2294/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαϊρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2294/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέτοιος σκοπός υπάρχει όταν το επιδιωκόμενο όφελος δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης και ληξιπρόθεσμης απαίτησης του δράστη, ενώ η ικανοποίηση της απαιτήσεως αυτής με τα χρησιμοποιηθέντα ως άνω εκβιαστικά μέσα από τον παθόντα, δεν επιφέρει περιουσιακή ζημία του τελευταίου, αφού αυτός, στην περίπτωση αυτή απαλλάσσεται της εκπληρώσεως της βαρύνουσας αυτόν αντίστοιχης υποχρεώσεώς.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2294 / 2007 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 2294/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαϊρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Αναγνώστου, περί αναιρέσεως της 3239/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιανουαρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 189/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ.1 εδ. α του ΠΚ, όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλο κάκωση ή βλάβη της υγείας του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών και κατά το άρθρο 309 του ίδιου Κώδικα, αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη (άρθρο 310 παρ.2) επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.
Εξ' άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 περ. α του ίδιου Κώδικα, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας, η οποία έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν πρόκληση και παραγωγή στον άλλον της απόφασης για τη διάπραξη ορισμένου εγκλήματος, που μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με προτροπές και παρακλήσεις, που έγιναν με πίεση, πειθώ ή φορτικότητα, υποκειμενικώς δε δόλος που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξης.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 385 παρ.1 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη συγκρότηση της εννοίας του εγκλήματος της εκβιάσεως απαιτούνται: α) ο εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου, β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με βία ή απειλή ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της λαμβανόμενης από τον εξαναγκαζόμενο αποφάσεως και γ) ο σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο πρέπει να τελεί σε σχέση υλικής αντιστοιχίας με την επελθούσα περιουσιακή ζημία, έτσι ώστε να αποτελεί αυτό την ανάστροφη όψη της ζημίας.
Τέτοιος σκοπός υπάρχει όταν το επιδιωκόμενο όφελος δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης και ληξιπρόθεσμης απαίτησης του δράστη, ενώ η ικανοποίηση της απαιτήσεως αυτής με τα χρησιμοποιηθέντα ως άνω εκβιαστικά μέσα από τον παθόντα, δεν επιφέρει περιουσιακή ζημία του τελευταίου, αφού αυτός, στην περίπτωση αυτή απαλλάσσεται της εκπληρώσεως της βαρύνουσας αυτόν αντίστοιχης υποχρεώσεώς.
Αν το παθητικό υποκείμενο της εκβιάσεως δεν υπέκυψε στη βία ή την απειλή ή υπέκυψε, αλλά δεν επήλθε περιουσιακή ζημία, υπάρχει απόπειρα εκβιάσεως. Εξ' άλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στιχ.
Δ' του Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να αναγράφεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ των.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου για το λόγο, ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να αποβαίνει ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που, σε δεύτερο βαθμό δίκασε και την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, στη Θεσσαλονίκη, την 15-4-2000 με περισσότερες πράξεις, τέλεσε περισσότερα του ενός εγκλήματα και ειδικότερα:
α) με πρόθεση προκάλεσε σε άλλους την απόφαση να διαπράξουν το αδίκημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και συγκεκριμένα προκάλεσε σε άγνωστους δράστες την απόφαση να προκαλέσουν στον ........ σωματική κάκωση και δη θλαστική εξοίδηση της ραχιαίας επιφανείας της ρινός μετά εκδοράς μήκους δυο εκατοστών περίπου, θλαστική εξοίδηση των βλεφάρων των οφθαλμών μετά εκχυμώσεως χροιάς μελαίνης, κάταγμα ρινικών οστών, κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα βαριά σωματική βλάβη, αφού με τη δική του προτροπή και παραινέσεις τον χτυπούσαν σε ευαίσθητα σημεία του σώματός του (κεφάλι) και β) έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει το πλημμέλημα της εκβίασης, δηλαδή με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, επεχείρησε να εξαναγκάσει κάποιον με βία σε πράξη, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου.
Συγκεκριμένα ανέθεσε σε αγνώστους στην προανάκριση δράστες να χτυπήσουν τον εγκαλούντα σε διάφορα ευαίσθητα σημεία του σώματός του, προκειμένου να τον εξαναγκάσει να υπογράψει δήλωση, ότι δεν του οφείλει χρήματα ο κατηγορούμενος, για να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, που συνίσταται στο χρέος του προς τον εγκαλούντα, πλην όμως δεν ολοκλήρωσε την πράξη του όχι από δική του βούληση, αλλά από αίτια εξωτερικά και συγκεκριμένα γιατί ο εγκαλών κατόρθωσε να διαφύγει εισερχόμενος στο αυτοκίνητό του.
