229/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΟ χαρακτηρισμός μιας συμβάσεως ως εξαρτημένης εργασίας ή ανεξάρτητων υπηρεσιών ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο δεν δεσμεύεται από το χαρακτηρισμό, που τυχόν έχουν προσδώσει σ΄ αυτή τα συμβαλλόμενα μέρη. Με τις διατάξεις του άρθρου 1 και 2 του ν. 2639/1998, δεν επιχειρείται παρέμβαση του νομοθέτη στο ουσιαστικό μέρος των άνω συμβάσεων, έτσι ώστε αυτές να ερμηνεύονται αυθεντικά ως συμβάσεις έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 ή ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας στην περίπτωση της παραγράφου 2, αλλά απλά τόσο με τον όρο "τεκμαίρεται" της πρώτης παραγράφου όσο και με τον ταυτόσημο όρο "θεωρείται" της δεύτερης παραγράφου, καθιερώνονται μαχητά τεκμήρια και συνεπώς παρέχεται δυνατότητα ανταπόδειξης (άρθρο 338 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Legislator headnote
AI generated229/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και ειδικότερα, αν ο παρέχων την εργασία δεν υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη, κατά την παραπάνω έννοια, τότε πρόκειται για σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Ο χαρακτηρισμός μιας συμβάσεως ως εξαρτημένης εργασίας ή ανεξάρτητων υπηρεσιών ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο δεν δεσμεύεται από το χαρακτηρισμό, που τυχόν έχουν προσδώσει σ αυτή τα συμβαλλόμενα μέρη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 229 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Ο χαρακτηρισμός μιας συμβάσεως ως εξαρτημένης εργασίας ή ανεξάρτητων υπηρεσιών ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο δεν δεσμεύεται από το χαρακτηρισμό, που τυχόν έχουν προσδώσει σ΄ αυτή τα συμβαλλόμενα μέρη. Με τις διατάξεις του άρθρου 1 και 2 του ν. 2639/1998, δεν επιχειρείται παρέμβαση του νομοθέτη στο ουσιαστικό μέρος των άνω συμβάσεων, έτσι ώστε αυτές να ερμηνεύονται αυθεντικά ως συμβάσεις έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 ή ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας στην περίπτωση της παραγράφου 2, αλλά απλά τόσο με τον όρο "τεκμαίρεται" της πρώτης παραγράφου όσο και με τον ταυτόσημο όρο "θεωρείται" της δεύτερης παραγράφου, καθιερώνονται μαχητά τεκμήρια και συνεπώς παρέχεται δυνατότητα ανταπόδειξης (άρθρο 338 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Αριθμός 229/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Γεωργίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Αθλητικής Ομοσπονδίας με την επωνυμία "Ελληνική Ομοσπονδία Ορειβασίας και Αναρρίχησης" (Ε.Ο.Ο.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γιάκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-5-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 340/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 244/2006 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-7-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 20-11-2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 652 Α.Κ., και 6 του ν.765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 Π.Υ.Σ. και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 32 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος αμείβεται με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του και επί πλέον υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας και να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες για την προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του.
Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και ειδικότερα, αν ο παρέχων την εργασία δεν υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη, κατά την παραπάνω έννοια, τότε πρόκειται για σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Ο χαρακτηρισμός μιας συμβάσεως ως εξαρτημένης εργασίας ή ανεξάρτητων υπηρεσιών ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο δεν δεσμεύεται από το χαρακτηρισμό, που τυχόν έχουν προσδώσει σ αυτή τα συμβαλλόμενα μέρη.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 1 παρ.1 εδ. α' του νόμου 2639/1998 "ρύθμιση εργασιακών σχέσεων ...", η μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου συμφωνία για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας (φασόν), τηλεργασίας, κατ' οίκον, απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι δεν υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον η συμφωνία αυτή καταρτίζεται εγγράφως και γνωστοποιείται μέσα σε δεκαπέντε ημέρες στην οικεία επιθεώρηση εργασίας.
