Supreme Court dismisses appeal on divorce grounds, upholding lower court's finding of marital breakdown.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision on divorce. The appellant argued against the final judgment, but the court found the lower court correctly applied the law regarding the four-year separation required for marital breakdown. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1438 and 1439 of the Civil Code; The Supreme Court holds that a four-year separation is sufficient to presume marital breakdown without requiring specific proof of the spouses' intent to dissolve the marriage.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2294 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2294/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Nοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης : ..., η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μπιτσαξή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-1-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 251/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 3601/2007 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας από τον ήδη αναιρεσείων και εκδόθηκε 6807/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζητά ο αναιρεσείων με την από 7-4-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 27-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη και την καταδίκη του αντιδίκου της, στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ' αριθ. ... έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... προκύπτει ότι, με επίσπευση της αναιρεσίβλητης, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τις κάτω από αυτήν Πράξεις του Προέδρου του Αρείου Πάγου και του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, με τις οποίες ορίσθηκε το αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης Τμήμα του δικαστηρίου αυτού, η δικάσιμος και ο Εισηγητής της υποθέσεως, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσείοντα κατά το άρθρο 128 παρ. 4 ΚΠολΔ, ήτοι με θυροκόλληση του εγγράφου και παράδοση του επιδοθέντος εγγράφου στο Αστυνομικό Τμήμα του τόπου κατοικίας του αναιρεσείοντα και με αποστολή στον τελευταίο του επιδοθέντος εγγράφου ταχυδρομικώς ( βλ. την από 26-6-2009 έκθεση παράδοσης δικογράφου και την από 26-6-2009 βεβαίωση της ανωτέρω δικαστικής επιμελήτριας ). Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του αναιρεσείοντος, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε και δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ( άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ ).
Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Κατά δε το επόμενο άρθρο 554, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται και η ερήμην απόφαση, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της αποφάσεως αυτής.
Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου εκδοθεί απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση. Έτσι, η εμπρόθεσμη άσκηση ανακοπής αναστέλλει την έναρξη της προθεσμίας αναιρέσεως κατά της ερήμην αποφάσεως, η οποία επαναρχίζει αφότου επιδοθεί η απόφαση που απορρίπτει την ανακοπή.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 531 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος εφαρμόζονται ως προς την έφεση οι διατάξεις για την ερημοδικία του ενάγοντος. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους και επομένως στην περίπτωση αυτή αν απορρίφθηκε και η εν συνεχεία ασκηθείσα κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας, προσβλητή με αναίρεση είναι και η εκδοθείσα ερήμην του εκκαλούντος εφετειακή απόφαση στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη.
Έτσι, τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, ως προς τα κεφάλαια που μεταβιβάσθηκαν παραδεκτώς στο εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλόμενους ( Ολ. Α.Π. 16/1990). Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση των 3601/2007 και 6807/2008 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών.
Με την πρώτη απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 251/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί αγωγής του εκκαλούντος και απήγγειλε τη λύση του, μεταξύ αυτού και της εναγόμενης - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης συζύγου του, γάμου, λόγω ισχυρού κλονισμού του συνεπεία τετραετούς διάστασης των συζύγων.
Με τη δεύτερη απόφαση απορρίφθηκε η ανακοπή ερημοδικίας που άσκησε ο εκκαλών κατά της προηγούμενης απόφασης. Κατά της τελευταίας απόφασης ο αναιρεσείων δεν προβάλλει κανέναν από τους περιοριστικώς στο άρθρο 559 ΚΠολΔ αναφερόμενους λόγους. Επομένως, η αίτηση, κατά το μέρος που ζητείται με αυτήν η αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως, είναι απαράδεκτη.
Κατά το μέρος που στρέφεται κατά της αποφάσεως του εφετείου που απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη και επομένως ενσωμάτωσε την πρωτόδικη απόφαση είναι παραδεκτή. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1438, 1439 παρ. 3 Α.Κ. και 216 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για την πληρότητα της αγωγής διαζυγίου λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης των συζύγων, που τεκμαίρεται αμάχητα από την τετραετή διάστασή των, αρκεί να αναφέρεται σ' αυτή ότι οι διάδικοι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση, η οποία διήρκεσε συναπτώς επί μια τετραετία, υπολογιζόμενη αναδρομικώς από τον χρόνο της πρώτης συζητήσεως.
Άλλη περαιτέρω εξειδίκευση του νομικού όρου " διάσταση " δεν είναι απαραίτητη και συγκεκριμένα δεν απαιτείται η ειδική αναφορά του ψυχικού στοιχείου, ότι δηλαδή υφίσταται βούληση των διϊσταμένων συζύγων να αποστούν της έννομης σχέσης, αφού υπό τον όρο αυτό ( διάσταση ) νοείται τόσο η φυσική όσο και η ψυχική αποξένωση των συζύγων με τη θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η ενσωματωμένη στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου υπ' αριθ. 251/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προκύπτει ότι η ενάγουσα εξέθετε ότι μεταξύ αυτής και του εναγόμενου τελέσθηκε νόμιμος θρησκευτικός γάμος την 12-4-1977 και ότι από τον μήνα Ιανουάριο του έτους 1999 και μέχρι την άσκηση της αγωγής το έτος 2005, δηλ.
επί χρόνο μεγαλύτερο της τετραετίας, βρίσκεται σε συνεχή και αδιάλειπτη διάσταση με τον εναγόμενο, ώστε ο κλονισμός της έγγαμης σχέσης τους να τεκμαίρεται αμάχητα. Με βάση τα περιστατικά αυτά, ζήτησε να κηρυχθεί λυμένος ο γάμος της με τον εναγόμενο. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή περιείχε όλα τα από τα άρθρα 216 ΚΠολΔ και 1438 και 1439 εδ.
γ' του Α.Κ. αναγκαία για την πληρότητά της στοιχεία και ειδικότερα περιείχε σαφώς και το στοιχείο της διάστασης των συζύγων με πρόθεση διάσπασης της έγγαμης συμβίωσής τους. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την ενσωματωμένη στην προσβαλλόμενη απόφασή του πρωτόδικη απόφαση έκρινε ορισμένη την αγωγή, δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να κηρύξει ακυρότητα της αγωγής και ο περί του αντιθέτου πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι από τον μήνα Ιανουάριο του έτους 1999 και μέχρι την άσκηση της αγωγής την 14-7-2005, δηλ. περισσότερο από τέσσερα συναπτά έτη, οι διάδικοι ζουν χωριστά και σε κανέναν δεν υπάρχει πρόθεση επανασυμβίωσης, ώστε ο γάμος τους να τεκμαίρεται αμάχητα ότι κλονίσθηκε σοβαρά.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρη αιτιολογία που επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1438 και 1439 του Α. Κ., και ειδικότερα περιέχει αιτιολογία ως προς την πρόθεση των συζύγων να διασπάσουν την έγγαμη συμβίωσή τους.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος από το άρθρο 559 παρ.19 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του ( άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-4-2008 αίτηση του ..., περί αναιρέσεως των 3601/2007 και 6807/2008 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ( 2.700 ) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