Legislator Case Law & Legislation
229/2006 AI generated

229/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 229/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

229/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): της Α.Τ.Ε. Οι καθορισμένες αυτές αμοιβές των δικηγόρων, που χειρίζονταν υποθέσεις της Α.Τ.Ε. ως εξωτερικοί συνεργάτες, υπολείπονταν σημαντικά των ελαχίστων ορίων αμοιβών, που προβλέπονται από τον Κώδικα περί δικηγόρων και σε καμία περίπτωση το συνολικό ποσό αμοιβής τους δεν μπορούσε να υπερβαίνει τις 300.000 δρχ.

Keywords

AI generated
bank charges consumer credit agreement agricultural credit authorization to levy debt enforcement exemption from restrictive-practice authorisation credit union
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 229 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 229/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 15η Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Α. Π. του Η., δικηγόρου, κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαστεργίου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης-καθής η κλήση: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πήτα, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Νοεμβρίου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 17 Απριλίου 2001 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 39/ΕΡ-ΔΙ/2001 του ιδίου δικαστηρίου και 3005/2002 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων, με την από 3 Φεβρουαρίου 2003 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1499/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση έρχεται σήμερα για νέα συζήτηση, με την από 7 Φεβρουαρίου 2005 κλήση.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής διάβασε την από 7 Νοεμβρίου 2003 έκθεση του Αρεοπαγίτη Πολύκαρπου Βούλγαρη που κωλύεται να μετάσχει στη σημερινή συνεδρίαση, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως για τους, πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, ενιαίως λαμβανομένους και την απόρριψη του τρίτου λόγου αυτής.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως στο σύνολό της και την καταδίκη της αντίδικης στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. ... και .../7-4-2005 εκθέσεις επιδόσεως του αρμόδιου στο Πρωτοδικείο Βέροιας δικαστικού επιμελητή …, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον προσθέτως υπέρ του αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου παραστάντα Δικηγορικό Σύλλογο Βέροιας, ο οποίος παραστάθηκε και στην κατ' έφεση δίκη, κυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και της από 7-2-2005 κλήσεως με την υφιστάμενη παρά πόδας της δεύτερης τούτων πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για τη συζήτηση της πρώτης εξ αυτών κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμου. Επομένως, εφόσον ο προσθέτως υπέρ του αναιρεσείοντος παρεμβάς δεν παραστάθηκε κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία αυτού.

Επειδή, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, έχει έντονο το χαρακτήρα δημόσιας τάξεως, γιατί αποβλέπει στην καταπολέμηση της κακοπιστίας στις συναλλαγές και γενικά, κατά την ενάσκηση κάθε δικαιώματος και συνεπώς δεν αποκλείεται να εφαρμοσθεί και στην περίπτωση ασκήσεως δικαιωμάτων, που απορρέουν από διατάξεις δημόσιας τάξης, όπως είναι και εκείνη του άρθρου 92 παρ. 2 του Κώδικα περί των Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954), με την οποία ορίζεται ο τρόπος καθορισμού του ελαχίστου ορίου της πάγιας περιοδικής αμοιβής του δικηγόρου για τις παρεχόμενες υπηρεσίες του (Ολ.

ΑΠ 1753/1984). Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει και όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις, που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα, που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές, προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον εγκείμενο στο δικαίωμα κοινωνικό και οικονομικό σκοπό, έτσι ώστε η ενάσκησή του να προσκρούει στην περί δικαίου και ηθικής αντίληψη του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.

ΑΠ 17/1995, 19/1998). Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν αρκεί μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν και άλλα περιστατικά ή ειδικές συνθήκες και περιστάσεις που προέρχονται κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, να δημιουργήθηκε ευλόγως στον οφειλέτη η πεποίθηση της μη ενασκήσεως του δικαιώματος, οπότε η μεταγενέστερη άσκηση τούτου που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως, που δημιουργήθηκε υπό τις άνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρονικό διάστημα, να αντίκειται προφανώς στις καθοριζόμενες από τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ αρχές, γιατί δημιουργεί δυσανάλογη προς την ωφέλεια του δικαιούχου επιβάρυνση του υπόχρεου, (Ολ.

Α.Π. 8/2001 και 1/1997). Ειδικότερα, δεν συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής άσκησης της αξιώσεως του δικηγόρου περί της αμοιβής του από το λόγο ότι αυτή, ως εκ της αξίας του αντικειμένου, με βάση την οποία υπολογίζεται, είναι μεγάλη, όταν ο υπολογισμός της γίνεται βάσει των ελαχίστων ορίων του Κώδικα περί Δικηγόρων ή από το ότι για την εργασία του δικηγόρου για την οποία ζητείται αμοιβή, απαιτήθηκε λίγος χρόνος και καταβλήθηκε μικρή επιστημονική προσπάθεια, εφόσον κατά το άρθρο 98 του ιδίου Κώδικα, τα στοιχεία αυτά λαμβάνονται υπόψη για την αύξηση του ελαχίστου ποσού της αμοιβής.