Τα παραπάνω περιστατικά, που συνέβησαν έξω από το γραφείο του κατηγορούμενου, στο οποίο είχε μεταβεί ο παθών ύστερα από πρόσκληση του πρώτου, για διευθέτηση οικονομικής διαφοράς τους, προκύπτουν εκτός των άλλων, κυρίως από τη σαφή, τεκμηριωμένη και πειστική κατάθεση του παθόντος μάρτυρα, ο οποίος με λεπτομέρεια και πληρότητα εξιστορεί όσα υπέστη αμέσως μετά την έξοδό του από το γραφείο του κατηγορούμενου, δεν αναιρούνται δε αυτά από τις μη πειστικές και εντελώς αόριστες καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, οι οποίοι δηλώνουν ότι δεν αντελήφθησαν τον ξυλοδαρμό του παθόντος, όταν αυτός βγήκε από το γραφείο του κατηγορούμενου, δεν εξηγούν όμως που οφείλονται οι ιατρικώς βεβαιωμένες σωματικές κακώσεις του παθόντος.
Κατ' ακολουθίαν αυτών ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τις πράξεις που του αποδίδονται (ηθική αυτουργία σε επικίνδυνη σωματική βλάβη και απόπειρα εκβίασης)". Στη συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για τις πράξεις α) της ηθικής αυτουργίας σε επικίνδυνη σωματική βλάβη και β) της απόπειρας εκβίασης και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 15 μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 4,40 ευρώ την ημέρα.
Με τις παραδοχές της αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω αδικημάτων, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, (άρθρα 42, 46, 309 και 385 παρ.1 του ΠΚ), τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα για την πληρότητα της αιτιολογίας είναι αρκετό ότι αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους και δεν ήταν αναγκαία η αναφορά για κάθε περιστατικό που δέχεται, του αποδεικτικού μέσου από το οποίο προκύπτει, ούτε ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους.
Εξ' άλλου, με πληρότητα αναφέρεται στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων προκάλεσε στους άγνωστους δράστες την απόφαση να τελέσουν την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης με συνεχείς παραινέσεις και προτροπές που έγιναν με πειθώ και φορτικότητα, χωρίς να είναι αναγκαία στην προκειμένη περίπτωση η συνδρομή και άλλων στοιχείων για τη θεμελίωση της ηθικής αυτουργίας.
Προσέτι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας εκ του ότι το σκεπτικό είναι αντιγραφή του διατακτικού, αφού το τελευταίο περιέχει τα πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως στο σκεπτικό, είναι δε αυτά που αποδείχθηκαν και όχι άλλα, διαφορετικά.
Περαιτέρω, σε αναφορά με την πράξη της απόπειρας εκβιάσεως (άρθρα 42, 385 παρ.1 του ΠΚ), στην προσβαλλόμενη απόφαση, με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, κατά τα οποία ο αναιρεσείων ενήργησε με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζοντας τον εγκαλούντα να υπογράψει χωρίς τη θέλησή του σχετική δήλωση περί μη οφειλής του, προκειμένου να απαλλαγεί αυτός από οποιαδήποτε οικονομική του υποχρέωση, χωρίς όμως να ολοκληρώσει την προσπάθειά του αυτή, περιστατικά τα οποία στοιχειοθετούν την παραπάνω πράξη.
Εξ' άλλου, η ύπαρξη του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου τόσο για το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, όσο και στην πράξη της απόπειρας εκβιάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού το στοιχείο του δόλου, ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των ως άνω αδικημάτων προκύπτει δε από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς τους και διαλαμβάνεται περί του στοιχείου αυτού, αιτιολογία στην κύρια περί της ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, και από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή.
Επομένως, οι μοναδικοί λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν είναι αβάσιμοι. Τέλος οι λοιπές αιτιάσεις, με τις οποίες, υπό την επίκληση του λόγου ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται, ως εσφαλμένη, η εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού ανάγονται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-1-2007 αίτηση του X1, για αναίρεση της υπ' αριθμό 3239/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά, έξοδα, από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