Legislator Case Law & Legislation
229/2010 AI generated

229/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 229/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

229/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα, για το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής, ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποσοτική αοριστία της αγωγής), ο Άρειος Πάγος εξετάζει το δικόγραφο αυτό και αποφαίνεται αν υπάρχει ή όχι ποσοτική αοριστία, σε καταφατική δε περίπτωση αναιρεί την απόφαση, εφόσον θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης του αρ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Keywords

AI generated
monetary policy and Operations bank account holders regulatory enforcement credit mandate microprudential tasks credit facility agreement
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 229 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 229/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας- καλούσας: Ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΕ", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κλεάνθη Ρουσσο, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Τ αναιρεσιβλήτων- καθών η κλήση: Ψ1 και 2. Ψ2, κατοίκων ..., με την ιδιότητά τους ως εκτελεστών διαθήκης του αποβιώσαντος Ζ. Ο πρώτος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρος και ο δεύτερος εκπροσωπήθηκε από τον πιο πάνω δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2000 αγωγή του Ζ, αρχικού διαδίκου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19191/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 7567/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 8-1-2007 αίτησή της και τους από 26-2-2008 πρόσθετους λόγους.

Εκδόθηκε η 833/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση η καλούσα-αναιρεσείουσα με την από 17-7-2008 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε τις από 29-2-2008 και 6-3-2008 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. ο 1ος αναιρεσίβλητος και ως πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά την παράγραφο 2 εδ.α' του άρθρου 569 ΚΠολΔ οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης αποφάσεως και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο δε του δικογράφου των προσθετών λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.

Από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους προσθετούς λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να ;

είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν δεν τηρηθούν και οι δύο προϋποθέσεις της ασκήσεως των προσθετών λόγων, δηλαδή η κατάθεση του δικογράφου αυτών τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα αρχική δικάσιμο και όχι την ορισθείσα μετά από αναβολή ή ματαίωση της, καθώς και η επίδοση αυτού μέσα στην ίδια προθεσμία;

ο 'Αρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους. Στην προθεσμία αυτή των τριάντα ημερών δεν υπολογίζονται οι ημέρες καταθέσεως και επιδόσεως, ούτε οι προηγούμενες της συζητήσεως ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής, ως και της συζητήσεως της αναίρεσης (Ολ ΑΠ 266/85). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων της αναιρεσείουσας "Εθνική Χρηματιστηριακή ΑΕ" κατά της υπ' αριθ. 7.567/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 28-2-2008 και επιδόθηκε αυθημερόν στους αναιρεσιβλήτους, ήτοι είκοσι εννέα ημέρες πριν από την 28-3-2008, ημέρα Παρασκευή, καθ' όσον οι ημέρες Σάββατο και Κυριακή (29-και 30-3-2008) και η 31-3-2008, ημέρα της συζητήσεως της αναιρέσεως, δεν υπολογίζονται και ως εκ τούτου οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι είναι απαράδεκτοι και εντεύθεν απορριπτέοι ως εκπροθέσμως ασκηθέντες.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ όποιος έχει έννομον συμφέρον έχει δικαίωμα να ζητήσει δικαστική προστασία η κρίση δε περί της συνδρομής εννόμου συμφέροντος, το οποίο αποτελεί νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο μέσω του αριθμού 1 του άρθρου 559ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 25/2008). Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ), ο οποίος (λόγος) ιδρύεται αν το δικαστήριο για την θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα εκείνων που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος.

Αντίθετα, για το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής, ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποσοτική αοριστία της αγωγής), ο Άρειος Πάγος εξετάζει το δικόγραφο αυτό και αποφαίνεται αν υπάρχει ή όχι ποσοτική αοριστία, σε καταφατική δε περίπτωση αναιρεί την απόφαση, εφόσον θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης του αρ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της κρινόμενης αγωγής προκύπτει, κατ' εκτίμηση του όλου περιεχομένου της, ότι με αυτή ο αρχικός ενάγων Ζ ισχυρίσθηκε τα εξής: Ότι ήταν μέτοχος της πρώτης εναγομένης εταιρείας (Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος), έχοντας στην κυριότητά του 26.478 μετοχές αυτής, που ευρίσκοντο κατατεθειμένες προς φύλαξη στο κεντρικό κατάστημά της, περί το τέλος δε του έτους 1999 αυτή προέβη, κατόπιν εντολής του, στην αποϋλοποίηση και στην κατάθεσή τους στη δεύτερη εναγομένη, θυγατρική της Χρηματιστηριακή Εταιρεία.

