2292/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated2292/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες-εναγόμενοι με τον 1ο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως (κατά το πρώτο μέρος του) προβάλλουν την αιτίαση από τη διάταξη αυτή, ότι δηλαδή το Εφετείο παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη κατά τα άρθρα 263 και 269 ΚΠολΔ την υποβληθείσα από την ενάγουσα-αναιρεσίβλητη ένσταση περί ελλείψεως δικαιοδοσίας του Διαιτητικού Δικαστηρίου, προς επίλυση της ενώπιόν του αχθείσας διαφοράς των διαδίκων.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2292 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2292/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1. Χ1, κατοίκου ..., 2. Χ2, κατοίκου ..., 3. Χ3, κατοίκου ... και 4. Χ4, κατοίκου ... Ο μεν τρίτος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, οι δε 1ος 2ος και 4η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεμιστοκλή Σκούρα, ο οποίος δήλωσε ότι η υπό κρίση αίτηση δεν εισάγεται ως προς τον τρίτο αναιρεσείοντα και παραιτείται από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτόν .
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΔΡΗΡΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από την Πρόεδρο και Διευθύνουσα Σύμβουλό της Μαριάννα Σπανού, κάτοικο Θεσσαλονίκης η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της, Χαρούλα Απαλλαγάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την 6996/2006 απόφαση του. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 20-2-2007 αίτησή τους. Εκδόθηκε η 1406/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες-καλούντες με την από 24-4-2009 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 12-5-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ στην αρχή της εκδίκασης της αιτήσεως αναιρέσεως ο πληρεξούσιος δικηγόρος των 1ου, 2ου και της 4ης από τους αναιρεσείοντες Θεμιστοκλής Σκούρας με δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του Δ/ριου παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αναίρεσης ως προς τον απολειπόμενο τρίτο αναιρεσείοντα Χ3, προσκομίζοντας ειδική πληρεξουσιότητα του εν λόγω αναιρεσείοντα προς αυτό (βλ. υπ' αριθ. ... ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης συζύγου Αλέξη Μπόροβα). Επομένως πρέπει να εφαρμοσθούν οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297, 299 και 573 ΚΠολΔ και να θεωρηθεί ότι δεν ασκήθηκε η αίτηση αναιρέσεως από τον διάδικο αυτό. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο.
Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες-εναγόμενοι με τον 1ο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως (κατά το πρώτο μέρος του) προβάλλουν την αιτίαση από τη διάταξη αυτή, ότι δηλαδή το Εφετείο παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη κατά τα άρθρα 263 και 269 ΚΠολΔ την υποβληθείσα από την ενάγουσα-αναιρεσίβλητη ένσταση περί ελλείψεως δικαιοδοσίας του Διαιτητικού Δικαστηρίου, προς επίλυση της ενώπιόν του αχθείσας διαφοράς των διαδίκων.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε συναφώς τα εξής: Ειδικότερα, οι τότε αιτούντες - ενάγοντες και ήδη εναγόμενοι για πρώτη φορά με το από 14-12-01 υπόμνημά τους διευκρίνισαν ότι δεν ζητούν αμοιβή για το έργο που ανέλαβαν να εκπονήσουν δυνάμει του από 8-10-1999 μεταξύ τους ιδιωτικού συμφωνητικού, αλλά για άλλο έργο, το οποίο ανέλαβαν με βάση προφορική μεταξύ τους συμφωνία.
Μετά την κατάθεση του παραπάνω υπομνήματος, στην αμέσως επόμενη διαδικαστική πράξη που έλαβε χώρα ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου, ήτοι την 10-2-2002, η ήδη ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) αντιτάχθηκε ρητά και κατηγορηματικά στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αυτού, υποβάλλοντας σχετική ένσταση, η οποία όμως απορρίφθηκε από το Διαιτητικό Δικαστήριο.
Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος περί συναίνεσης της εναγούσης ούτε περί έγκρισης και αναγνώρισης από αυτή της δικαιοδοσίας και εξουσίας του διαιτητικού Δικαστηρίου για τη συγκεκριμένη διαφορά, με την ανεπιφύλακτη συμμετοχή της στη διεξαγωγή της διαιτητικής δίκης, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι.
Με την εκτεθείσα κρίση του, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και, επομένως, ο ερευνώμενος (πρώτος) λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Επειδή, τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο δημιουργεί η παράβαση διατάξεως του ουσιαστικού και όχι του δικονομικού δικαίου.
Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες με τον ίδιο (πρώτο) λόγο (κατά το δεύτερο μέρος του), επικαλούμενοι την ανωτέρω διάταξη του ΚΠολΔ, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την αποδοχή της άνω, κατά παράβαση των άρθρων 263 και 269 ΚΠολΔ, προβληθείσας ενστάσεως της ενάγουσας. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι προαναφερθείσες διατάξεις ανήκουν - όχι στο ουσιαστικό αλλά - στο δικονομικό δίκαιο και, άρα, η παράβασή τους δεν μπορεί να ελεγχθεί μέσω του ερευνώμενου αναιρετικού λόγου.
Επειδή, για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει, εκτός των άλλων, να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, έτσι ώστε, από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση, να υπάρχει η δυνατότητα να ελεγχθεί από τον Άρειο Πάγο, αν υφίσταται ή όχι διαγνωστικό σφάλμα.
Οι αναιρεσείοντες, με τον 2ο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο ότι σχημάτισε την κρίση του για την κρινόμενη υπόθεση, παραμορφώνοντας το περιεχόμενο του κατατεθέντος στο διαιτητικό δικαστήριο από 14-12-2001 υπομνήματος τους. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο του ανωτέρω υπομνήματος.
Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 867 και 869 ΑΚ προκύπτει ότι διαφορές ιδιωτικού δικαίου, υφιστάμενες ή μέλλουσες να προέλθουν από ορισμένη έννομη σχέση πλην των αναφερομένων στο άρθρο 663 ΚΠολΔ (εργατικών διαφορών), μπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία, με συμφωνία, αν εκείνοι που τη συνομολογούν έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς.
Οι διαφορές αυτές δεν απαιτείται να αναφέρονται ειδικώς, αλλά αρκεί να υπάρχει στη διαιτητική συμφωνία σχετική γενική ρήτρα, με τη διατύπωση λ.χ. "στην περί διαιτησίας συμφωνία υπάγονται οι από τη σύμβαση μέλλουσες να προκύψουν διαφορές" ή με άλλη παρόμοια διατύπωση, στο δικαστήριο δε απόκειται να ερμηνεύσει την περί διαιτησίας σύμβαση με βάση τις γενικές αρχές των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και να κρίνει, εάν ορισμένη διαφορά περιλαμβάνεται ή όχι στη συμφωνία αυτή (Ολ ΑΠ 1481/1977 και 176/1976).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 897 αριθ. 4 ΚΠολΔ, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί ολικά ή εν μέρει, μόνο με δικαστική απόφαση, αν εκείνοι που την εξέδωσαν ενήργησαν υπερβαίνοντας την εξουσία που τους παρέχει η συμφωνία για τη διαιτησία ή ο νόμος. Δηλαδή, η διαιτητική απόφαση είναι ακυρώσιμη, αν οι διαιτητές αντλούν την εξουσία τους από υπαρκτή συμφωνία, τα όρια της οποίας απλώς υπερβαίνουν, επεκτείνοντάς την στην επίλυση διαφορών που με αυτή (διαιτητική συμφωνία) δεν έχουν υπαχθεί στην δικαιοδοσία τους.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: Με το από 8-10-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίσθηκε μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της ήδη ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας ως "εργοδότη", αφ' ενός, και των ήδη εναγομένων ως "αναδόχων", αφ' ετέρου, ορίσθηκαν τα εξής: "...
Η αφ' ενός συμβαλλόμενη εταιρεία έχει στην πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή της ένα ακίνητο εκτάσεως 43.000 τμ, που βρίσκεται στα όρια της πρώην κοινότητας ..., το οποίο και θα χαρακτηρίζεται με το στοιχείο Α ακίνητο. Στο ακίνητο αυτό έχουν ήδη ανεγερθεί διάφορα κτίσματα που αποτελούν τμήμα ξενοδοχειακής μονάδας που δεν έχει ολοκληρωθεί.
Επίσης, η ίδια εταιρεία είναι κυρία, νομέας και κάτοχος ενός άλλου ακινήτου, εκτάσεως 54.000 τμ στη ΒΔ πλευρά του προπεριγραφομένου ως άνω ακινήτου της και χωρίζεται με αυτό με παλαιά επαρχιακή οδό, όπως αυτό και θα χαρακτηρίζεται με το στοιχείο Β ακίνητο. Η αφενός συμβαλλόμενη, δια των αρμοδίων οργάνων της, αποφάσισε την αξιοποίηση των προπεριγραφομένων ακινήτων της με την ανέγερση τουριστικής ξενοδοχειακής μονάδας και για το λόγο αυτό έρχεται σε συμφωνία με τους αφ' ετέρου συμβαλλομένους, μελετητές, για την εκπόνηση της απαιτουμένης για τούτο ολοκληρωμένης μελέτης.
