ΑΚ αξίωση αποζημίωσης του εκμισθωτή, που γεννιέται από την επόμενη ημέρα λήξης της μίσθωσης και διαρκεί μέχρι την ημέρα αποδόσεως της κατοχής του μισθίου, αποτελεί μετενέργεια της μισθωτικής σύμβασης (Α.Π. 1815/2007, ΑΠ 1470/2009, 1842/2008. Περαιτέρω, κατά τα" άρθρα 404 και 405 παρ. 1 του ΑΚ ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή, ως ποινή, χρηματικό ποσό για την περίπτωση που δεν θα εκπληρώσει ή δεν θα εκπληρώσει προσηκόντως την παροχή, η ποινή δε αυτή καταπίπτει αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία. Κατά δε το άρθρο 407 ΑΚ αν η ποινή συμφωνήθηκε για την περίπτωση της μη προσήκουσας και ιδίως της μη έγκαιρης εκπλήρωσης της παροχής, ο δανειστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει, εκτός από την ποινή που κατέπεσε και την εκπλήρωση της παροχής. Έχει επίσης το δικαίωμα να απαιτήσει και την επί πλέον αποδεικνυόμενη ζημία, από την προσήκουσα εκπλήρωση. Οι διατάξεις όμως περί ποινικής ρήτρας είναι ενδοτικού δικαίου και συνεπώς είναι δυνατόν να συμφωνηθεί ότι ο οφειλέτης, σε περίπτωση παραβάσεως των υποχρεώσεων του, θα υποχρεούται να καταβάλει προς το δανειστή σωρευτικώς όχι μόνο τη συμφωνηθείσα ποινή, αλλά επί πλέον και αποζημίωση και μάλιστα συγκεκριμένου ποσού (ΑΠ 1484/2009, ΑΠ 762/2000).Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το, αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι Κ. Κ. του Β. και Θ. Κ. του Β., μοναδικά μέλη και εκπρόσωποι της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Αφοί Κ. και Θ. Κ. Ο. Ε." που ήταν ιδιοκτήτρια ενός ισογείου καταστήματος, εμβαδού 220 τ.μ, με τον υπόγειο χώρο αυτού εμβαδού 500 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στην οικοδομή επί της οδού ... αρ. 17 στην περιοχή ... του Δήμου Θεσσαλονίκης, με από 9-11-1990 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης εκμίσθωσαν το ανωτέρω κατάστημα στον εφεσίβλητο Β. Τ. του Γ., για το χρονικό διάστημα των έξι (6) ετών, που άρχιζε στις 8-11-1990 και έληγε στις 7-11-1996, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως κατάστημα πώλησης υγρών καυσίμων και συνεργείο επισκευής αυτοκινήτων, έναντι μηνιαίου μισθώματος ύψους 170.000 δραχμών πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6%, το οποίο θα καταβαλλόταν στην αρχή κάθε μήνα και θα αναπροσαρμοζόταν κατά ποσοστό 13% ετησίως (βλ.το συμφωνικό αυτό που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι εκκαλούντες). Σε εκτέλεση της ως άνω σύμβασης μίσθωσης οι ανωτέρω εκμισθωτές, στις 8-11-1990, παρέδωσαν τη χρήση του μισθίου στον εφεσίβλητο μισθωτή, ο οποίος, αφού το παρέλαβε, έκανε ακώλυτη χρήση αυτού κατά τα συμφωνηθέντα, χρησιμοποιώντας το ως πρατήριο υγρών καυσίμων και χώρο επισκευής αυτοκινήτων. Στη συνέχεια, και ενώ ακόμη ο συμβατικός χρόνος της μίσθωσης δεν είχε παρέλθει, η ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία εκπροσωπούμενη από τα ομόρρυθμα μέλη της Κ. Κ. του Β. και Θ. Κ. του Β., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../27-3-1996 συμβολαίου πώλησης ιδανικού μεριδίου του ανωτέρω καταστήματος της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Βαφειάδου Μυλοπούλου που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε ποσοστό 60% εξ αδιαιρέτου της κυριότητάς του κατ' ισομοιρία