Ότι, στις 12-5-2000 αυξήθηκε το μετοχικό κεφάλαιο της πρώτης εναγομένης και ο ίδιος έλαβε δωρεάν 10.592 νέες μετοχές της. Ότι στις 13 Ιουλίου του έτους 2000, επικοινώνησε με τη δεύτερη εναγομένη για να πληροφορηθεί για τη νεώτερη κατάσταση του χαρτοφυλακίου του και υπάλληλός της, του γνωστοποίησε ότι δεν είχε πλέον αυτή τις μετοχές του, διότι τις είχε μεταβιβάσει εντός του ιδίου έτους στην ανώνυμη Χρηματιστηριακή Εταιρεία "Φ ΑΧΕ".

Ότι ο ίδιος ουδέποτε έδωσε εντολή ή εξουσιοδότηση για τη μεταβίβαση αυτή και ότι αποτέλεσμα της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς τους, ήταν να απωλέσει το σύνολο των μετοχών του. Με βάση τα ανωτέρω, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, εις ολόκληρον η καθεμιά, να του αποδώσουν αυτούσιες 37.070 μετοχές της πρώτης εναγομένης (Εθνικής Τράπεζας) και να τον συγκαταλέξει αυτή αντίστοιχα στο μετοχολόγιό της.

Με το εκτεθέν περιεχόμενο η αγωγή, για την άσκηση της οποίας προδήλως συντρέχει έννομο συμφέρον του ενάγοντος, είναι ορισμένη και εντεύθεν παραδεκτή, αναφορικώς με την περιγραφή των επίμαχων μετοχών και το αίτημα για την απόδοσή τους, καθόσον αναφέρονται σε αυτή ο αριθμός τους και η εκδότρια ανώνυμη εταιρεία, έτσι ώστε να μην απομένει καμία αμφιβολία για την ταυτότητά τους, δεν ήταν δε αναγκαίο για τη διαδικαστική της πληρότητα να αναφέρονται ο τόπος και ο χρόνος έκδοσής τους, ο αύξων αριθμός τους και η ονομαστική αξία καθεμιάς, αφού δεν ζητείται με την αγωγή η αυτούσια απόδοση των απωλεσθεισών μετοχών, σε αλλά η απόδοση άλλων μετοχών ίσης αξίας, σε αντικατάσταση των αρχικών.

Συνεπώς οι 1ος και 2ος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος τους εκ των αρ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδονται στο Εφετείο οι αιτιάσεις ότι παρά τον νόμο δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος και εξαιτίας αοριστίας της, καθώς και ότι αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που τα άρθροα297, 298, 914 ΑΚ και 216 §1 ΚΠολΔ απαιτούν για τη θεμελίωσή της, είναι αβάσιμοι. Ο δεύτερος λόγος κατά το τρίτο μέρος του, με τον οποίο, υπό την επίκληση του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγεται το Εφετείο ότι δέχθηκε την αγωγή ως ορισμένη με ανεπαρκή αιτιολογία, είναι απαράδεκτος, διότι η θεμελίωση του αναιρετικού αυτού λόγου προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και όχι, όπως στην προκειμένη περίπτωση, έρευνα ως προς μόνο το ορισμένο ή μη του αγωγικού δικογράφου. Τέλος, ο ίδιος λόγος και κατά το τέταρτο μέρος του εκ του αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι επεδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, όσον αφορά την απόδοση των 37.070 μετοχών της ΕΤΕ, είναι αβάσιμος καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή και, βάσει του άνω αιτήματός της, κατεδίκασε την εναγομένη να αποδώσει στους μετέπειτα ενάγοντες, οι οποίοι λόγω θανάτου του αρχικού ενάγοντος υπεισήλθαν στη θέση του, τις παραπάνω μετοχές.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ο κανόνας δε αυτός παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής και αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στην συγκεκριμένη περίπτωση.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε κατ' εκτίμηση, τα ακόλουθα : "Ο ήδη αποβιώσας ενάγων Ζ, ήταν μέτοχος της πρώτης εναγομένης Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, κατέχοντας 26.478 ονομαστικές μετοχές της. Οι μετοχές αυτές ήταν ενσωματωμένες σε φυσικούς τίτλους, τους οποίους ο ενάγων είχε παραδώσει προς φύλαξη στην ως άνω Τράπεζα.