Οι ανάδοχοι δηλώνουν ότι αποδέχονται: Α. Την εκπόνηση πλήρους μελέτης Αρχιτεκτονικής, Στατικής, Ηλεκτρομηχανολογικών Εγκαταστάσεων, διακόσμησης εσωτερικών χώρων, διαμόρφωσης περιβάλλοντος χώρου, παθητικής πυροπροστασίας και μακέτας εργασίας, για την ανέγερση τουριστικής ξενοδοχειακής μονάδας δυναμικότητας 400 κλινών περίπου, στο πρώτο εκ των προπεριγραφομένων ακινήτων και συνεδριακού κέντρου στο δεύτερο, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία.
Β. Τη σύνταξη των τευχών δημοπράτησης του έργου. Γ. Την προετοιμασία για την υποβολή των φακέλων προς τον Ε.Ο.Τ. για έγκριση και την Πολεοδομία για την έκδοση της οικοδομικής αδείας, την υπογραφή των φακέλων αυτών, περιλαμβανομένης και της υπογραφής επίβλεψης και τη συνδρομή στη διαδικασία διεκπεραίωσης και έκδοσης των αδειών.
Η εκπόνηση, εκτέλεση και ολοκλήρωση του έργου θα γίνει με τους παρακάτω ειδικότερους όρους και συμφωνίες: 1. Οι ανάδοχοι αναλαμβάνουν την υποχρέωση να εκπονήσουν τις συμφωνηθείσες μελέτες, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, με πληρότητα και λεπτομερή εφαρμογή, προκειμένου να χορηγηθεί, κατ' αρχήν, η απαιτουμένη έγκριση από τον Ε.Ο.Τ., καθώς και κάθε άλλη προαπαιτούμενη έγκριση από οποιαδήποτε Υπηρεσία ή αρχή, στη συνέχεια να εκδοθεί η οικοδομική άδεια από το αρμόδιο Πολεοδομικό Γραφείο. 5.
Αμοιβή Αναδόχων. Για την εκτέλεση του παραπάνω έργου καθένας εκ των αναδόχων δικαιούται αμοιβής, η οποία συμφωνείται ως εξής: α) για την πλήρη αρχιτεκτονική μελέτη συμφωνείται ως αμοιβή συνολικό ποσό 125.000.000 δρχ, εφόσον η συνολική επιφάνεια των χώρων κύριας χρήσης του ξενοδοχειακού συγκροτήματος δεν θα υπερβαίνει τα 10.000 τμ.
Σε περίπτωση υπέρβασης της οριζόμενης με το παρόν ανώτατης επιφάνειας θα καταβληθεί αμοιβή υπολογιζόμενη σε δρχ 12.500 ανά τμ. Δικαιούχοι της αμοιβής είναι οι αρχιτέκτονες μελετητές Χ1 και Χ4, ο δε επιμερισμός της αμοιβής μεταξύ τους θα γίνει με δική τους συμφωνία, β) για τη μελέτη φύτευσης και περιβάλλοντος (Α ακινήτου και Β ακινήτου πέριξ του συνεδριακού κέντρου) συμφωνείται ως αμοιβή το ποσό των 15.000.000 δρχ και δικαιούχος είναι η Χ4.
γ) για την στατική μελέτη η αμοιβή συμφωνείται κατ' αποκοπήν ως εξής: Κάθε στατικό σχέδιο θα αναγράφει το μελετηθέν συνολικό εξωτερικό εμβαδόν της υπό μελέτη κατασκευής, είτε αυτή είναι θεμελίωση είτε ανωδομή, είτε κάθε άλλο τεχνικό έργο που θα εμφανίζεται στα στατικά σχέδια. Για κάθε κυβικό μέτρο κατασκευή, συμφωνείται ως αμοιβή το ποσό των 2.000 δρχ και δικαιούχος αυτής είναι ο πολιτικός μηχανικός Χ2.
Με προϋπολογισμένο εμβαδόν στατικών κατασκευών τα 12.500 τμ, η αμοιβή υπολογίζεται στο ποσό των 25.000.000 δρχ. δ) για την ηλεκτρομηχανολογική μελέτη συμφωνείται ως αμοιβή το συνολικό ποσό των 30.000.000 δρχ, εφόσον η συνολική επιφάνεια των χώρων κύριας χρήσης δεν θα υπερβαίνει τα 10.000 τμ. Σε περίπτωση υπέρβασης της οριζόμενης με το παρόν επιφάνειας δόμησης, θα καταβληθεί επιπλέον αμοιβή ποσού δρχ, 3.000 ανά τμ.
