Legislator Case Law & Legislation
2298/2009 AI generated

2298/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2298/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

2298/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος (έκτακτη χρησικτησία). Κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Κατά την τελευταία διάταξη νομή είναι η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση του πράγματος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2298 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2298/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. Χ1, το γένος ΑΑ, κατοίκου ... και 2. Χ2, το γένος ΑΑ, κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Λεβεντάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Δραμπέλη, και 2. Ψ2, το γένος ΑΑ, κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-8-1994 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 90/1996 μη οριστική, 247/2001 (διατάσσει επανάληψη της συζήτησης), 47/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 151/2006 του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική Έδρα Μυτιλήνης). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 5-3-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 10-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την έκθεση επιδόσεως ... του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Μυτιλήνης ..., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείουσες, που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπό κρίση από 5-3-2007 αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο αυτής (αίτησης αναίρεσης), στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίσθηκε η αναφερομένη στην αρχή της αποφάσεως αυτής, με κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτησή της, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη αναιρεσίβλητη Ψ2. Όμως η αναιρεσίβλητη αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Συνεπώς, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία της (άρθρ. 576 παρ. 2 εδαφ. α' και γ' του ΚπολΔ).

Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος (έκτακτη χρησικτησία). Κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Κατά την τελευταία διάταξη νομή είναι η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση του πράγματος.

Η διάνοια δε κυρίου, δηλαδή το πνευματικό στοιχείο της νομής, υποδηλώνεται είτε ρητώς είτε σιωπηρώς με πράξεις, τις οποίες επιχειρεί συνήθως ο ιδιοκτήτης του πράγματος ή ο αντιπρόσωπός του. Ειδικότερα, άσκηση νομής επί ακινήτου, που άγει στην κτήση της κυριότητας αυτού με έκτακτη χρησικτησία, αποτελούν όλες οι εμφανείς υλικές πράξεις επάνω σε αυτό, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και οι οποίες είναι δηλωτικές της φυσικής εξουσιάσεώς του με διάνοια κυρίου.

Τέτοιες δε πράξεις είναι και η επίσκεψη, η επίβλεψη του ακινήτου, η δενδροφύτευση και καλλιέργεια του με κηπευτικά και οπωροφόρα δέντρα, καθώς και η κατασκευή εντός αυτού αποθηκευτικού χώρου. Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Ιδρύεται δε ο αναιρετικός αυτός λόγος αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση του. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 τον ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλομένης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο δέχτηκε, ανελέγκτως, μετά την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν, αναφορικά με την, προς απόκρουση της ένδικης αγωγής, με την οποία οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες ζητούν να διαταχθεί η διανομή των αναφερομένων δύο ακινήτων, προβληθείσα ένσταση ιδίας κυριότητας, εκ μέρους των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, τα ακόλουθα: "Ο πατέρας των διαδίκων ΑΑ και ο σύζυγος της δεύτερης ενάγουσας ΒΒ, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. ...

πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μολύβου Δημητρίου Τσιάμη, αγόρασαν από τον ..., ο μεν πρώτος κατά ποσοστό 2/3 ο δε δεύτερος κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος ένα αγρόκηπο που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του δήμου ... μετά των υπαρχόντων σ' αυτό οπωροφόρων δένδρων και ενός ερειπωμένου οικίσκου εκτάσεως τεσσάρων στρεμμάτων περίπου, που συνορεύει με αγροτικό δρόμο, με ιδιοκτησίες ...

και ... και με ποταμό. Στη συνέχεια, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμό ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καλλονής Χαριλάου Προδρόμου, οι ανωτέρω συγκύριοι διένειμαν εξωδίκως το παραπάνω ακίνητο κι έτσι ο πατέρας των διαδίκων ΑΑ έλαβε αυτοτελές διηρημένο τμήμα αυτού, εκτάσεως 3,5 στρεμμάτων, το οποίο συνορεύει με ποταμό, αγροτικό δρόμο και ιδιοκτησίες Ψ1 και ΒΒ.

Επίσης, δυνάμει του υπ' αριθμό ... πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καλλονής Αντωνίου Χατζημωϋσή, ο ΑΑ αγόρασε από τον ... ένα αγρό, που βρίσκεται στη θέση "..." της αγροτικής περιφέρειας της κοινότητας ..., εκτάσεως ενός στρέμματος περίπου, που συνορεύει με ιδιοκτησίες ..., ..., κληρονόμων ... και ποταμό.