Μετά την υποχρέωση αποϋλοποιήσεως των μετοχών που ήταν εισηγμένες στο χρηματιστήριο, με τον νόμο 2396/1996, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 2533/1997, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, με απόφασή της καθόρισε τις λεπτομέρειες της μετατροπής των φυσικών τίτλων των μετοχών σε άυλους. Έτσι, ο ενάγων, στις 15-7-1998, προσήλθε στο κατάστημα της πρώτης εναγομένης και υπέβαλε την υπ' αριθμ....

αίτηση, με την οποία εξουσιοδότησε ανέκκλητα, μέσω της πρώτης εναγομένης, την εταιρεία "ΕΘΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ", να μεσολαβήσει για λογαριασμό του και να ανοίξει, με βάση τα αναφερόμενα σ' αυτή (αίτηση) στοιχεία του, στο όνομά του Μερίδα Επενδυτή και Λογαριασμό Αξιών στο Σύστημα των ... τίτλων (ΣΑΤ), για τα οποία της παρέσχε το δικαίωμα χρήσης (εξουσιοδότηση χρήσης).

Επίσης, συμφώνησε και αποδέχθηκε συνεργασία με την Τράπεζα (πρώτη εναγομένη) για πράξεις επί χρεογράφων σύμφωνα με τους όρους που περιγράφονται στο σχετικό έντυπο, ανεξάρτητα από την αποδοχή της αίτησης αυτής από το Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών ΑΕ (ΚΑΑ). Ακολούθως, κατά την ίδια ημέρα και σε συνέχεια της πιο πάνω αιτήσεως, συνήψε, με την πρώτη εναγομένη, σύμβαση με αντικείμενο την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών από αυτή.

Οι υπηρεσίες αυτές αφορούσαν : α) στη λήψη και περαιτέρω διαβίβαση, για λογαριασμό του, εντολών (παραγγελιών) για κατάρτιση συναλλαγών αγοράς και πωλήσεως μετοχών εισηγμένων στο χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και μεριδίων διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων και β) στην εκτέλεση εντολών αγοράς και πωλήσεως ομολόγων και εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου από την Τράπεζα για λογαριασμό του.

Επίσης, συμφωνήθηκε ότι η Τράπεζα εδικαιούτο να ορίζει υποκατάστατους εντολοδόχους (π.χ. χρηματιστηριακές εταιρείες κλπ) για την εκτέλεση των εντολών που εδίδοντο στο πλαίσιο της συμβάσεως και ως τέτοιες μπορούσαν να είναι και εταιρείες του ομίλου της, ότι η ίδια δεν θα ευθύνεται για τυχόν ζημία του πελάτη της (ενάγοντος) που θα οφείλεται σε υπαιτιότητα των υποκαταστάτων της, ούτε για τη μη έγκαιρη ή μη σύμφωνη με τις οδηγίες του, εκτέλεση των εντολών της ή και ακόμη για την αδυναμία εκπληρώσεως των υποκαταστάτων αυτών.

Τέλος συμφωνήθηκε ότι ο ενάγων παραιτείται ρητά από τα προβλεπόμενα στο άρθρο 716 ΑΚ δικαιώματά του κατά της Τράπεζας, δυνάμενος να στραφεί μόνο κατά των υποκαταστάτων. Κατόπιν τούτων, η πρώτη εναγομένη προέβη στην αποϋλοποίηση των μετοχών του και έγινε η αντίστοιχη πίστωση, δηλ. η εγγραφή ίσου αριθμού μετοχών της στον λογαριασμό του Αξιών, υπ' αριθμ. ...), ο οποίος είχε ανοιχθεί με δική του αίτηση.