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της αποφάσεως τα περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος, με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι της διατάξεως, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνης που δεν εφαρμόσθηκε, καθώς και όταν η απόφαση έχει αντιφατικές αιτιολογίες (Ολ.

Α.Π. 28/1997, 1/1999). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Με απόφαση του Διοικητή της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης Α.Τ.Ε. εγκρίθηκε η χρησιμοποίηση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος δικηγόρου Βέροιας για τη νομική κάλυψη του υποκαταστήματος αυτής στη Βέροια σε θέματα ελέγχου τίτλων νέων δανειοδοτούμενων πελατών αυτής και σε υποθέσεις δικών, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 18/28-12-1995 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, από του μηνός Ιουνίου 1996, κατόπιν του υπ' αριθμ. 2020/15-5-1996 εγγράφου του Διευθυντή του εν λόγω υποκαταστήματος.

Ταυτόχρονα παρασχέθηκε στον τελευταίο η ευχέρεια να αναθέτει στον ενάγοντα τον χειρισμό και των υπόλοιπων υποθέσεων, γιατί, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο υπ' αριθμ. 2999/12-6-1996 έγγραφο του Διευθυντή της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών της Α.Τ.Ε. προς το υποκατάστημα της Βέροιας, οι μέχρι τότε χρησιμοποιούμενοι δικηγόροι αρνούνταν να αναλάβουν τις σχετικές υποθέσεις με τις αμοιβές του πινακίου, που καθορίσθηκαν και εγκρίθηκαν με την προδιαληφθείσα απόφαση του Δ.Σ.

της Α.Τ.Ε. Οι καθορισμένες αυτές αμοιβές των δικηγόρων, που χειρίζονταν υποθέσεις της Α.Τ.Ε. ως εξωτερικοί συνεργάτες, υπολείπονταν σημαντικά των ελαχίστων ορίων αμοιβών, που προβλέπονται από τον Κώδικα περί δικηγόρων και σε καμία περίπτωση το συνολικό ποσό αμοιβής τους δεν μπορούσε να υπερβαίνει τις 300.000 δρχ.

Μηνιαίως. Το εν λόγω καθορισμένο από την Α.Τ.Ε. καθεστώς δικηγορικών αμοιβών κατά παρέκκλιση του νόμου, ίσχυε για όλους τους χρησιμοποιούμενους από την Α.Τ.Ε. δικηγόρους στην Ελληνική Επικράτεια. Κατά την έναρξη της συνεργασίας τους, ο ενάγων γνώριζε και αποδέχθηκε να παράσχει τις υπηρεσίες του προς το υποκατάστημα της εναγομένης στη Βέροια έναντι της μειωμένης αυτής αμοιβής.

Η συνεργασία τους διάρκεσε μέχρι τη 17η Οκτωβρίου 2000, ήτοι για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την τετραετία, οπότε αυτή λύθηκε με την οικειοθελή αποχώρηση του ενάγοντος. Ακολούθως, δέχθηκε το Εφετείο ότι, μεταξύ άλλων αστικών υποθέσεων, που χειρίσθηκε ο ενάγων, ήταν και οι επίδικες, οι περισσότερες των οποίων αφορούσαν υπεράσπιση της Α.Τ.Ε, ως εναγόμενης, επί αγωγών, που κατατέθηκαν σε βάρος της από μέρους οφειλετών της, με τις οποίες ζητούνταν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των συναφθεισών με αυτήν δανειακών συμβάσεων, η επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων απ' αυτούς τόκων κλπ.

Στα πλαίσια δε του χειρισμού των υποθέσεων αυτών, ο ενάγων παρίστατο κατά την εκφώνηση των υποθέσεων στο ακροατήριο του αρμόδιου Δικαστηρίου και προέβαινε στη σύνταξη και κατάθεση εγγράφων προτάσεων για λογαριασμό της ως άνω εντολέως του. Για τις ενέργειές του αυτές δεν απαιτείτο η καταβολή ιδιαίτερης επιστημονικής προσπάθειας και η απασχόλησή του για επιπλέον χρόνο, αφού τα σχετικά νομικά ζητήματα, που ανέκυπταν από την άσκηση των εν λόγων αγωγών, είχαν ήδη αντιμετωπισθεί και κριθεί με αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου, στο οποίο αυτές είχαν εισαχθεί ή άλλων ανωτέρων.

Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η ενδεικτικά αναφερόμενη αγωγή, που ασκήθηκε εκ μέρους των Π. Α. και λοιπών οφειλετών της ΑΤΕ (με αντικείμενο ύψους 795.867.669 δρχ., κατά τον αγωγικό ισχυρισμό του ενάγοντος), η οποία απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη, από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας με την 59/ΤΠ/2000 απόφαση του και για την οποία ο ενάγων ζητεί με την ένδικη αγωγή του επιπλέον αμοιβή 15.887.000 δρχ. (795.867.669 δρχ.

Χ 2% - 30.000), η υπεράσπιση της οποίας κρίνεται ιδιαίτερα ευχερής, δεδομένου ότι ήδη παρόμοιες αγωγές είχαν απορριφθεί μετά και την έκδοση της υπ' αριθ. 24/1997 απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, όπως αναφέρεται και στις προτάσεις, που συνέταξε και κατέθεσε ο ενάγων. Εξάλλου, ο ενάγων για κάθε μία από τις επίδικες υποθέσεις, που χειρίσθηκε, εισέπραξε ως αμοιβή του το ποσό των 30.000 δρχ.

Χωρίς να διατυπώσει καμιά επιφύλαξη περί του ύψους του καταβληθέντος σ' αυτόν ποσού και επιπλέον, με έγγραφη δήλωσή του παραιτήθηκε ρητά από οποιαδήποτε απαίτηση ή αξίωση κατά της ΑΤΕ από την ως άνω αιτία. Υπήρξαν βέβαια από μέρους του παραστάσεις και προφορικές διαμαρτυρίες τόσο προς τον Διευθυντή του υποκαταστήματος της ΑΤΕ Βέροιας, όσο και στην αρμόδια Κεντρική Διεύθυνση αυτής για το χαμηλό μέγεθος της καταβαλλόμενης αμοιβής, ιδιαίτερα κατά το αρχικό στάδιο της συνεργασίας του με την ΑΤΕ πλην όμως ουδέποτε ο ίδιος διατύπωσε, εγγράφως ή προφορικώς, τη βούλησή του, έστω και με τη μορφή απειλής, να διεκδικήσει επιπλέον αμοιβή για τις υποθέσεις, που ήδη είχε χειρισθεί, αλλά και γι' αυτές που θα χειριζόταν στο μέλλον.

Οι υποσχέσεις, που παρείχαν σ' αυτόν οι υπεύθυνοι της Τράπεζας περί μελλοντικής αναπροσαρμογής των αμοιβών, δεν αναφέρονταν αποκλειστικά σ' αυτόν, αλλ' αφορούσαν όλους ανεξαιρέτως τους δικηγόρους που παρείχαν τις υπηρεσίες τους στην ΑΤΕ και σε κάθε περίπτωση, δεν υπήρξε δέσμευση της Τράπεζας, ότι η αναπροσαρμογή αυτή θα γινόταν στο ύψος των ελαχίστων ορίων των δικηγορικών αμοιβών, που προβλέπονται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων.

Ο ενάγων συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του στην εναγομένη μέχρι την προαναφερόμενη ημερομηνία, ακόμη και μετά την αρνητική απάντηση της ΑΤΕ στο με ημερομηνία 3-1-1997 έγγραφο, που απέστειλαν στην Διεύθυνση των Νομικών Υπηρεσιών αυτής, ο ενάγων και άλλοι δύο δικηγόροι Βέροιας, οι Γεώργιος Παπαστεργίου και Ελισάβετ Καραβίδα-Μπαρμπαρούση, που επίσης απασχολούνταν στο υποκατάστημα ΑΤΕ Βέροιας, ως ελεύθεροι συνεργάτες, με το οποίο ζητούσαν να γίνει δεκτό το αίτημά τους περί καταβολής σ' αυτούς της προβλεπόμενης από τον Κώδικα περί Δικηγόρων αμοιβής.

Πρέπει να λεχθεί, ότι οι ανωτέρω δικηγόροι έλυσαν την συνεργασία τους μετά την άρνηση της ΑΤΕ να ικανοποιήσει το ως άνω κοινό αίτημά τους και ότι, κατά την έναρξη της συνεργασίας με τον ενάγοντα, από κοινού είχαν διαβεβαιώσει την Τράπεζα ότι θα τα βρουν μεταξύ τους, ότι θα μοιράζουν τις υποθέσεις, καθώς και το πλαφόν των 300.000 δρχ.