και ε) για την μελέτη εσωτερικών χώρων συμφωνείται ως αμοιβή το συνολικό ποσό των 25.000.000 δρχ και δικαιούχοι αυτής είναι οι αρχιτέκτονες μελετητές Χ1 και Χ2. Ο επιμερισμός της αμοιβής μεταξύ των αναδόχων θα γίνει με δική τους συμφωνία. 10. Τυχόν διαφωνία των συμβαλλομένων, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των όρων του παρόντος, θα επιλύεται με διαιτησία.
Διαιτητές ορίζονται από τώρα τρεις διπλωματούχοι μηχανικοί ή αρχιτέκτονες, με δεκαετή τουλάχιστον εμπειρία, που θα ορίζονται ένας από τον εργοδότη, ένας από τον μελετητή και ένας από το Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος. Η απόφαση των διαιτητών θα παίρνεται με πλειοψηφία και θα είναι υποχρεωτική για τους συμβαλλομένους.
Τροποποίηση ή προσθήκη στο παρόν μπορεί να γίνει μόνο με έγγραφο που θα υπογράφεται μεταξύ των συμβαλλομένων." Δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο ότι με βάση τα παραπάνω είναι φανερό ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση συνομολογήθηκε συμφωνία διαιτησίας με το άρθρο 10 του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού της 8-10-1999, η οποία όμως καταλαμβάνει μόνο όσες διαφορές απορρέουν από το συγκεκριμένο ιδιωτικό συμφωνητικό, δηλαδή από την παροχή υπηρεσιών και την εκπόνηση μελετών για την έκδοση οικοδομικής αδείας, όχι δε και αμοιβές μελετών που συντάχθηκαν εκτός συμφωνητικού και αφορούν μία διαφορετική μελέτη και συγκεκριμένα τη μελέτη εφαρμογής, δηλαδή τη μελέτη ανεγέρσεως, της ξενοδοχειακής μονάδας.
Το Διαιτητικό Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά πλειοψηφία, επιδίκασε στους ήδη δύο πρώτους των εναγομένων αμοιβή, κατά τους όρους του π.δ. 696/1974, για μελέτες εφαρμογής που αφορούσαν δηλαδή στην ανέγερση των κτηρίων και όχι αμοιβή για την εκπόνηση μελέτης για έκδοση οικοδομικής αδείας, όπως προέβλεπε το προαναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό.
Δηλαδή οι ήδη εναγόμενοι αξίωσαν ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου την καταβολή αμοιβής για την εκπόνηση μελετών εφαρμογής, δηλαδή των μελετών ανεγέρσεως μίας μεγαλύτερης ξενοδοχειακής μονάδας, για την οποία μάλιστα δήλωσαν ότι δεν μπορούσε να εκδοθεί οικοδομική άδεια, και δεν αξίωσαν την καταβολή της συμφωνημένης κατά τα ως άνω αμοιβής για την εκπόνηση μελετών με σκοπό την έκδοση οικοδομικής άδειας.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι οι ίδιο οι εναγόμενοι δέχονται ότι μεταξύ των προαναφερόμενων δύο μελετών υπάρχει μεγάλη ποσοτική διαφορά, αφού οι οικοδομήσιμες επιφάνειες για την Α' λύση (μελέτη) αδείας ανέρχονται σε 7.000 τμ περίπου, ενώ αυτές της Β' λύσης (μελέτης) προς εφαρμογή ανέρχονται σε 16.000 τμ. Έτσι, είναι σαφές ότι στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για μία νέα μελέτη, μία δεύτερη ανάθεση, ένα δεύτερο και διαφορετικό έργο και μία διαφορετική έννομη σχέση, για την οποία μάλιστα δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία για διαιτητική επίλυση αυτής (άρθρο 869 ΚΠολΔ).
Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό των εναγομένων, ότι και στις δύο ως άνω μελέτες (Α' μελέτη αδείας και Β' μελέτη προς εφαρμογή), παρά την διαφοροποίηση ως προς τα κτήρια, πρόκειται στην ουσία για το αυτό έργο και την ίδια έννομη σχέση για την οποία υφίσταται δικαιοδοσία του διαιτητικού δικαστηρίου με βάση τη σχετική ρήτρα, δεχθέν ότι μεταξύ των δύο μελετών υπάρχει τόσο μεγάλη διαφορά ως προς την οικοδομήσιμη επιφάνεια, ώστε, με βάση και τη σημαντική απόκλιση ως προς τα οικονομικά δεδομένα καθεμιάς από τις δύο αυτές περιπτώσεις, δεν είναι δυνατό να νοηθεί ότι πρόκειται για την ίδια συμφωνία και την ίδια έννομη σχέση, αλλά για διαφορετικές, για τη μεταγενέστερη από τις οποίες δεν είναι δυνατό να ισχύουν οι όροι του προηγούμενου πιο πάνω ιδιωτικού συμφωνητικού.