Με το από 11-1-2000 έγγραφό της, του γνωστοποίησε ότι κατά το κλείσιμο της ημέρας εκείνης (11-1-2000) η τιμή της κάθε μετοχής του αποτιμάτο στο ποσό των 22.310 δρχ. και συνολικώς, για τις 26.478 μετοχές, στο ποσό των 590.724.180δρχ. Στη συνέχεια, η Γενική Συνέλευση των μετόχων της, η οποία συνήλθε στις 18-4-2000, αποφάσισε τη δωρεάν διανομή νέων ονομαστικών μετοχών στους μετόχους της και για τον λόγο αυτό ο ενάγων, με βάση τις μετοχές που είχε κατά τη χρονολογία αυτή, εδικαιούτο επί πλέον 10.592 νέες μετοχές.

Οι μετοχές αυτές δεν εκδόθηκαν σε φυσικούς τίτλους, διότι εν τω μεταξύ είχε γίνει η αποϋλοποίηση των προηγούμενων μετοχών και έτσι αυτές πιστώθηκαν κατ' ευθείαν στο λογαριασμό του, αλλά στη χρηματιστηριακή εταιρεία με την επωνυμία "Φ ΑΧΑ", η οποία είχε ορισθεί ως χειριστής του λογαριασμού του. Περαιτέρω, αποδέχθηκε ότι, κατά το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Απριλίου του έτους 2000, εμφανίσθηκε ενώπιον της υπαλλήλου της δεύτερης εναγομένης εταιρείας, ..., άτομο με το όνομα Ζ1 και της παρέδωσε την από 3-4-2000 φερόμενη εξουσιοδότηση του ενάγοντος προς αυτόν, που συντάχθηκε κατά τον τύπο της υπεύθυνης δηλώσεως του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986, με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής του φερομένου ως εξουσιοδοτούντος από τον αρχιφύλακα ...του Αστυνομικού Τμήματος ....

Ως εξουσιοδοτών στην υπεύθυνη δήλωση αναφέρεται ο Ζ και της ..., κάτοικος ..., ημερομηνία γεννήσεως ..., αρ. δελτίου ταυτότητας .... Με βάση το έγγραφο αυτό, εξουσιοδοτούσε τον προαναφερόμενο Ζ1 να μεταφέρει αντ' αυτού, από την Εθνική Χρηματιστηριακή (β' εναγομένη), στην Φ ΑΧΕ με κωδικό στο ΣΑΤ 115 και στον κωδικό του 55114 το χαρτοφυλάκιό του (ενάγοντος) με κωδικό 38686, που αποτελείτο από 26.478 άυλους τίτλους της εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος.

Το έγγραφο (υπεύθυνη δήλωση) φέρει χρονολογία 3-4-2000 και υπογραφή ως αντιστοιχούσα στην υπογραφή του ενάγοντος. Όταν η ανωτέρω υπάλληλος της δεύτερης εναγομένης έλαβε την εξουσιοδότηση αυτή, δεν ήλεγξε, επιμελώς, όπως είχε υποχρέωση, ούτε διασταύρωσαν επαρκώς αυτή και ο προϊστάμενός της, μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος, τα στοιχεία του φερόμενου ως εξουσιοδοτούντος ενάγοντος, αρκεσθέντες στην ύπαρξη θεώρησης του γνήσιου της υπογραφής του εξουσιοδοτούντος από το αρμόδιο αστυνομικό όργανο.

Τούτο προκύπτει, εκτός άλλων, και από το γεγονός ότι τα πλήρη στοιχεία του ενάγοντος υπήρχαν καταχωρημένα στα αρχεία τόσο της πρώτης εναγομένης, όσο και της δεύτερης, αφού αυτός ήταν μέτοχος τόσο μεγάλου αριθμού μετοχών. Αν εγίνετο εκ μέρους τους ο προσήκων έλεγχος, θα διαπιστώνετο, κατά πρώτον, ότι το όνομα της μητέρας του ενάγοντος ήταν ...

και όχι ..., που αναγράφεται στην υπεύθυνη δήλωση. Σε κάθε περίπτωση, αν οι ως άνω υπάλληλοι, είχαν, μετά τον έλεγχο των στοιχείων της ταυτότητάς του, αμφιβολία περί του πραγματικού ονόματος της μητέρας του, έπρεπε να μην αρκεσθούν στην εξουσιοδότηση, αλλά να ενημερωθούν προς τούτο απευθείας από τον ενάγοντα, έστω και τηλεφωνικώς (το τηλέφωνο του με αριθμό ...