σε καθένα από τους Α. σύζυγο Ε. Κ. (τρίτη εκκαλούσα), Μ. Μ. του Κ. (τέταρτη εκκαλούσα) και Α. Ο. (μη διάδικο). Παράλληλα, οι ως άνω εκμισθωτές με το ίδιο συμβόλαιο, εκχώρησαν στους αγοραστές, κατά την αναλογία του ποσοστού συγκυριότητάς τους, τα δικαιώματά τους από την ως άνω από 9-11-1990 σύμβαση μίσθωσης, ώστε οι τελευταίοι υπεισήλθαν στην μίσθωση του επιδίκου μισθίου κατά την ανωτέρω αναλογία, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του εκμισθωτή. Ακολούθως, με το υπ' αριθμ. .../4-12-1996 οριστικό συμβόλαιο πώλησης της ιδίας συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ως άνω Α. Ο. μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα το ποσοστό 20% εξ αδιαιρέτου που είχε επί του ανωτέρω καταστήματος στο δεύτερο εκκαλούντα Ν. Φ., εκχωρώντας σε αυτόν τα δικαιώματά του από την ως άνω από 9-11-1990 σύμβαση μίσθωσης, ώστε ο τελευταίος υπεισήλθε στην μίσθωση του επιδίκου μισθίου που εξακολούθησε να είναι ενεργής παρά τη λήξη του συμβατικού χρόνου της, κατά την ανωτέρω αναλογία, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του εκμισθωτή. Τέλος, με το υπ' αριθμ. .../16-4-1998 συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευδοκίας Τσαντήλα - Κλωντήρα που μεταγράφηκε νόμιμα, η ως άνω ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Αφοί Κ. και Θ. Κ. Ο.Ε.", εκπροσωπούμενη από την πρώτη εκκαλούσα Α. σύζυγο Θ. Κ., δυνάμει εντολής και πληρεξουσιότητας που δόθηκε σ' αυτήν από την πωλήτρια εταιρεία εκπροσωπούμενη από τα ομόρρυθμα μέλη της Κ. Κ. του Β. και Θ. Κ. του Β. με το υπ' αριθμ. .../27-3-2006 προσύμφωνο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Βαφειάδου Μυλοπούλου, μεταβίβασε στον εαυτό της κατά πλήρη κυριότητα το εναπομείναν στην εταιρεία ποσοστό 40% εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω καταστήματος. Παράλληλα, οι εκμισθωτές -εκπρόσωποι της ομόρρυθμης εταιρείας, με το ως άνω προσύμφωνο συμβόλαιο, εκχώρησαν σ' αυτήν, κατά την αναλογία, του ποσοστού της συγκυριότητά τους, τα δικαιώματά τους από την ως άνω από 9-11-1990 σύμβαση μίσθωσης, ώστε η τελευταία υπεισήλθε στην μίσθωση του επιδίκου μισθίου κατά την ανωτέρω αναλογία, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του εκμισθωτή (βλ. τα ανωτέρω συμβόλαια που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι εκκαλούντες). Με τον τρόπο αυτόν οι τελευταίοι κατέστησαν συγκύριοι και συνεκμισθωτές του εν λόγω μισθίου, κατά ποσοστό 40% εξ αδιαιρέτου η πρώτη και 20% εξ αδιαιρέτου ο καθένας από τους λοιπούς. Με την ιδιότητά τους αυτή οι εκκαλούντες κατάρτισαν με τον εφεσίβλητο το από 3-11-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό παράτασης μίσθωσης, με το οποίο συμφώνησαν την παράταση της εν λόγω μίσθωσης για χρονικό διάστημα οκτώ (8) ετών, το οποίο άρχιζε στις 3-11-1998 και έληγε στις 2-11-2006. Το μηνιαίο μίσθια ορίσθηκε για το πρώτο έτος της παράτασης της μίσθωσης (από 3-11-1998 έως 2-11-1999) στο ποσό των 132.000 δραχμών για την πρώτη εκκαλούσα, συγκυρία του μισθίου κατά ποσοστό 40% εξ αδιαιρέτου και στο ποσό των 195.000 δραχμών για τους λοιπούς τρεις συγκυρίους συνολικά. Μετά δε το πρώτο έτος της παράτασης, ήτοι μετά την 2-11-1999, συμφωνήθηκε ότι το μίσθωμα θα αυξάνεται κατ' έτος κατά ποσοστό 7% επί του εκάστοτε καταβαλλόμενου