Ενώ κατά την παράγραφο 2 του αυτού άρθρου "Μέσα σε διάστημα εννέα (9) μηνών από την δημοσίευση του παρόντος νόμου, κάθε εργοδότης υποχρεούται να υποβάλει στην οικεία επιθεώρηση εργασίας συγκεντρωτική κατάσταση, αναφορικά με τις υφιστάμενες συμφωνίες μεταξύ αυτού και των απασχολούμενων για παροχή υπηρεσιών ή έργου, στην οποία θα αναγράφονται η χρονολογία κατάρτισης των συμφωνιών αυτών και το ονοματεπώνυμο του απασχολουμένου.
Σε περίπτωση παραλείψεως υποβολής της κατάστασης αυτής θεωρείται ότι η σχετική συμφωνία υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας". Με τις διατάξεις αυτές, όπως σαφώς προκύπτει από την διατύπωση και το περιεχόμενό τους, δεν επιχειρείται παρέμβαση του νομοθέτη στο ουσιαστικό μέρος των άνω συμβάσεων, έτσι ώστε αυτές να ερμηνεύονται αυθεντικά ως συμβάσεις έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 ή ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας στην περίπτωση της παραγράφου 2, αλλά απλά τόσο με τον όρο "τεκμαίρεται" της πρώτης παραγράφου όσο και με τον ταυτόσημο όρο "θεωρείται" της δεύτερης παραγράφου, καθιερώνονται μαχητά τεκμήρια, υπέρ του ότι, στην μεν πρώτη περίπτωση δεν υποκρύπτεται στις μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου συμφωνίες σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην δε δεύτερη ότι πράγματι υποκρύπτεται τέτοια σύμβαση, και συνεπώς παρέχεται δυνατότητα ανταπόδειξης (άρθρο 338 παρ.2 του KΠολΔ.).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του KΠολΔ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε και ως προς τη µη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση περιέχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε τα ακόλουθα: Η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη είναι ιδιοκτήτρια, μεταξύ άλλων και ενός ορειβατικού καταφυγίου, που βρίσκεται στο όρος Τύρφη στη θέση "διάσελο ..." σε υψόμετρο 1900 µ. και απέχει από το πλησιέστερο χωριό ...
περίπου τρεισήμισι ώρες µε τα πόδια. Το ορειβατικό αυτό καταφύγιο χρησιμοποιείται ως κατάλυμα κυρίως ορειβατών, αναρριχητών, χιονοδρόμων, αθλητών της ορειβατικής χιονοδρομίας κ.λ.π. Με απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως της εναγομένης, η διαχείριση του εν λόγω καταφυγίου ανατέθηκε στον Ελληνικό Ορειβατικό Σύλλογο ....
Η εναγομένη, κατόπιν υποδείξεως του Ορειβατικού αυτού Συλλόγου, συνήψε µε τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα την 1-5-1994 σύμβαση αορίστου χρόνου µε την οποία ο τελευταίος ανέλαβε τις εξής υποχρεώσεις: α) να διατηρεί ανοικτό το καταφύγιο τα Σαββατοκύριακα και τις λοιπές αργίες που θα το επισκέπτονταν ορειβάτες για διανυκτέρευση και παραμονή.
β) να φροντίζει για την καθαριότητα και τη σωστή λειτουργία των εγκαταστάσεων του καταφυγίου, ενημερώνοντας για τα τυχόν προβλήματα που θα ανέκυπταν την εναγομένη και γ) να εισπράττει τα διανυκτέρευτρα και να τα αποδίδει στον Ε.Ο.Σ. ..., παρακρατώντας ως αμοιβή του για τις ως άνω παρεχόμενες υπηρεσίες του το 40% των διανυκτερεύτρων για κάθε άτομο που διανυκτέρευε στο καταφύγιο.
Σε εκτέλεση της εν λόγω συμβάσεως παραδόθηκαν τα κλειδιά του καταφυγίου στον ενάγοντα. Το καταφύγιο αυτό όταν παρέµενε κλειστό τους μήνες Νοέμβριο έως και Απρίλιο κάθε έτους λόγω του χειμώνα, λειτουργούσε µόνο τα Σαββατοκύριακα και τις αργίες όταν υπήρχαν επισκέπτες και ήταν δυνατή η πρόσβαση σ' αυτό.