αναγράφετο στην υπ' αριθ. ... αίτηση δημιουργίας μερίδος). Περαιτέρω, οι ίδιοι υπάλληλοι δεν έκαναν σύγκριση και αντιπαραβολή της υπογραφής που υπήρχε στην εξουσιοδότηση με τις άλλες υπογραφές του ενάγοντος που υπήρχαν σε σχετικά έγγραφα τόσο της ίδιας όσο και της πρώτης εναγομένης (όπως στην ως άνω αίτηση).

Η διαφορά μεταξύ των δυο υπογραφών είναι εμφανέστατη και δεν απαιτείται για τη διακρίβωσή της ιδιαίτερη προσοχή. Ο έλεγχος των ανωτέρω στοιχείων και ιδιαίτερα της υπογραφής του ενάγοντος αναγόταν στα καθήκοντα των υπαλλήλων αυτών και δεν καλύπτεται η παράλειψή τους από τη θεώρηση του γνήσιου της υπογραφής του ενάγοντος από το αστυνομικό όργανο.

Τούτο δε, διότι, συνηγορούντων και των διδαγμάτων της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), με βάση τα οποία και επί αναλήψεως μικρού χρηματικού ποσού από πιστωτικό ίδρυμα, είναι απαραίτητη η προσκόμιση προς έλεγχο της αστυνομικής ταυτότητος του αιτούντος την ανάληψη, η υπογραφή αυτού και η αναγραφή του αριθμού του τηλεφώνου του, δεν δικαιολογείται η παράλειψη του ελέγχου των στοιχείων του ενάγοντος, δεδομένου ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση επρόκειτο περί μεταφοράς ενός μεγάλου αριθμού μετοχών σε λογαριασμό άλλου χειριστή.

Την παράλειψη του ελέγχου αυτού δεν δικαιολογεί ούτε η συναλλακτική πρακτική, κατά την οποία, όπως υποστηρίζουν οι εφεσίβλητες-εναγόμενες, δημιουργείται η πεποίθηση περί της γνησιότητος της υπογραφής του εξουσιοδοτούντος από μόνη τη θεώρηση της υπογραφής του από Δημόσια Αρχή, ούτε η ταχύτητα διεκπεραιώσεως των συναλλαγών, όπως αβάσιμα υποστηρίζει με τις προτάσεις της η δεύτερη εναγομένη.

Με βάση την παραπάνω εξουσιοδότηση, η δεύτερη εναγομένη προέβη, στις 20-4-2000, στη μεταφορά των 26.478 μετοχών της πρώτης εναγομένης, κυριότητος του ενάγοντος, από το λογαριασμό του που τηρούσε η ίδια, στον λογαριασμό της χρηματιστηριακής εταιρείας με την επωνυμία "Φ Α.Χ.Ε". Στον ίδιο λογαριασμό πιστώθηκαν και οι νέες 10.592 μετοχές του και έτσι η τελευταία χρηματιστηριακή εταιρεία (Φ Α.Χ.Ε) ήταν η χειρίστρια του συνολικού αριθμού των μετοχών του (37.070).

Αποδείχθηκε επίσης ότι η υπογραφή στην ως άνω εξουσιοδότηση δεν ήταν του ενάγοντος, αλλά τέθηκε από άγνωστο πρόσωπο, εν αγνοία του, ο ίδιος δε ο ενάγων, όταν τον Ιούλιο του έτους 2000, ζήτησε, από τη δεύτερη εναγομένη, πληροφορίες για την κατάσταση του χαρτοφυλακίου των μετοχών του, τότε πληροφορήθηκε για πρώτη φορά, από υπάλληλό της, ότι, βάσει της ως άνω εξουσιοδοτήσεως, έγινε η μεταφορά τους στον λογαριασμό χειριστή που τηρούσε η εταιρεία "Φ Α.Χ.Ε".