μισθώματος του προηγούμενου έτους, ενώ ο μισθωτής θα βαρύνεται με το τέλος χαρτοσήμου 3,6% επί του μισθώματος. Τέλος, με τον όρο 9 του ανωτέρω συμφωνητικού συμφωνήθηκε ότι "Με τη λήξη ή την με οποιοδήποτε τρόπο λύση της μίσθωσης και της τυχόν αναμίσθωσης, ο μισθωτής υποχρεώνεται να αποδώσει το μίσθιο, ευθυνόμενος σε περίπτωση παρακρατήσεώς του, στην καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος και επιπλέον ποσού 3.000 δραχμών (8,80 ευρώ) την ημέρα για κάθε ημέρα καθυστέρησης ως ποινική ρήτρα και ως αναπόδεικτη αποζημίωση των εκμισθωτών". Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι διαρκούσης της μίσθωσης η πρώτη εκκαλούσα άσκησε κατά του εφεσίβλητου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την υπ' αριθμ. εκθ. κατ. 53633/2005 αγωγή της με αίτημα την απόδοση του μισθίου από δυστροπία, λόγω μη καταβολής μισθωμάτων και της συμφωνηθείσης αναπροσαρμογής τους, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την υπ' αριθμ. 20.525/2006 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση η πρώτη εκκαλούσα, που έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 1787/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως και ουσιαστικά βάσιμη και υποχρεώθηκε ο εφεσίβλητος, μεταξύ των άλλων, να καταβάλει στην πρώτη εκκαλούσα και διαφορές μισθώματος για το χρονικό διάστημα από 3-11-2002 έως 2-11-2005. Συγκεκριμένα, υποχρεώθηκε να καταβάλει τη διαφορά μεταξύ του ποσού που κατέβαλλε ως μίσθωμα σ' αυτήν ύψους 486,38 ευρώ το μήνα και του μισθώματος που όφειλε μετά τη προβλεπόμενη από τη σύμβαση αναπροσαρμογή του 7% ετησίως, το οποίο για το ανωτέρω χρονικό διάστημα ανερχόταν στο ποσό των 644,39 ευρώ (βλ. τις ως άνω αποφάσεις, που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η πρώτη εκκαλούσα). Επομένως, το ύψος του μισθώματος που αναλογεί στη μερίδα της πρώτης εκκαλούσας κατά το χρόνο της λήξης της μίσθωσης (2-11-2006), παρά το ότι ο εφεσίβλητος εξακολούθησε και κατά το χρονικό διάστημα από 3-11-2005 έως 2-11-2006 να της καταβάλει το ποσό των 486,38 ευρώ το μήνα, ανήλθε στο οφειλόμενο βάσει της συμφωνημένης αναπροσαρμογής ποσό των 643,80 ευρώ πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6%, ήτοι συνολικά στο ποσό τον 666,97 ευρώ. Στη συνέχεια, οι εκκαλούντες άσκησαν κατά του εφεσίβλητου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την υπ' αριθμ. εκθ. κατ. 9.524/27-2-2007 αγωγή τους με αίτημα την απόδοση της χρήσης του μισθίου λόγω λήξης της μίσθωσης. Επί της αγωγής τους αυτής εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, η υπ' αριθμ. 6.539/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία διατάχθηκε η απόδοση της χρήσης του μισθίου στους εκκαλούντες, λόγω λήξης της μίσθωσης στις 7-11-2006 με την πάροδο δεκαεξαετίας. Σε εκούσια δε εκτέλεση της απόφασης αυτής ο εφεσίβλητος μισθωτής στις 6-3-2008, παρέδωσε τη χρήση του μισθίου στους εκκαλούντες (βλ. την ως άνω απόφαση και την από 6-3-2008 απόδειξη παραλαβής αυτού, που οι τελευταίοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα). Επομένως, ο εφεσίβλητος παρακράτησε παράνομα ήτοι χωρίς δικαίωμα από το νόμο, τη σύμβαση ή δικαστική απόφαση, τη χρήση του μισθίου κατά το χρονικό διάστημα των δεκαέξι (16) μηνών, από 7-11-2006 μέχρι 6-3-2008. Για το λόγο αυτόν κατέπεσε σε βάρος του η ποινική ρήτρα που αναφέρεται στον υπ' αριθμ. 