Legislator Case Law & Legislation
2291/2007 AI generated

2291/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2291/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2291/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εφετείο Κακουργημάτων (Α' βαθμού) για την πράξη της απλής συνέργειας σε απάτη επί Δικαστηρίου από κοινού και κατ' εξακολούθηση και, σύμφωνα με το άρθρο 59 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., ανεβλήθη η εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση απ' το Εφετείο Κακουργημάτων κατά τη δικάσιμο της 9-4-2006 επί της δίκης κατά του κατηγορουμένου, δυνάμει του άνω 1226/2003 βουλεύματος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2291 / 2007 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2291/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου X1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ζωητό, για αναίρεση της 3307/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 542/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 59 του ΚΠΔ, όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη ποινική δίκη και δεν είναι δυνατή, ούτε σκόπιμη η ένωση των δύο, η πρώτη αναβάλλεται εωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η προβλεπόμενη απ' αυτή αναβολή της ποινικής δίκης, γίνεται όταν στη δίκη αυτή υφίσταται προδικαστικό ποινικό ζήτημα.

Τέτοιο νοείται εκείνο από το οποίο εξαρτάται η κρίση και η απόφαση του ποινικού δικαστή, εκείνο δηλαδή, χωρίς την προηγούμενη λύση του οποίου δεν είναι δυνατόν να προχωρήσει ο δικαστής στην επί της κατηγορίας απόφασή του. Εξ' άλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ'του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει και στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο απορρίπτει αιτήματα των διαδίκων με παρεμπίπτουσα απόφασή του, έστω και αν η έκδοσή της αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με αριθμό 3307/2006 τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο 'Αρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας του λόγου αναίρεσης, το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα του εκκαλούντος - κατηγορούμενου για αναβολή της δίκης, κατ' άρθρο 59 Κ.Π.Δ με παρεμπίπτουσα απόφαση, που έχει ως εξής: " Με την 20712/2003 εκκαλουμένη απόφαση ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 2 ετών και 3 μηνών για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση και της απάτης με ζημία ιδιαίτερα μεγάλη, οι οποίες τελέσθηκαν στη Θεσσαλονίκη, στις 8-3-99 η πρώτη και στις 10-1-2000 η δεύτερη.

Με το 1226/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης να δικασθεί για απλή συνέργεια σε απάτη επί Δικαστηρίου από κοινού και κατ' εξακολούθηση, δικάσιμος δε ορίσθηκε η 5-4-2006. Με την 3613/15-11-2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου κρίθηκε ότι η απόφαση επί της ποινικής δίκης ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου (Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων) εξαρτάται από την απόφαση που θα εκδώσει το άνω Τριμ.

Εφετείο Κακουργημάτων (Α' βαθμού) για την πράξη της απλής συνέργειας σε απάτη επί Δικαστηρίου από κοινού και κατ' εξακολούθηση και, σύμφωνα με το άρθρο 59 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., ανεβλήθη η εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση απ' το Εφετείο Κακουργημάτων κατά τη δικάσιμο της 9-4-2006 επί της δίκης κατά του κατηγορουμένου, δυνάμει του άνω 1226/2003 βουλεύματος.

Η υπόθεση ήρθε προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό μετά 7μηνο περίπου, στις 20-6-2006 και το Δικαστήριο στην δικάσιμο αυτή, με την 2126/20-6-2006 απόφασή του, αποφάνθηκε ότι εμμένει στην προηγούμενη ως άνω 3513/2005 απόφασή του και ανέβαλε και πάλι, κατ' άρθρο 59 ΚΠΔ, την εκδίκαση της υποθέσεως, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση απ' το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων επί της προαναφερθείσης εκκρεμούς δίκης, βάσει του ως άνω 1226/2003 βουλεύματος, η αναβολή δε έγινε για τη σημερινή δικάσιμο της 21-11-2006.

Ωστόσο, με την 1192/26-9-2006 αναβλητική απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων (Α' βαθμού) ανέβαλε την εκδίκαση της κατά 4 κατηγορουμένων (εκ των οποίων ο ένας ο νυν κατηγορούμενος) υποθέσεως για 2η φορά, για τη δικάσιμο της 21-2-2007 (μετά τις κατά τα ανωτέρω ορισθείσες δικασίμους της 5-4-2006 αρχικά και μετ' αναβολή της 25-9-2006).