Με βάση τα περιστατικά αυτά, συνεχίζει το Εφετείο, προκύπτει αμελής συμπεριφορά των προστηθέντων ως άνω από τη δεύτερη εναγομένη υπαλλήλων της, οι οποίοι δεν προέβησαν, όπως είχαν υποχρέωση, σε ενδελεχή έλεγχο των αναγραφομένων ως στοιχείων του ενάγοντος στην υπεύθυνη δήλωση-εξουσιοδότηση και δεν έκαναν αντιπαραβολή της υπογραφής που υπήρχε σ' αυτήν, με δείγματα άλλων υπογραφών του που υπήρχαν στην υπηρεσία της προστήσασας αυτήν εταιρείας, αλλά και της πρώτης εναγομένης, με αποτέλεσμα να μεταφερθούν οι μετοχές του ενάγοντος, εν αγνοία του και χωρίς τη συγκατάθεσή του, σε λογαριασμό άλλου χειριστή (της Α.Χ.Ε Φ ) και να αποξενωθεί τελικώς αυτών, αφού η ίδια τις διαχειρίσθηκε χωρίς περαιτέρω δική του εντολή και δεν του αποδόθηκαν, ούτε από αυτή, ούτε από τις εναγόμενες.

Το γεγονός, ότι η δεύτερη εναγομένη δεν προέβη σε μεταβίβαση των επίδικων μετοχών, αλλά στη μεταφορά τους σε λογαριασμό άλλου χειριστή ( Φ Α.Χ.Ε) εντός της ίδιας μερίδας του επενδυτή (ενάγοντος), δεν ασκεί έννομη επιρροή, διότι η μεταφορά αυτή έγινε εν αγνοία του ενάγοντος και βάσει ανύπαρκτης εξουσιοδοτήσεώς του, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να μην γνωρίζει την ιδιότητά της ως νέας χειρίστριας των μετοχών του.

Εξάλλου, η ζημία του από την απώλεια των μετοχών του είναι αποδεδειγμένη, εφόσον αυτές δεν βρίσκονται πλέον στη μερίδα του και στον λογαριασμό του, που τηρούσε η δεύτερη εναγομένη, αν δε βρίσκονταν στον λογαριασμό του, που τηρούσε η εταιρεία "Φ Α.Χ.Ε", η οποία σημειωτέον, αν και προσεπικληθείσα από τη δεύτερη εναγομένη, δεν εμφανίσθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, οι εναγόμενες θα φρόντιζαν να το αποδείξουν, (ανταποδεικτικώς) εφόσον ο ενάγων δεν συνδεόταν με την εταιρεία αυτή με καμία συμβατική σχέση.

Τέλος, το Εφετείο δέχθηκε ότι από την εκτεθείσα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της δεύτερης εναγομένης (αναιρεσείουσας), δια των προαναφερθέντων υπαλλήλων της, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την οποία, αφού έλαβε υπόψη τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, το είδος και την έκταση της προσβολής, το βαθμό του πταίσματος της ανωτέρω υπαλλήλου της δεύτερης εναγομένης ( αναιρεσείουσας) και τις οικονομικές δυνατότητες των διαδίκων, επιδίκασε στον ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση το ποσόν των 50.000€, το ποίο έκρινε ως εύλογο.

Με αυτές τις παραδοχές, το Εφετείο, δεχθέν ακολούθως ως κατ ουσία βάσιμη εν μέρει την αγωγή, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 330, 914 και 932 ΑΚ, αλλ' ούτε και αυτές των άρθρων 297, 298 και 922 του ίδιου Κώδικα, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς αιτιολογίες και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων.

Ειδικότερα, οι εκτεθείσες πραγματικές του διαπιστώσεις καταφάσκουν τη συνδρομή των απαιτούμενων, για τη γέννηση της αδικοπρακτικής ευθύνης της αναιρεσείουσας προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης του ήδη αποβιώσαντος ενάγοντος, προϋποθέσεων, ήτοι α) της παράνομης συμπεριφοράς των προστηθέντων από την αναιρεσείουσα υπαλλήλων της (προσβολή του απόλυτου δικαιώματος της κυριότητας του ενάγοντος επί των μετοχών, με την εκ μέρους των εν λόγω υπαλλήλων παράβαση των "άγραφων" κανόνων επιμέλειας, την τήρηση των οποίων επέβαλλαν η καλή πίστη και οι ανάγκες της συγκεκριμένης, σύγχρονης, συναλλαγής), β) της αμέλειας των ίδιων υπαλλήλων, ως μορφής υπαίτιας συμπεριφοράς τους (μη καταβολή της απαιτούμενης στις συναλλαγές επιμέλειας, η οποία αν κατεβάλλετο για τον έλεγχο της γνησιότητας της υπογραφής του ενάγοντος επί της ως άνω έγγραφης εξουσιοδοτήσεως, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας αυτών των υπαλλήλων, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της μεταφοράς των μετοχών σε λογαριασμό της Α.Χ.Ε.