9 όρο της ως άνω σύμβασης, οπότε, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, κατέστη υπόχρεος καταβολής στους εκκαλούντες, για κάθε μήνα παρακράτησης του μισθίου: α) ως αποζημίωσης χρήσης του ποσού του μηνιαίου μισθώματος ύψους 1.685,62 ευρώ, (βλ. την υπ' αρ. 6539/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι εκκαλούντες), β) ως ποινική ρήτρα και αναπόδεικτη ζημία του ποσού των (8,80 ευρώ την ημέρα επί 30 ημέρες το μήνα) 264,00, και συνολικά του ποσού (1685,62 + 264,00) 1949,62 ευρώ και γ)κάθε περαιτέρω ζημίας που υπέστησαν από την παρακράτηση της χρήσης του μισθίου από τον εφεσίβλητο, επί πλέον του ανωτέρω ποσού. Στη συνέχεια αποδείχτηκε ότι μετά την παράδοση της χρήσης του μισθίου από τον εφεσίβλητο στους εκκαλούντες στις 6-3-2008, οι τελευταίοι το εκμίσθωσαν με το από 14-7-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, στους Κ. Κ. του Ν. και το Χ. Σ. του Ε. για το χρονικό διάστημα των δώδεκα (12) ετών, ήτοι από 1-9-2008 μέχρι 31-8-2020, προκειμένου οι μισθωτές να το χρησιμοποιήσουν ως κατάστημα πώλησης υγρών καυσίμων και ως πλυντήριο αυτοκινήτων, έναντι μηνιαίου μισθώματος ύψους (1.240,00 + 1.860,00) 3.100,00 ευρώ πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6%, το οποίο θα καταβαλλόταν στην αρχή κάθε μήνα και θα αναπροσαρμοζόταν σε (1450,00 + 1950,00) 3.400,00 ευρώ για το δεύτερο έτος και στη συνέχεια κατά ποσοστό 5% ετησίως (βλ. το συμφωνητικό αυτό που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι εκκαλούντες). Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι το μίσθιο βρίσκεται σε περιοχή κατάλληλη για τη χρήση που προορίζεται, ιδρύθηκε δε εγκαταστάθηκε και λειτουργεί στη θέση αυτή ως πρατήριο υγρών καυσίμων από το έτος 1980, παρά το ότι στην ίδια περιοχή λειτουργούν δύο ακόμη πρατήρια υγρών καυσίμων. Διαθέτει δε τέσσερις (4) υπόγειες δεξαμενές, χωρητικότητας 25 λίτρων η κάθε μία, με τέσσερις (4) αντλίες καυσίμων, ενώ παράλληλα διαθέτει και χώρο πλυντηρίου αυτοκινήτων, ώστε θεωρείται πλήρως εξοπλισμένο ως πρατήριο υγρών καυσίμων. Εξ άλλου, από τότε που ιδρύθηκε το ως άνω πρατήριο υγρών καυσίμων λειτουργεί συνέχεια, πλην του χρονικού διαστήματος των τεσσάρων (4) περίπου μηνών, ήτοι από την παράδοση του από τον εφεσίβλητο στους εκκαλούντες (6-3-2008) μέχρι τη σύναψη της εκμίσθωσης του από τους τελευταίους στους ανωτέρω νέους μισθωτές (14-7-2008}, κατά το οποίο οι εκκαλούντες εκτιμούσαν τις προσφορές που είχαν από διάφορους υποψηφίους μισθωτές προκειμένου να καταλήξουν στους προαναφερθέντες, κρίνοντας ότι είναι οι καλύτεροι. Με βάση τα παραπάνω, σε συνδυασμό με τα συναλλακτικά ήθη που διέπουν τις μισθώσεις των καταστημάτων των ομοειδών με την ανωτέρω επιχειρήσεων της περιοχής, τις ειδικές περιστάσεις που προαναφέρθηκαν και τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί από τους εκκαλούντες - εκμισθωτές, εφόσον ο εφεσίβλητος απέδιδε το μίσθιο αμέσως μετά τη λήξη της μίσθωσης, οι τελευταίοι κατά τη συνήθη (κανονική) πορεία των πραγμάτων μετά πιθανότητας θα το εκμίσθωναν σε άλλον έναντι μηνιαίου μισθώματος ύψους 2.500,00 ευρώ το μήνα, από το οποίο αντιστοιχεί ανάλογα με το ποσοστό συγκυριότητάς τους, στη πρώτη εκκαλούσα