Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment regarding lost profit damages calculation in employment dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the hotel company's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment in a labor dispute. The appellant argued the lower court failed to consider the plaintiff's claim of vague damages and awarded more than requested, but the court found the trial court's reasoning on lost profits was clear and the plaintiff's oral statement clarified rather than limited the claim. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 14 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on the failure to consider a claim of vague damages or the award of excessive damages is inadmissible if the lower court provided sufficient reasoning and the claim was clarified by the parties' conduct.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2295 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2295/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Χρυσόστομος Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Nοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΛΑΝΙΔΗΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALEXANDROS VILLAGE" που εδρεύει στο Δήμο Στραγείρων και Ακάνθου Ν. Χαλκιδικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Κολοτούρο.
Του αναιρεσιβλήτου : ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστασίου Προυσανίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 599/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 22-4-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 27-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους, στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης ιδρύονται, ο μεν πρώτος και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ο δε δεύτερος και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο παρέλειψε να απορρίψει ως απαράδεκτη την αγωγή, μολονότι αυτή είναι αόριστη, ως μη περιέχουσα τα αναγκαία για τη διαδικαστική της πληρότητα στοιχεία.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στο Εφετείο οι αιτιάσεις αφενός μεν ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη του τον περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμό της αναιρεσείουσας που προέβαλε με τις προτάσεις της τόσον πρωτοδίκως όσον και ενώπιον του Εφετείου, αφετέρου δε ότι παρά τον νόμο δεν απέρριψε ως αόριστη και εντεύθεν απαράδεκτη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά το κεφάλαιο της προβαλλόμενης ζημίας που φέρεται ότι του προξένησε εκείνη (αναιρεσείουσα) κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων.
Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, οποία παραδεκτά διευκρινίσθηκε με προφορική δήλωση του ενάγοντος που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο τελευταίος (ήδη αναιρεσίβλητος) εκθέτει σ'αυτή, μεταξύ άλλων, τα εξής : Τον μήνα Ιούλιο του έτους 2002 ήλθε ( ο ενάγων ) σε διαπραγματεύσεις με την εναγόμενη (ήδη αναιρεσείουσα) για τη σύναψη σύμβασης πρόσληψής του ως διευθυντού στο ξενοδοχείο εκείνης που λειτουργούσε στην ....
Η αμοιβή του συμφωνήθηκε στο ποσό των 23.000 ευρώ ετησίως και επί πλέον ορισμένα ποσά που θα ελάμβανε ως " μπόνους " και θα κυμαίνοντο ανάλογα με τη διακύμανση του ετήσιου τζίρου της επιχείρησης. Ότι, ενώ οι διαπραγματεύσεις είχαν φθάσει μέχρι του σημείου που θα υπογράφετο η σύμβαση, ο ίδιος, πιστεύοντας στις διαβεβαιώσεις της εναγομένης περί προσλήψεώς του, απέκρουσε άλλη προσφορά προς σύναψη εργασιακής σύμβασης από γερμανική ξενοδοχειακή επιχείρηση στο Βερολίνο με χρόνο έναρξης την 15-8-2002 και ετήσια συμφωνημένη αμοιβή 36.400 ευρώ, ήτοι 2.600 ευρώ μηνιαίως και επί πλέον 5.200 ευρώ για δώρα εορτών και επίδομα άδειας.
Ότι η εναγόμενη εντελώς αναίτια και ενεργώντας εναντίον της καλής πίστεως και των χρηστών συναλλακτικών ηθών, την επομένη της συμφωνίας τους, ματαίωσε αυθαίρετα τη σύναψη της σύμβασης και του δήλωσε ότι δεν επιθυμεί την περαιτέρω συνεργασία τους. Αποτέλεσμα αυτής της συμπεριφοράς της ήταν να υποστεί (ο ενάγων) ζημία 36.400 ευρώ, ποσό το οποίο θα κέρδιζε από την ετήσια απασχόλησή του στην ανωτέρω γερμανική εταιρία και το οποίο απώλεσε, διότι απέκρουσε την προσφορά της με τους ανωτέρω όρους αμοιβής του, πιστεύοντας ότι η εναγομένη θα υπέγραφε τη μεταξύ τους σύμβαση, τους όρους της οποίας μετά από διαπραγματεύσεις είχαν συμφωνήσει.
Με αυτό το περιεχόμενο, η αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη, όσον αφορά το κεφάλαιο της προκληθείσας στον ενάγοντα ζημίας κατά τις διαπραγματεύσεις, η οποία συνίσταται στις συμφωνημένες αποδοχές που θα ελάμβανε από την εργασία του στην άνω γερμανική εταιρία, την προσφορά της οποίας για σύναψη εργασιακής σχέσεως απέκρουσε.
Δεν ήταν δε αναγκαίο να αναφέρεται στην αγωγή, ότι τα επιδόματα εορτών και αδείας προβλέποντο από τη νομοθεσία της Γερμανίας, αφού ο ενάγων διαλαμβάνει στο αγωγικό δικόγραφο ότι αυτά συμπεριλαμβάνοντο στην συμφωνημένη αμοιβή του, των 36.400 ευρώ ετησίως. Επομένως, το Εφετείο, κρίναν (σιωπηρώς) ότι η αγωγή είναι ορισμένη, έλαβε υπόψη του τον ανωτέρω περί αοριστίας ισχυρισμό, τον οποίο και απέρριψε εκ του πράγματος, ενώ ακόμη δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο.