Ο ως άνω πατέρας των διαδίκων προίκησε κατά τις οικονομικές δυνάμεις του τις τρεις θυγατέρες του (δυο ενάγουσες και την εναγομένη) και ειδικότερα στην πρώτη ενάγουσα Χ1 μεταβίβασε ένα ορεινό μικρό κτήμα και μια παλαιά οικία δύο δωματίων, στη δεύτερη ενάγουσα Χ2 μεταβίβασε ένα μικρό ορεινό κτήμα και ένα οικόπεδο σε ορεινό σημείο της κοινότητας ...

και στην εναγομένη Ψ2 μεταβίβασε ένα ορεινό μικρό κτήμα και μια οικία δυο δωματίων, που βρίσκεται στην περιοχή "..." της κοινότητας ... Ο εναγόμενος ήταν μόνος από τα τέσσερα παιδιά ΑΑ, ο οποίος παρέμεινε στην ..., ασχολούμενος με αγροτικές εργασίες, καθώς και την φροντίδα και περιποίηση των γονέων του και ιδίως της μητέρας του, η οποία απεβίωσε στην ...

Σ' αυτόν ο πατέρας του, το έτος 1965, παρεχώρησε ατύπως με δωρεά εν ζωή τα επίδικα ακίνητα. Το γεγονός της άτυπης δωρεάς, σύμφωνα με τις ρητές καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων, ήταν γνωστό από τότε στη μικρή κοινωνία του χωριού (...), όπου κατοικούσε ο δωρητής, αλλά και στις ίδιες τις θυγατέρες του. Έκτοτε, δηλαδή από το έτος 1965 και μέχρι το έτος 1989 ο εναγόμενος διενεργούσε τις προσιδιάζουσες στη φύση των επιδίκων ακινήτων διακατοχικές πράξεις και ειδικότερα φύτευε και περιποιόταν ελαιόδενδρα και λεύκες και συνέλεγε τον ελαιόκαρπο.

Στο πρώτο δε κτήμα που βρίσκεται στις "..." καλλιεργούσε κηπευτικά, και οπωροφόρα δένδρα, από δε την παραγωγή που απεκόμιζε ένα μέρος κρατούσε για τις ανάγκες αυτού και των οικείων του και τα υπόλοιπα τα πωλούσε. Το ακίνητο αυτό το περιέφραξε: με πασσάλους και συρματόπλεγμα, ιδίαις δαπάναις, και κατασκεύασε εντός αυτού μικρή αποθήκη για την αποθήκευση ξερών χόρτων και εν γένει τροφών για τα ζώα του.

Καθόλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα (1965 έως 1989) ουδείς τον ενόχλησε, ούτε παρενέβη, ούτε διαμαρτυρήθηκε για την εκ μέρους του αποκλειστική στο δικό του όνομα, κατοχή και νομή, διάνοια κυρίου των επιδίκων ακινήτων. Το έτος 1989 ο πατέρας των διαδίκων μετακόμισε από το ..., όπου κατοικούσε στην πόλη της ...

και εγκαταστάθηκε και διέμενε μέχρι το 1991 που απεβίωσε στο σπίτι της πρώτης ενάγουσας θυγατέρας του. Στο διάστημα αυτό και συγκεκριμένα το 1990 ο ΑΑ και συγκεκριμένα στις 16-10-1990 κοινοποίησε στον εναγόμενο γυιό του την από 1-10-1990 εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία στην οποία κατ' ουσία αβάσιμα για πρώτη φορά ανεφέρετο ότι "από το έτος 1985 είχε εκμισθώσει σ' αυτόν (ο πατέρας στον γυιό) τα επίδικα ακίνητα, αντί ετησίου μισθώματος το ήμισυ της αποδόσεως των κτημάτων και ότι ενώ όλα τα προηγούμενα χρόνια κατεβάλετο ανελλιπώς το μίσθωμα, το έτος 1989 δεν το κατέβαλε, και γι' αυτό κατήγγειλε την μίσθωση απαιτώντας την εις αυτόν απόδοση των μισθίων".