το ποσό των (2.500, 00 ευρώ επί 40%) 1.000,00 ευρώ και στους υπόλοιπους τρεις εκκαλούντες συνολικά το ποσό των (2.500,00 μείον 1.000,00) 1.500,00 ευρώ. Αντ' αυτών ο εφεσίβλητος κατέβαλε, ως αποζημίωση χρήσης, στην πρώτη εκκαλούσα, το ποσό των 486,38 ευρώ και υπολείπεται το ποσό των (1.000,00 μείον 486,38) 513,62 ευρώ το μήνα. Από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί, σύμφωνα με τα ανωτέρω, το ποσό των (264,00 επί 40%) 105,60 ευρώ που υποχρεώθηκε να της καταβάλει ως ποινική ρήτρα το μήνα, ώστε οφείλει ακόμη το ποσό των (513,62 μείον 105,60) 408,02 ευρώ το μήνα, και συνολικά για το επίδικο χρονικό διάστημα των δεκαέξι (16) μηνών, από 7-11-2006 μέχρι 6-7-2008, το συνολικό ποσό των (408,08 ευρώ επί 16 μήνες) 6.528,32 ευρώ. Ακόμη στους τρείς τελευταίους εκκαλούντες συνολικά ο εφεσίβλητος κατέβαλε, ως αποζημίωση χρήσης, το ποσό των 1.018,65 ευρώ και υπολείπεται το ποσό των (1.500,00 μείον 1.018,65) 481,35 ευρώ το μήνα. Από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των (284,00 επί 60%) 158,40 ευρώ που υποχρεώθηκε να τους καταβάλει ως ποινική ρήτρα το μήνα, ώστε οφείλει ακόμη το ποσό των (481,35 μείον 158,40) 322,95 ευρώ το μήνα, και συνολικά για το επίδικο χρονικό διάστημα των δεκαέξι (16) μηνών, από 7-11-2006 μέχρι 6-7-2008, το συνολικό ποσό των (322,95 ευρώ επί 16 μήνες) 5.167,20 ευρώ. Επομένως, ο εφεσίβλητος οφείλει ακόμη στους εκκαλούντες, ως περαιτέρω ζημία, ήτοι ως διαφυγόν κέρδος που μετά πιθανότητας αποδεδειγμένα θα λάμβαναν ως εκμισθωτές, εκμισθώνοντας σε άλλο το μίσθιο κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 7-11-2006 μέχρι 6-7-2008, επί πλέον της αποζημίωσης χρήσης και της ποινικής ρήτρας, και συγκεκριμένα στην πρώτη εκκαλούσα το ποσό των 6.528,32 ευρώ, και στον καθένα από τους λοιπούς το ποσό των (5.167,20 ευρώ δια 3) 1.722,40 ευρώ, τα ποσά αυτά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε ότι οι εκκαλούντες δεν υπέστησαν περαιτέρω ζημία από την παράνομη παρακράτηση του μισθίου από τον εφεσίβλητο, και ότι δεν υφίσταται οφειλή του προς αυτούς για την αιτία αυτή, έσφαλε στην ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου καθώς και την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως υποστηρίζουν οι εκκαλούντες με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους, ο οποίος πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως και κατ' ουσία βάσιμος. Τέλος, αποδείχθηκε ότι με τον όρο υπ' αριθμ. 11 του ως άνω από 3-11-1998 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης συμφωνήθηκαν τα εξής: "Το ποσό τον 170.000 δραχμών (498,90 ευρώ) το οποίο ο μισθωτής είχε καταβάλει την 9η Νοεμβρίου 1990 ως εγγύηση παραμένει στα χέρια των εκμισθωτών, προκειμένου να διασφαλιστεί η απαρέγκλιτη τήρηση των όρων και του παρόντος συμφωνητικού και θα του επιστραφεί κατά τη λήξη ή την για οποιοδήποτε λόγο και αιτία λύση της μίσθωσης και μετά την παράδοση ελεύθερης της χρήσης του μισθίου απ' αυτόν στους εκμισθωτές, εφόσον δεν υπάρχουν οφειλές του μισθωτή προς τους εκμισθωτές από οποιαδήποτε αιτία". Από το περιεχόμενο του ανωτέρω όρου σαφώς συνάγεται ότι το ως άνω ποσό της χρηματικής εγγύησης, δόθηκε από τον εφεσίβλητο - μισθωτή στους εκκαλούντες εκμισθωτές για την πιστή τήρηση των όρων της σύμβασης.