Κατά το διάστημα αυτό ο ενάγων έμενε στο χωριό ..., έχοντας τη δυνατότητα να απασχολείται και σε άλλες εργασίες, όπως έκανε κατά το τέλος 1999 µε αρχές 2000 που απασχολήθηκε ως εργάτης στο έργο κατασκευής της νέας πτέρυγας του καταφυγίου, εργασία για την οποία έλαβε από την εναγομένη ξεχωριστή αμοιβή, ανεξάρτητη από το ποσοστό 40% επί των διανυκτερεύσεων, ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 3.300.000 δραχμών.
Οι ενδιαφερόμενοι δε να χρησιμοποιήσουν το καταφύγιο το ανωτέρω χρονικό διάστημα που αυτό ήταν κλειστό, έρχονταν σε απευθείας επαφή µε τον ενάγοντα και καθόριζαν την ημερομηνία και τον χρόνο διαμονής τους, οπότε ο ενάγων µμετέβαινε στο καταφύγιο και φρόντιζε για τη διανυκτέρευσή τους. Τους λοιπούς μήνες (Μάιο έως και Οκτώβριο) το καταφύγιο ήταν ανοικτό.
Ο ενάγων φρόντιζε για τη διαμονή των επισκεπτών, ενώ παράλληλα λειτουργούσε εντός αυτού και εστιατόριο, το οποίο εκμεταλλευόταν αποκλειστικά αυτός και προσέφερε στους επισκέπτες πρωινό και φαγητό έχοντας προσλάβει και µία γυναίκα για να τον βοηθάει στην κουζίνα. Οι επισκέπτες του καταφυγίου ήταν κυρίως µέλη διαφόρων ορειβατικών και αθλητικών συλλόγων (ελληνικών και ξένων) και η διανυκτέρευση στο καταφύγιο γινόταν μετά από συνεννόηση µε τον ίδιο τον ενάγοντα ή τον Πρόεδρο του ΕΟΣ ...
Δ. Χ.. Ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη κατά τον ανωτέρω τρόπο µέχρι την 6-2-2002 που παρέδωσε τα κλειδιά του καταφυγίου στον Πρόεδρο του ΕΟΣ .... Κατά το ανωτέρω διάστημα η εναγομένη δεν ασκούσε εποπτεία και έλεγχο στον ενάγοντα ως προς τον τρόπο και το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του ούτε, άλλωστε, του έδινε εντολές και οδηγίες και μάλιστα δεσμευτικές γι' αυτόν σχετικά µε τον τρόπο και τον χρόνο εκτελέσεως της εργασίας.
Περαιτέρω ο ενάγων, κατά τον προαναφερόμενο χρόνο, που το καταφύγιο ήταν κλειστό, δεν ήταν υποχρεωμένος να διατηρεί σε ετοιμότητα και εγρήγορση τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις, αφού γνώριζε πότε θα πήγαιναν επισκέπτες στο καταφύγιο, δεδομένου ότι αυτό γινόταν πάντα σε συνεννόηση µε τον ίδιο και µόνο τα Σαββατοκύριακα και τις ημέρες αργίας.
Έτσι, η παρεχόμενη από αυτόν εργασία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί τέτοια φύλακα. Ενόψει των ανωτέρω συνθηκών παροχής της εργασίας του ενάγοντος, αυτός, κατέληξε το Εφετείο, δεν τελούσε υπό την εξάρτηση της εναγομένης και η έννοµη σχέση που τον συνέδεε µε εκείνη, ήταν αυτή των ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Παρά το γεγονός, συνεπώς, της μη υποβολής από μέρους της εναγομένης εντός (9) μηνών από της 2ας Σεπτεμβρίου 1998 που δημοσιεύθηκε ο ανωτέρω νόμος 2639/98 αλλά και έκτοτε μέχρι και την συζήτηση της αγωγής, στην οικεία επιθεώρηση εργασίας συγκεντρωτικής κατάστασης των απασχολουμένων σ' αυτήν με συμβάσεις παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία να περιλαμβάνεται και εκείνη του ενάγοντος και της εκ του λόγου αυτού δημιουργίας σε βάρος της του ανωτέρου τεκμηρίου, περί του ότι δηλαδή στην επίμαχη συμφωνία υποκρύπτεται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, το εν λόγω τεκμήριο καταρρίφθηκε τελικά, από την χωρήσασα, επιμελεία της εναγόμενης ανταπόδειξη.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο ακολούθως απέρριψε την έφεση του ενάγοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου δι' ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών τις διατάξεις των άρθρων 648, 652, 681 Α.Κ. 6 ν. 765/1943, 1 παρ. 1 και 2 ν. 2639/1998, αφού πράγματι, υπό τα ανελέγκτως δεκτά γενόµενα από το δικαστήριο της ουσίας, η σχέση που συνέδεε τον αναιρεσείοντα µε την αναιρεσίβλητη, ήταν αυτή των ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι εκείνη της εξαρτημένης εργασίας.