Όμως τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ένσταση ιδίας κυριότητας του πρώτου εναγομένου αποδεικνύονται πλήρως από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων, οι οποίοι για όσα καταθέτουν έχουν άμεση και προσωπική αντίληψη και γνώση ως κάτοικοι ... και προχωρημένης ηλικίας, ιδιοκτήτες ομόρων ακινήτων σε σχέση με το πρώτο επίδικο και μη έχοντας κανένα συμφέρον από την έκβαση της δίκης, σε αντίθεση με τους μάρτυρες των εναγουσών, οι οποίοι είναι ο σύζυγος και ο γυιός (γεννηθείς το 1972) της πρώτης ενάγουσας, οι καταθέσεις των οποίων δεν είναι καθόλου πειστικές και δεν κλονίζουν τα κατατιθέμενα των μαρτύρων των εναγομένων.

Συνεπώς, τα επίδικα ακίνητα από του έτους 1985 είχαν περιέλθει με έκτακτη χρησικτησία στον πρώτο εναγόμενο, δεν συμπεριλαμβανόταν στην προσωπική περιουσία του ΑΑ ούτε, αργότερα, στην κληρονομιαία περιουσία αυτού κατά τον χρόνο επαγωγής (θανάτου του) αυτής στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, διότι είχε εκφύγει αυτής και δεν ήταν δυνατόν να καταστεί αντικείμενο ούτε γονικής παροχής, ούτε κληρονομικής διαδοχής.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αφού αποδείχτηκε η ουσιαστική βασιμότητα της ενστάσεως του πρώτου εναγομένου περί αποκλειστικής κυριότητας αυτού επί των επιδίκων, δεν υφίσταται η αναφερόμενη και επικαλούμενη στην αγωγή κοινωνία δικαιώματος επί των επιδίκων". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της έντασης ιδίας κυριότητας, ερειδομένης στην έκτακτη χρησικτησία, δεχθέν ότι ο πρώτος εναγόμενος νεμόταν, με διάνοια κυρίου, τα επίδικα, συνεχώς, για χρονικό διάστημα άνω της εικοσαετίας.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που προαναφέρθηκαν αλλ' ούτε οποιαδήποτε άλλη από εκείνες που επικαλούνται οι αναιρεσείουσες, ενώ διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, στο κρίσιμο ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας επί των επιδίκων, από τον πρώτο εναγόμενο, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Ειδικότερα, σαφείς είναι οι παραδοχές του Εφετείου για τη συνεχή από το έτος 1965 έως τις 16-10-1990 (ότε ο δικαιοπάροχος του πρώτου εναγομένου, πατέρας ΑΑ, του κοινοποίησε την από 1-10-1990 εξώδικη δήλωσή του - διαμαρτυρία), άσκηση απ' αυτόν (πρώτο εναγόμενο) συγκεκριμένων πράξεων φυσικής εξουσιάσεως με διάνοια κυρίου, στα επίδικα ακίνητα, όπως αυτές (πράξεις νομής) αναφέρθηκαν πιο πάνω.

Επίσης, σαφείς και πλήρεις είναι οι παραδοχές του Εφετείου ότι από το έτος 1985 ο πρώτος εναγόμενος είχε καταστεί κύριος των επίδικων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και, συνεπώς, αυτά, αφού έκτοτε έπαψαν να συμπεριλαμβάνονται στην περιουσία του πατέρα του ΑΑ, δεν ήταν δυνατόν να αποτελέσουν αντικείμενο γονικής παροχής ή κληρονομικής διαδοχής.

Επομένως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίον οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο πρώτος εναγόμενος απέκτησε την κυριότητα των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία, παραβίασε ευθέως τις ως άνω διατάξεις (974, 1045 ΑΚ) και στέρησε από νόμιμη βάση την απόφασή του, λόγω ασαφών, ελλιπών και ανεπαρκών αιτιολογιών, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης κυριότητας στα επίδικα από τον πρώτο εναγόμενο με έκτακτη χρησικτησία.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 393 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες κατά του περιεχομένου εγγράφου, έστω και αν η αξία του αντικειμένου της δικαιοπραξίας είναι μικρότερη του αναφερόμενου στη διάταξη αυτή ποσού. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο αποκλεισμός του αποδεικτικού μέσου των μαρτύρων αναφέρεται στο έγγραφο που περιέχονται δικαιοπρακτικές δηλώσεις των διαδίκων και το οποίο προσάγεται προς άμεσο απόδειξη δικαιοπρακτικής δήλωσης βούλησης και όχι σε απόδειξη γεγονότων που έχουν σχέση προς τη δικαιοπραξία (ΑΠ 588/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα εξής έγγραφα: 1) Το ... συμβόλαιο του Συμβ/φου Καλλονής Λέσβου Χαριλάου Προδρόμου, 2) το ... συμβόλαιο του Συμβ/φου Καλλονής Λέσβου Νικολάου Χατζημωϋσή, και 3) το ...