Συνεπώς, έχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας, της οποίας η κατάπτωση συμφωνήθηκε υπέρ των εκμισθωτών, για κάθε περίπτωση παραβίασης της μίσθωσης. Η αξίωση δε του εφεσιβλήτου ως μισθωτού για απόδοση της εγγυοδοσίας, συμφωνήθηκε να γίνεται ληξιπρόθεσμη με την λήξη της μίσθωσης και να επιστραφεί αν οι εκμισθωτές δεν έχουν απαιτήσεις για μισθώματα ή αποζημίωση για ζημίες στο μίσθιο. Οι εκκαλούντες δεν υποστηρίζουν ότι το ως άνω ποσό της εγγύησης έχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας, η οποία κατέπεσε ενόψει του ότι κατά τη λύση της μίσθωσης είχαν απαιτήσεις κατά του εφεσίβλητου για την ικανοποίηση των οποίων άσκησαν την ένδικη αγωγή. Αντίθετα, υποστήριξαν, παραδεκτά με την προσθήκη των προτάσεων τους ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προς αντίκρουση της ένστασης συμψηφισμού που πρότεινε ο αντίδικός τους με δήλωσή του στο ακροατήριο την οποία ανέπτυξε με τις προτάσεις του και αναφέρεται παρακάτω, ότι κατά την παράδοση χρήσης του μισθίου διαπιστώθηκε ότι τούτο είχε φθορές πέραν της συνήθους χρήσης (θραύση τζαμαρίας εισόδου και αφαίρεση ανυψωτικής ράμπας), για την αποκατάσταση των οποίων είχαν αξίωση αποζημίωσης κατ' αυτού. Περαιτέρω, υποστηρίζουν ότι την αξίωσή τους αυτή, καθώς και την αξίωση που είχαν κατά του αντιδίκου τους από έξοδα εκτέλεσης που κατέβαλαν στο δικαστικό επιμελητή, το ύψος των οποίων δεν προσδιορίζουν, συμφώνησαν να μην τις ζητήσουν από τον εφεσίβλητο και αυτός να μην απαιτήσει την επιστροφή του ως άνω ποσού της εγγύησης. Αξίωση όμως από τις παραπάνω αιτίες δεν αποδείχτηκε ότι είχαν οι εκκαλούντες, οι οποίοι δεν επικαλούνται ούτε και προσκομίζουν σχετικά με αυτές παραστατικά έγγραφα, κατά του αντιδίκου τους, πολύ δε περισσότερο δεν αποδείχτηκε συμφωνία των διαδίκων με το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε. Με βάση τα παραπάνω περιστατικά ο εφεσίβλητος είχε αξίωση απόδοσης του ποσού των 498,90 ευρώ που έδωσε ως εγγύηση στους εκκαλούντες. Συνακόλουθα, πρέπει να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά η ένσταση συμψηφισμού της ληξιπρόθεσμης αξίωσης του ως άνω ποσού των 498,90 ευρώ της εγγύησης, που πρότεινε παραδεκτά και νόμιμα κατ' άρθρο 440 ΑΚ ο εφεσίβλητος, με ισόποσο μέρος της ομοειδούς κατ' αντικείμενο και ληξιπρόθεσμης αξίωσης των αντιδίκων του εκ του ως άνω ποσού των (8,80 ευρώ επί 487 ημέρες) 4.285,60 ευρώ της ποινικής ρήτρας. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με εν μέρει ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα, έκανε δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη την προαναφερθείσα ένσταση συμψηφισμού του εφεσίβλητου και συμψήφισε το ως άνω ποσό της εγγύησης με ισόποσο μέρος του ποσού της ποινικής ρήτρας, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, ούτε και στην εκτίμηση των αποδείξεων, και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες με το δεύτερο λόγο της έφεσης τους είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Μετά ταύτα, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς διερεύνηση, όπως ήδη προαναφέρθηκε, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία της η έφεση. Ακολούθως, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση όχι μόνον κατά τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις της, αλλά και γιο το ενιαίο .της εκτέλεσης και κατά τις διατάξεις της που δεν προσβλήθηκαν ή δεν προσβλήθηκαν επιτυχώς με την έφεση. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο πρέπει να κρατήσει την υπόθεση και να δικάσει κατ' ουσία την αγωγή, η οποία πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει, στην πρώτη ενάγουσα το ανωτέρω ποσό των 6,528,32 ευρώ, ως διαφυγόν κέρδος, καθώς και τα ποσά που της επιδικάσθηκαν με την εκκαλουμένη απόφαση, ήτοι: α) το ποσό των 2.167,80 ευρώ, ως μισθώματα και β) το ποσό των 1514,68 ευρώ ως ποινική ρήτρα, και συνολικά το ποσό των (6.528,32 + 2.167,80 + 1514,68) 10.210,80 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση, και στον καθένα από τους δεύτερο, τρίτη και τέταρτη των εναγόντων το ανωτέρω ποσό των 1.722,40 ευρώ, ως διαφυγόν κέρδος, καθώς και το ποσό που του επιδικάσθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση, ύψους 757,34 ευρώ, ως ποινική ρήτρα, και συνολικά, στον καθένα εξ αυτών το ποσό των (1.722,40 + 757,34) 2,479,74 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επιδόσεως της αγωγής. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, των άρθρων 601, 343 επ., 335 και 298 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού ορθώς υπήγαγε σε αυτές τα ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά. Με τις ως άνω δε παραδοχές δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ως άνω διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις προπαρατεθείσες σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως ο πρώτος, κατά το οικείο μέρος του, καθώς και ο δεύτερος, εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.-
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 558/2008). Το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής, ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν την ιστορική της αιτία και θεμελιώνουν το αίτημα αυτής (ποσοτική ή ποιοτική αοριστία), εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η κρίση του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής ή αντιθέτως έκρινε αυτή αόριστη διότι δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα αν και διαλαμβάνονταν στην αγωγή (ΑΠ 1289/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 16-8-2008 αγωγή, την οποία άσκησαν οι τέσσερις ενάγοντες- εκκαλούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, όπως αυτή εκτιμάται από το σύνολο του περιεχομένου και του αιτήματός της, ιστορούσαν ότι με το από 9-11-1990 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, οι αναφερόμενοι σε αυτήν δικαιοπάροχοί τους εκμίσθωσαν στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα το ακίνητο που περιγράφουν στο δικόγραφό της, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως κατάστημα πώλησης υγρών καυσίμων, αντί μηνιαίου μισθώματος ύψους 170.000 δραχμών αναπροσαρμοζόμενο κατ' έτος. Ότι η διάρκεια της μίσθωσης του ως άνω ακινήτου συμφωνήθηκε εξαετής. Ότι στη συνέχεια, κατόπιν αγοράς, του ακινήτου από τους ως άνω εκμισθωτές του, δυνάμει των συμβολαίων που αναφέρουν στην αγωγή, οι ενάγοντες κατέστησαν συνιδιοκτήτες του κατά ποσοστό 4/10 εξ αδιαιρέτου η πρώτη και 2/10 εξ αδιαιρέτου καθένας από τους λοιπούς, και υπεισήλθαν αυτοδικαίως στη σύμβαση μισθώσεως, ως εκμισθωτές του ακινήτου. Ότι μετά την παρέλευση της συμβατικής διάρκειας της μίσθωσης, αυτή παρατάθηκε συμβατικά με το από 3-11-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό για μία ακόμη οκταετία, ήτοι μέχρι 2-11-2006, οπότε και έληξε. Ότι κατά το χρόνο λήξης της μίσθωσης το μηνιαίο μίσθωμα ανήλθε στο ποσό των (666,97 + 1018,65) =1.685,62 ευρώ. Ότι ο εναγόμενος δεν κατέβαλε στην πρώτη από αυτούς τη συμφωνηθείσα ετήσια αύξηση 7% επί του μηνιαίου μισθώματος, ύψους 181,65 ευρώ το μήνα, για ίο χρονικό διάστημα από 3-11-2005 μέχρι 2-11-2006, και συνολικά το ποσό των (181,65 ευρώ επί 12 μήνες)= 2.179,80 ευρώ. Ότι, επειδή ο εναγόμενος μετά τη λήξη της μίσθωσης δεν τους απέδωσε τη χρήση του μισθίου, άσκησαν κατ' αυτού, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την υπ' αριθμ. εκθ. κατ. 9.524/2007 αγωγή τους, με την οποία ζητούσαν την απόδοση της χρήσης του λόγω λήξης της μίσθωσης. Ότι επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμό 6539/2007 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή, και με το σκεπτικό ότι η ανωτέρω μίσθωση έληξε στις 2-11-2006 υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να τους αποδώσει τη χρήση του μισθίου. Ότι ο εναγόμενος δεν τους παρέδωσε τη χρήση του μισθίου με τη λήξη της μίσθωσης στις 2-11-2006, αλλά την παρακράτησε παράνομα μέχρι τις 8-3-2008, οπότε και κατέπεσε η συμφωνηθείσα με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ποινική