Περαιτέρω, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή µη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Επομένως, οι από τους αριθμούς 1 και 19 αντίστοιχα του άρθρου 559 KΠολΔ. πρώτος και δεύτερος, λόγοι αναιρέσεως µε τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 270, 335, 338 έως 341 και 346 του KΠολΔ. το δικαστήριο της ουσίας υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη όσων ισχυρισμών τους ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, διαφορετικά ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 11.
Η απόφαση μπορεί να περιορίζεται σε γενική μνεία του είδους των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμώνται, χωρίς την ανάγκη εξειδικεύσεως και για καθένα χωριστά αρκεί να προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι όντως το δικαστήριο εκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι, ενώ προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού του, ότι συνδεόταν µε την αναιρεσίβλητη µε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, επικαλέστηκε παραδεκτώς και προσκόμισε, μεταξύ άλλων και τα παρακάτω έγγραφα, ήτοι: 1) την από 25-9-2001 εξώδικη διαμαρτυρία πρόσκληση της αναιρεσίβλητης προς αυτόν, 2) την υπ' αριθ. 156/24-3-2003 απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του Υποκαταστήματος ΙΚΑ Ιωαννίνων, 3) την από 31-10-2001 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση του ιδίου προς την αναιρεσίβλητη και 4) το αντίγραφο από το Βιβλίο Επισκεπτών- Παρατηρήσεων του Ορειβατικού Καταφυγίου ... ...
Ιωαννίνων, τα εν λόγω δε έγγραφα δεν ελήφθησαν υπόψη από το Δικαστήριο. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, βεβαιώνει ότι για τον σχηματισμό της κρίσεώς του σχετικά µε τον χαρακτήρα της επίδικης έννοµης σχέσεως, έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη διαβεβαίωση δε αυτή, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, στην οποία μάλιστα γίνεται και ρητή μνεία του πρώτου από τα προαναφερόμενα έγγραφα, συνάγεται αναμφίβολα ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα αυτά.
Επομένως, ο ως άνω από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 KΠολΔ. λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που µε αυτόν αποδίδονται στο Εφετείο οι από τους αριθμούς 8, 10 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. πλημμέλειες, είναι απαράδεκτος α) σχετικά µε την πρώτη και δεύτερη αιτίαση, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν προσδιορίζονται τα "πράγματα" που παρά το νόμο λήφθηκαν υπόψη χωρίς να προταθούν ή δεν λήφθηκαν υπόψη αν και προτάθηκαν, ούτε αυτά που δέχτηκε το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και β) σχετικά µε την τρίτη αιτίαση, της παραβιάσεως από το δικαστήριο των ορισμών του νόμου για τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, διότι αυτή, αναφερόμενη στην υπ' αριθ. 156/2003 απόφαση της Τ.Δ.Ε.
του Ι.Κ.Α. Ιωαννίνων, είναι αντιφατική µε εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ., που επίσης προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, όπως προαναφέρθηκε και αφορούσε το αυτό αποδεικτικό μέσο. Ο τέταρτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως µε τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 KΠολΔ. αιτίαση, και δη ότι το εν λόγω δικαστήριο δεν προσέδωσε στην περιεχόμενη στην από 25-9-2001 εξώδικη διαμαρτυρία -πρόσκληση της αναιρεσίβλητης, ομολογία αυτής σχετικά µε τον χαρακτήρα της ένδικης έννοµης σχέσεως, είναι επίσης απαράδεκτος, ως αντιφατικός, καθόσον µε τον προηγούμενο από τον αριθ. 11 ιδίου άρθρου λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο ίδιο δικαστήριο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη το εν λόγω έγγραφο στο οποίο περιέχεται η εξώδικη ομολογία.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 3-7-2008, αίτηση αναιρέσεως της 244/2006 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