συμβόλαιο του Συμ/φου Καλλονής Λέσβου Νικολάου Χατζημωϋσή, από τα οποία προκύπτει ότι τα επίδικα ανήκαν πάντοτε, κατά κυριότητα, στον ΑΑ και συνεπώς, ουδέποτε μεταβιβάστηκαν ατύπως στον πρώτο εναγόμενο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, στην προσβαλλόμενη απόφαση του, βεβαιώνει, πως στο ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του, μεταξύ άλλων και "τα έγγραφα που οι διάδικου προσκομίζουν και επικαλούνται", από τη βεβαίωση δε αυτή του Εφετείου, αλλά και από το όλο το περιεχόμενο της απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11α ΚΠολΔ, επειδή το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη προς συναγωγή της ανωτέρω κρίσης του μη επιτρεπόμενο από το νόμο αποδεικτικό μέσο και ειδικότερα μαρτυρικές καταθέσεις κατά του περιεχομένου των πιο πάνω συμβολαίων, που αποτελούν δημόσια έγγραφα, είναι απαράδεκτος, διότι δεν πρόκειται για έγγραφα που προσήχθησαν προς άμεση απόδειξη και περιέχουν δικαιοπρακτικές δηλώσεις των συμβληθέντων με αυτά (αναφορικά με την άσκηση της νομής επί των επιδίκων) ώστε η απόδειξη και με μάρτυρες της περί ιδίας κυριότητας ένστασης των αναιρεσιβλήτων, που έχει ως βάση την έκτακτη χρησικτησία, να στρέφεται κατά περιεχομένου εγγράφου κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 393 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο εξαιρετική αποδεικτική δύναμη, που δεν είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, παρότι είχε κατά νόμο και όχι όταν, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από άλλα που έχουν κατά νόμο την ίδια αποδεικτική δύναμη (ΑΠ 437/2000).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 438 και 440 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 340 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τα δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς τα, στις πρώτες των ως άνω διατάξεων, αναφερόμενα περιστατικά (γενόμενα υπό του συντάξαντος αυτά δημοσίου υπαλλήλου - λειτουργού ή προσώπου ασκούντος δημόσιαν υπηρεσία ή λειτουργία ή ενώπιον του και βεβαιούμενα σ' αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος) οσάκις αυτά παρέχουν, κατά την ανήκουσα στην κυριαρχικήν κρίση του δικαστηρίου της ουσίας εκτίμηση του περιεχομένου των υπ' αυτού (δικαστηρίου της ουσίας), άμεσο απόδειξη για το αποδεικτέο θέμα.

Συνεπώς, όταν αυτά λαμβάνονται υπόψη προς έμμεσο απόδειξη από εκείνο, κρίνον μετ' εκτίμηση του περιεχομένου τους ότι δεν παρέχουν άμεσο τοιαύτη, τότε η αποδεικτική αυτών δύναμη είναι τέτοια με την των λοιπών δικαστικών τεκμηρίων και την των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων (ΑΠ 1042/2002). Τέλος κατά το άρθρο 441 ΚΠολΔ τα δημόσια έγγραφα έχουν πλήρη και δεσμευτική δύναμη, ως προς τις δικαιοπρακτικές δηλώσεις των μερών, που περιέχονται σ' αυτά. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο έδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα στις καταθέσεις των μαρτύρων των αναιρεσιβλήτων και δεν προσέδωσε την προσήκουσα σημασία στα ανωτέρω συμβολαιογραφικά έγγραφα, πρέπει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αφού τα αποδεικτέα γεγονότα αναφορικά, με την ουσιαστική βασιμότητα της ως άνω ένστασης ιδίας κυριότητας, δεν ενέπιπταν σ' αυτά για τα οποία τα συμβολαιογραφικά αυτά έγγραφα παρέχουν πλήρη απόδειξη, να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του παρισταμένου πρώτου αναιρεσίβλητου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5 Μαρτίου 2007 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 151/2006 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσίβλητου Ψ1, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