ρήτρα ύψους 8,80 ευρώ την ημέρα και συνολικού ποσού (489 ημέρες επί 8,80 ευρώ) 4.303,20 ευρώ. Ότι από την εκ μέρους του εναγομένου - μισθωτή παράνομη κατακράτηση της χρήσης του μισθίου κατά το χρονικό διάστημα από 2-11-2006 μέχρι 8-3-2008, ήτοι επί 16 μήνες και 6 ημέρες, ζημιώθηκαν κατά το ποσό της διαφοράς της μηνιαίας αποζημίωσης χρήσης που τους κατέβαλε ο εναγόμενος από το ποσό των 3.100,00 ευρώ, που μετά βεβαιότητας θα εισέπρατταν κατά τη συνήθη πορεία πραγμάτων από την εκμίσθωση του μισθίου ακίνητου σε τρίτον κατά το ως άνω χρονικό διάστημα. Ότι ο εναγόμενος: α) κατέβαλε στην πρώτη εξ αυτών το ποσό των 486,32 ευρώ επί 16 μήνες - 7,781,12 ευρώ αντί του ποσού των (3.100,00 ευρώ επί 40% = 1240,00 ευρώ επί 17 μήνες) 21.080,00 ευρώ που κατά ως άνω θα εισέπραττε και της οφείλει ακόμη τη διαφορά των (21.080,00 ευρώ μείον 7 781,12 ευρώ) 13.298,88 ευρώ, και β) κατέβαλε στους δεύτερο, τρίτο και τέταρτη εξ αυτών συνολικά, το ποσό των 1.018,65 ευρώ επί 16 μήνες = 16.298,40 ευρώ αντί του ποσού των (3.100,00 ευρώ επί 60% = 1.860,00 ευρώ επί 17 μήνες) 31.620,00 ευρώ, που κατά τα ως άνω θα εισέπρατταν και τους οφείλει ακόμη τη διαφορά των {31.620,00 ευρώ μείον 16.298,40 ευρώ) 15.321,60 ευρώ συνολικά και στον καθένα το ποσό των (15.321,60 ευρώ δια 3) 5.107,20 ευρώ, από το οποίο ζητείται με την αγωγή, από προφανή παραδρομή, μόνο το ποσό των 3.064,32 ευρώ. Ζήτησαν δε, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει για τις παραπάνω αιτίες, στην πρώτη εξ αυτών το συνολικό ποσό των (2.179,80 + 1.721,28 + 13.298,88) 17.199,96 ευρώ, και στον καθένα από τους λοιπούς το συνολικό ποσό των (860,64 + 3.064,32) 3.924,96 ευρώ, τα ποσά αυτά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η αγωγή, με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα, διαλαμβάνει όλα τα στοιχεία τα οποία απαιτούνται από τις παραπάνω αναφερόμενες και εφαρμοσθείσες διατάξεις του ΑΚ και αυτή του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, ώστε ορθώς κρίθηκε, ως προς τα παραπάνω αιτήματά της, πλήρως ορισμένη και νόμιμη, από το Δικαστήριο της ουσίας, το οποίο δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο.
Συνεπώς, ο πρώτος, κατά το οικείο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, το Εφετείο, τα ως άνω διαλαμβανόμενα πραγματικά περιστατικά δέχθηκε ως " αποδειχθέντα" και όχι ως "πιθανολογηθέντα", ώστε ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.-
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ, 8 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή θεωρούνται ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως κ. λ. π., όχι δε και οι αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1731/2008, ΑΠ 701/2008). Η πρακτική σημασία του λόγου αυτού αναιρέσεως μειώθηκε μετά τον περιορισμό της προδικαστικής αποφάσεως με τους Ν. 2207/1994 και 2479/1997, αφού για την ίδρυση του πρέπει το δικαστήριο να ήταν υποχρεωμένο να εκδώσει προδικαστική απόφαση (Ολομ.ΑΠ 12/1991).
Συνεπώς ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται στις διαδικασίες των μονομελών πρωτοδικείων (ΑΠ 1248/2006, ΑΠ 235/2004, ΑΠ 418/07. ΑΠ 555/93).
Στην προκειμένη περίπτωση η υπόθεση δικάσθηκε σε πρώτο βαθμό από το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, κατά τη διαδικασία του άρθρου 270 § 7 Κ.Πολ.Δ., όπως αντικ. από το άρθρο 12 του Ν. 2915/2001, δηλαδή η οριστική απόφαση εκδόθηκε με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι είχαν προσκομίσει και τις αποδείξεις που διεξήχθησαν στο ακροατήριο. Επομένως, ο πρώτος, κατά το οικείο μέρος του, λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος .Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-10-2010 αίτηση του Β. Γ. Τ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 1505/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.-
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2012.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2012.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