Επιπλέον, δέχθηκε το Εφετείο ότι από το περιεχόμενο και τη διατύπωση της παραπάνω διαιτητικής ρήτρας, που περιέχεται στο άρθρο 10 του από 8-10-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού, η οποία είναι ασαφής ως προς τις διαφορές που πρέπει να υπαχθούν στη συμφωνηθείσα διαιτησία και ως εκ τούτου ερμηνεύεται κατά τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών και χωρίς προσήλωση στις λέξεις, σε συνδυασμό και προς τους λοιπούς όρους του συμφωνητικού αυτού, προκύπτει ότι στη διαιτησία αυτή υπήχθησαν μόνο οι διαφορές που ανάγονται στην εκτέλεση του έργου που συμφωνήθηκε κατά τον χρόνο εκείνο (8-10-1999), δηλαδή στην εκπόνηση των μελετών για την έκδοση οικοδομικής αδείας και όχι οι διαφορές, οι σχετικές με την εκτέλεση άλλων μελετών, που συμφωνήθηκαν μεταγενέστερα, όπως είναι στην προκειμένη περίπτωση η μελέτη για την ανέγερση κτηρίων πολύ μεγαλύτερης επιφάνειας.
Αντίθετα, η διατύπωση στην παραπάνω διαιτητική ρήτρα δεν είναι τέτοια ώστε να περιλαμβάνει και κάθε διαφορά από μεταγενέστερες και συναφείς μελέτες εξαιτίας της συμφωνίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι. Εξάλλου, η ήδη ενάγουσα αντιτάχθηκε στην έλλειψη δικαιοδοσίας, άλλως στην υπέρβαση των ορίων της εξουσίας του Διαιτητικού Δικαστηρίου, αμέσως μόλις οι εναγόμενοι διευκρίνισαν με το υπόμνημα τους ότι αξιώνουν αμοιβή για έργο διαφορετικό από εκείνο στο οποίο αφορά το από 8-10-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό.
Ειδικότερα, οι τότε αιτούντες-ενάγοντες και ήδη εναγόμενοι, για πρώτη φορά με το από 14-12-2001 υπόμνημά τους, διευκρίνησαν ότι δεν ζητούν αμοιβή για το έργο που ανέλαβαν να εκπονήσουν δυνάμει του από 8-10-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού, αλλά για άλλο έργο, το οποίο ανέλαβαν με βάση προφορική μεταξύ τους συμφωνία.
Μετά την κατάθεση του παραπάνω υπομνήματος στην αμέσως επόμενη διαδικαστική πράξη που έλαβε χώρα ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου, ήτοι την 10-2-2002, η ήδη ενάγουσα αντιτάχθηκε ρητά και κατηγορηματικά στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου αυτού, υποβάλλοντας σχετική ένσταση, η οποία όμως απορρίφθηκε από το διαιτητικό δικαστήριο.
Επομένως, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί συναίνεσης της ενάγουσας ούτε περί έγκρισης και αναγνώρισης, εκ μέρους της, της δικαιοδοσίας και εξουσίας του διαιτητικού δικαστηρίου για τη συγκεκριμένη διαφορά με την ανεπιφύλακτη συμμετοχή της στη διεξαγωγή της διαιτητικής δίκη, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι.
Με αυτές τις διαπιστώσεις του, το Εφετείο διέγνωσε τη συνδρομή περιπτώσεως, κατά την οποία το διαιτητικό δικαστήριο άντλησε την εξουσία του από υπαρκτή συμφωνία διαιτησίας, την οποία όμως οι διαιτητές υπερέβησαν, επεκτείνοντας αυτή σε διαφορά μη έχουσα υπαχθεί στη δικαιοδοσία τους, η υπέρβαση δε αυτή συνιστά λόγο ακυρώσεως της απόφασης των διαιτητών.
Συνεπώς, με το να αποφανθεί έτσι και να ακυρώσει την κρίσιμη διαιτητική απόφαση, το Εφετείο δεν παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 867 και 869 ΚΠολΔ, ενώ εξάλλου διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των άνω διατάξεων και, συνεπώς, ο περί του αντιθέτου εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ 3ος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-2-2007 αίτηση των αναιρεσειόντων, Χ1, Χ2 και Χ4, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6996/06 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης οριζόμενα σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