μηνιαίως. Με βάση τα γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά, το Εφετείο έκρινε ότι η συμπεριφορά του ενάγοντος κατά την διάρκεια της επί 4ετία περίπου συνεργασίας του με την εναγόμενη, ήτοι να θεωρήσει έγκυρη τη σύμβαση με αυτή, παρά το γεγονός ότι αμειβόταν με χρηματικά ποσά κατώτερα από εκείνα που προβλέπει ο Κώδικας περί Δικηγόρων ως ελάχιστα όρια αμοιβής και να συνεχίσει να παρέχει τις υπηρεσίες του, παρά την σταθερή άρνηση της ΑΤΕ να αποδεχθεί ανάλογο αίτημά του, χωρίς παράλληλα η εμμονή του αυτή να είναι προϊόν κατάστασης ανάγκης, στην οποία περιήλθε εξαιτίας της εν γένει οικονομικής του κατάστασης, δημιούργησε ευλόγως την πεποίθηση στα όργανα της εναγόμενης Τράπεζας, ότι ουδέποτε ο ενάγων θα διεκδικούσε επιπλέον αμοιβή για τις παρασχεθείσες προς αυτήν συγκεκριμένες υπηρεσίες του.

Κατέληξε δε το Εφετείο στην κρίση με βάση τις ως άνω παραδοχές του ότι η επίδικη απαίτηση του ενάγοντος για καταβολή σ' αυτόν από μέρους της εναγομένης επιπλέον αμοιβής με βάση τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, κατ' εξαίρεση μάλιστα των όσων ίσχυσαν και ισχύουν για όλους τους άλλους δικηγόρους της Επικράτειας, που συνεργάζονται με την ΑΤΕ, είναι καταχρηστική, διότι υπερβαίνει τα όρια που τίθενται από τους ορισμούς της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ και, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, που έκρινε αντιθέτως, απέρριψε την αγωγή τους αναιρεσείοντος, δεχόμενο ως ουσία βάσιμη την σχετική ένσταση της αναιρεσίβλητης.

Το Εφετείο με τις παραδοχές του αυτές διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο το αναιρετικό έλεγχο για την συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων εφαρμογής της ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος του αναιρεσείοντος.

Ειδικότερα, ενώ εκθέτει ότι ο τελευταίος εισέπραττε την συμφωνημένη αμοιβή του των 30.000 δρχ, χωρίς να διατυπώνει καμία επιφύλαξη περί του ύψους του καταβληθέντος σ' αυτόν ποσού και επιπλέον, ότι με έγγραφη δήλωσή του παραιτήθηκε από οποιαδήποτε απαίτηση κατά της ΑΤΕ, στη συνέχεια εκθέτει ότι υπήρξαν εκ μέρους του παραστάσεις και προφορικές διαμαρτυρίες τόσο προς τον Διευθυντή του υποκαταστήματος της ΑΤΕ Βέροιας, όσο και στην αρμόδια Κεντρική Διεύθυνση αυτής για το χαμηλό μέγεθος της αμοιβής.

Πέραν της προαναφερόμενης αντίφασης, η κρίση του Εφετείου ότι ο αναιρεσείων, παρά τις ως άνω προφορικές διαμαρτυρίες του και στο υπηρεσιακό επίπεδο ενώπιον του οποίου διατύπωνε αυτές, δεν είχε καν τη βούληση να διεκδικήσει την επιπλέον αμοιβή του για όσες υποθέσεις είχε ήδη χειρισθεί και όσες επρόκειτο να χειρισθεί στο μέλλον, έρχεται σε αντίθεση με τις εν συνεχεία παραδοχές του ότι ο αναιρεσείων ομού με άλλους δύο συναδέλφους του διατύπωσε το ως άνω αίτημά του με το από 31-1-1997 έγγραφο, που απεστάλη προς την Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης.

Επίσης, το Εφετείο δεν διευκρινίζει στην ανωτέρω απόφασή του πότε και με ποία αφορμή ή ποιές συνθήκες έγινε η παραίτηση του αναιρεσείοντος από κάθε απαίτησή του, ούτε το περιεχόμενο της έγγραφης παραιτήσεως αυτού, δηλαδή αν έγινε κατά την είσπραξη της μειωμένης αμοιβής του και προκειμένου να γίνει η είσπραξη αυτής ή σε άλλο χρόνο.

Το ζήτημα αυτό ασκεί επιρροή για την εκτίμηση της αντιθέσεως της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος στην καλή πίστη (καταχρηστικότητα), αφού, ανεξάρτητα από την ακυρότητα της παραιτήσεως οποτεδήποτε και αν έγινε (άρθρο 92 παρ. 1β του Κώδικα περί Δικηγόρων), η αβίαστη παραίτηση του δικηγόρου από την καταβολή της επιπλέον αμοιβής καθιστά κακόπιστη την εν συνεχεία διεκδίκηση αυτής.

Ενόψει των ανωτέρω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 281 Α.Κ επί της ένδικης αγωγικής αξιώσεως. 'Ετσι, υπέπεσε τούτο στην πλημμέλεια, που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση εκ πλαγίου της εν λόγω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ.

Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τον βάσιμο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. σχετικό λόγο της αναιρέσεως και, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής, να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 3005/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων είκοσι (720) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2005.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