Συνακόλουθα, είναι αβάσιμοι οι ανωτέρω λόγοι της αίτησης αναίρεσης. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που διαλαμβάνονται σ' αυτό. Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να έγινε είτε γιατί το δικαστήριο ανέγνωσε αυτό λανθασμένα είτε γιατί παρέλειψε να αναγνώσει κρίσιμες περικοπές του.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο από άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παραμόρφωσε αρνητικά το περιεχόμενο της από 5-8-2002 προσφοράς της επιχείρησης ... προς τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο), με την παράλειψη ανάγνωσης του τμήματος της προσφοράς για τη σύναψη δοκιμαστικής, τρίμηνης διάρκειας, εργασίας, δεχθέν ως περιεχόμενο της προσφοράς τη σύναψη σύμβασης εργασίας ετήσιας διάρκειας.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο ανέγνωσε ολόκληρο το περιεχόμενο της έγγραφης προσφοράς και από την αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου της και των λοιπών αποδείξεων και κυρίως εκείνων που αναφέρονται στα ουσιαστικά προσόντα του ενάγοντος, δέχθηκε ότι τη δοκιμαστική περίοδο θα διερχόταν αυτός επιτυχώς, η σύμβασή του θα μετατρέπετο στη συνέχεια σε αόριστης διάρκειας, κατά τα αναφερόμενα στην προσφορά και θα εργάζετο συνολικά επί τουλάχιστον ένα έτος στην ανωτέρω επιχείρηση.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα, σε σχέση με τη ζημία του ενάγοντος : Ο ενάγων, λόγω των συνεχών διαβεβαιώσεων της εναγομένης ότι θα εργαστεί σ' αυτή ως διευθυντής του ξενοδοχείου της στην ..., απέκρουσε έγγραφη πρόταση που του έγινε από την εδρεύουσα στο Βερολίνο ξενοδοχειακή επιχείρηση υπό την επωνυμία " ... ", προκειμένου να εργαστεί σ' αυτήν ως "μάνατζερ" ( δηλ.
διευθυντής που θα αναφέρεται στον γενικό διευθυντή ), με χρόνο έναρξης της εργασιακής σχέσης την 15-8-2002 και με μηνιαίο μισθό 2.600 ευρώ ( μικτά ) και συνολικά, συμπεριλαμβανομένων και των δώρων εορτών και άδειας, 36.400 ευρώ ετησίως ( βλ. έντυπο συμβόλαιο με ημερομηνία 5-8-2002, με την επωνυμία και το λογότυπο της άνω ξενοδοχειακής επιχείρησης, σε επίσημη μετάφραση από τη γερμανική στην ελληνική γλώσσα ).
Στη συνέχεια το εφετείο, με βάση τις παραδοχές αυτές έκρινε ότι ο ενάγων ζημιώθηκε κατά το ανωτέρω ποσό των 36.400 ευρώ, το οποίο και επιδίκασε με την απόφασή του. Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, όσον αφορά τη ζημία του ενάγοντος, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 197, 198, 297 και 298 ΑΚ.
Ειδικότερα, με επαρκή και σαφή αιτιολογία δέχεται το Εφετείο ότι ο ενάγων, εάν δεν είχε αποκρούσει την παραπάνω προσφορά εργασίας, θα εργάζετο στη γερμανική επιχείρηση επί ένα έτος με μικτές συμβατικές αποδοχές και δώρα εορτών 36.400 ευρώ συνολικά. Οι μικτές δε αυτές αποδοχές, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι νόμιμες κρατήσεις που ο εργοδότης υποχρεούται να παρακρατεί από τις αποδοχές του μισθωτού, και όχι οι καθαρές, αποτελούν κατά τα άρθρα 297 και 298 του Α.Κ.
περιεχόμενο τoυ διαφυγόντος κέρδους του, το οποίο ορθά επιδίκασε το Εφετείο, μη υπάρχουσας ουδεμίας αντιφάσεως στις παραδοχές του. Επομένως, ο περί του αντιθέτου τέταρτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.
Με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση της άνω διατάξεως, προβάλλεται η αιτίαση, ότι, ενώ ο ενάγων, με προφορική δήλωση που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι συμπληρώνει την αγωγή του και προσδιορίζει την καθαρή αμοιβή του κατόπιν αφαίρεσης ποσού 35% από τις μικτές αποδοχές του, περιόρισε ουσιαστικά το αιτούμενο με την αγωγή του ποσό από 36.400 σε 25.100 ευρώ, το Εφετείο επιδίκασε ολόκληρο το αρχικό ποσό.
Ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την ανωτέρω δήλωση του ενάγοντος έγινε συμπλήρωση και διευκρίνιση της αγωγής και όχι περιορισμός του αιτήματός της. Μετά από αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί.
Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της(άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-4-2008 αίτηση της εδρεύουσας στο δημοτικό διαμέρισμα Ν. Ρόδων του Δήμου Σταγείρων και Ακάνθου του Νομού Χαλκιδικής ανώνυμης εταιρίας "ΑΣΛΑΝΙΔΗΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", περί αναιρέσεως της 599/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων ( 2.500 ) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