Η μετά ταύτα αιτούμενη ήδη απ' τον κατηγορούμενο αναβολή της υποθέσεως, προκειμένου να εκδικασθεί στις 21-2-2007 η εν λόγω, συναφής με την παρούσα, υπόθεση ενώπιον του άνω Δικαστηρίου Κακουργημάτων, αν δοθεί απ' το παρόν Δικαστήριο, θα οδηγήσει προφανώς σε παρέλκυση της δίκης και δεν πρέπει να γίνει δεκτό το σχετικό αίτημα, δοθέντος ότι οι πράξεις, για τις οποίες κατηγορείται ο κατηγορούμενος στη μία και στην άλλη περίπτωση (απάτη με ζημία ιδιαίτερα μεγάλη και απλή συνέργεια σε απάτη επί Δικαστηρίου) δεν αποτελούν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, πρόκριμα η μία για την άλλη και, κατά την κρίση του, το παρόν Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα και χωρίς την ανωτέρω επί της άνω πράξεως της απλής συνέργειας απόφαση (δοθέντος ότι πρόκειται για πράξεις με διαφορετικό περιεχόμενο, ήτοι απλή συνέργεια σε απάτη επί Δικαστηρίου η μία και απάτη ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας η άλλη), είναι δε άμεσος ο κίνδυνος παραγραφής της προκειμένης υποθέσεως, καθ' όσον αφορά την πράξη της απάτης, που εκδικάζεται απ' το παρόν Δικαστήριο (αν ληφθεί μάλιστα υπ' όψη ότι για την πράξη της πλαστογραφίας ήδη έπαυσε υφ' όρον η δίωξη).

Συντρέχει επομένως λόγος να ανακληθούν οι προαναφερόμενες (ανακαλούμενες) αναβλητικές αποφάσεις και να διαταχθεί η κατ' ουσίαν περαιτέρω διερεύνηση της υποθέσεως, απορριπτομένου του αιτήματος αναβολής, ενόψει μάλιστα και του ότι δεν είναι προβλέψιμη η τύχη της ενώπιον του Δικ. Κακουργημάτων υποθέσεως κατά τη δικάσιμο της 21-2-2007, οπότε ορίσθηκε η εκδίκασή της, και άλλων τυχόν μετά ταύτα αναβολών της στο μέλλον." Έτσι, που έκρινε το δικάσαν Δικαστήριο, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στην ως άνω παρεμπίπτουσα απόφασή του, με την οποία απέρριψε το σχετικό αίτημα του κατηγορούμενου και ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ του ΚΠΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η αιτιολογία δε αυτή της εν λόγω παρεμπίπτουσας απόφασης είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, κατά την έννοια των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα στοιχεία τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία το Δικαστήριο θεμελίωσε την κρίση του για αβασιμότητα του αιτήματος της αναβολής, τους συλλογισμούς με τους οποίους κατέληξε στη κρίση αυτή καθώς και τις αποδείξεις που τη στηρίζουν.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 369 παρ. 1 και 3 ΚΠοινΔ όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος πρέπει να αναπτύξει συγχρόνως και το θέμα που αφορά τις απαιτήσεις του, δεν μπορεί όμως να επεκταθεί στο θέμα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο, ο οποίος (ή ο συνήγορος αυτού) έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος.

Οι διατάξεις αυτές έχουν εφαρμογή σε κάθε ποινική δίκη, η δε παραβίασή τους επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1, περ. δ' του ΚΠοινΔ, γιατί αφορούν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, και ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 3307/2006 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης επέτρεψε τη δια συνηγόρου εκπροσώπηση του απολειπομένου εκκαλούντος - κατηγορουμένου (ήδη αναιρεσείοντος) X1 και ο τελευταίος δικάστηκε σαν να ήταν παρών, ο δε συνήγορός του τον εκπροσώπησε πλήρως (άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

Περαιτέρω, στα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, αναφέρονται, κατά λέξη τα εξής: "Ο πληρεξούσιος του κατηγορουμένου, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο και ανέπτυξε την υπεράσπιση, ζήτησε την απαλλαγή του κατηγορουμένου. Κατόπιν ο Πρόεδρος κήρυξε περαιωμένη τη συζήτηση.

Ακολούθως, μετά την πρόταση του εισαγγελέα επί της επιβλητέας ποινής, ο πληρεξούσιος του κατηγορουμένου ζήτησε το ελάχιστο όριο της ποινής". Ακόμη, από τα ίδια πρακτικά προκύπτει, ότι α) μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα δόθηκε ο λόγος από το διευθύνοντα τη συζήτηση στο συνήγορο, που εκπροσωπούσε, κατά τα ανωτέρω, τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο X1, καίτοι δεν ζητήθηκε από αυτόν, για να προβεί, σύμφωνα με το άρθρο 358 ΚΠοινΔ, σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν και τα αποδεικτικά μέσα που εξετάσθηκαν και β) ρωτήθηκε από το διευθύνοντα τη συζήτηση ο εν λόγω συνήγορος του κατηγορουμένου αν έχει ανάγκη από κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση, σύμφωνα με το άρθρο 368 ΚΠοινΔ.

Επομένως, δεν επήλθε καμία εν προκειμένω ακυρότητα της διαδικασίας και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Συνακολούθως και μη υπάρχοντος προς εξέταση, άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα(άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-2-2007 αίτηση του X1, για αναίρεση της υπ' αριθμό 3307/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης . Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