Φ), γ) της ζημίας του ενάγοντος (απώλεια των μετοχών) και δ) του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ανωτέρω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των υπαλλήλων και της ζημίας του ενάγοντος (η εν λόγω συμπεριφορά ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία την οποία επέφερε).

Επομένως, οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ απορρέοντες, 3ος, 4ος, 5ος, 6ος και 7ος λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι.

Με τον Τρίτο λόγο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο και η αιτίαση ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, με το να δεχθεί ότι ο έλεγχος της υπογραφής του ενάγοντος αναγόταν στα καθήκοντα των υπαλλήλων της και δεν καλύπτετο η παράλειψή τους αυτή από τη θεώρηση του γνήσιου της φερόμενης υπογραφής του ενάγοντος από το αστυνομικό όργανο, καθόσον,

βάσει των διδαγμάτων της κοινή πείρας, κατά τα οποία επί αναλήψεως μικρού χρηματικού ποσού από πιστωτικό ίδρυμα είναι απαραίτητη η προσκόμιση προς έλεγχο αστυνομικής ταυτότητας του αιτούντος την ανάληψη, η υπογραφή αυτού και η αναγραφή του αριθμού του τηλεφώνου του, δεν δικαιολογείτο η παράλειψη ελέγχου των στοιχείων του ενάγοντος, δοθέντος ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση επρόκειτο για μεταφορά τόσο μεγάλου αριθμού μετοχών σε λογαριασμό άλλου χειριστή.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, σε σχέση με την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της αμέλειας, το Εφετείο δεν παραβίασε τα ανωτέρω διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία, εξομοιούμενα εν προκειμένω με τους κανόνες της τυπικής λογικής, χρησιμοποίησε για την και με βάση αυτά διαμόρφωση της κρίσεώς του, περί της αμελούς (υπαίτιας) συμπεριφοράς των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας.

Επειδή, με τον 5ο εκ του αρ. 8 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (κατά το δεύτερο μέρος του) λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο επιπλέον την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα ισχυρισμό της, ότι η ζημία του ενάγοντος από την απώλεια των μετοχών προκλήθηκε αποκλειστικώς και μόνο από την "ΑΧΕ Φ" και όχι από την ίδια.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός, μη ενέχων αυτοτέλεια αλλά συνιστών (αιτιολογημένη) άρνηση του αντίθετου συναφώς αγωγικού ισχυρισμού, δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της εκτεθείσας διατάξεως και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να στηρίξει την καταλογιζόμενη εν προκειμένω αναιρετική πλημμέλεια.

Με τον έκτο λόγο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο επίσης ότι, με τις εκτεθείσες παραδοχές του, "παραβίασε τους ορισμούς του νόμου και δη τόσο του άρθρου 330 ΑΚ όσο και του άρθρου 914 ΑΚ σχετικά με το αποδεικτικό βάρος ως προς την συνδρομή ζημίας". Όπως προκύπτει όμως από τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο προέβη σε ορθή εφαρμογή των κανόνων του (ουσιαστικού) δικαίου ως προς την κατανομή του (αντικειμενικού) βάρους αποδείξεως, αφού την πρόκληση ζημίας στον ενάγοντα έκρινε ως αποδεδειγμένη λόγω επάρκειας των προσκομισθεισών συναφώς από αυτόν αποδείξεων και όχι λόγω ανεπάρκειας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν από την αναιρεσείουσα για την απόδειξη αντίθετου προς τούτο (αρνητικού) ισχυρισμού αυτής. Ο λόγος συνεπώς αυτός είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-1-07 αίτηση, της αναιρεσείουσας "Εθνική Χρηματιστηριακή Εταιρεία Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 7567/06 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