Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations for insurance liability claim under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision rejecting the insurance company's appeal. The appellant argued the claim was time-barred, but the court found the four-year limitation period began when the insured third party was notified of the claim in August 2009, not when the lawsuit was filed in 2014. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible as the underlying claim had already expired.
Legislator headnote
AI generatedArticles 10 of Law 2496/1997; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The limitation period for an insurance company's right of recourse begins when the insured third party is notified of the claim, regardless of the precise amount of the liability.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 228 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 228/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Λίνδο Ρόδου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μπόμπο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Μεντή και Μαρία Κακολιά, που ανακάλεσαν την από 7/1/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκαν στο ακροατήριο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/2/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12086/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 81/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/6/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 81/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία έγινε τυπικώς δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 12-12-2018 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 12086/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Από την επιτρεπτή κατ' άρθρον 561 § 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η διαδικαστική πορεία της κρινομένης υποθέσεως ήταν η εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 24-2-2014 (αριθμός καταθέσεως: ...) αγωγή της, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ιστορούσε ότι δυνάμει σύμβασης ασφάλισης, που συνήψε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, η τελευταία ανέλαβε για το χρονικό διάστημα από 1-7-2006 έως 1-7-2007 να καλύψει την αστική ευθύνη της έναντι τρίτων, με ανώτατο όριο κάλυψης το ποσό των 150.000 ευρώ κατ' άτομο, στα πλαίσια λειτουργίας ξενοδοχειακής επιχείρησης, που αυτή (η ενάγουσα) διατηρεί στην περιοχή της Λίνδου της Ρόδου, ότι στις 28-9-2006 η L.
J. L., υπήκοος Αγγλίας και πελάτης της ενάγουσας, μέσω της αλλοδαπής εταιρίας ..., με την οποία (αλλοδαπή εταιρία) αυτή (η ενάγουσα) είχε καταρτίσει σύμβαση παροχής υπηρεσιών, γλίστρησε στις εξωτερικές σκάλες του ξενοδοχείου της και υπέστη τις αναφερόμενες στην αγωγή σωματικές κακώσεις. Ιστορούσε ακόμη η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ότι η ως άνω αλλοδαπή νοσηλεύτηκε σε νοσοκομείο της Αγγλίας και στην συνέχεια άσκησε αγωγή αποζημίωσης ενώπιον των αγγλικών δικαστηρίων κατά της προαναφερθείσης εταιρίας ...
ζητώντας αποζημίωση για την ζημία που είχε υποστεί από το παραπάνω ατύχημα, εξαιτίας της αμελούς συμπεριφοράς της εν λόγω αλλοδαπής εταιρίας ..., αφού η τελευταία δεν φρόντισε να πληρούνται όλοι οι υφιστάμενοι κανονισμοί ασφαλείας στα καταλύματα που είχε επιλέξει για διαμονή των πελατών της, ενώ ιστορούσε ακόμη ότι η παραπάνω ασκηθείσα αγωγή αποζημιώσεως γνωστοποιήθηκε σ' αυτήν (ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα) κατά τον μήνα Αύγουστο του έτους 2009 και ακολούθως κοινοποιήθηκε περαιτέρω στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη στις 21-8-2009.
Ιστορούσε ακόμη η ενάγουσα ότι η ως άνω εταιρία ... ήρθε σε συμβιβασμό με την προαναφερθείσα αλλοδαπή που τραυματίσθηκε και ότι ο συμβιβασμός αυτός επικυρώθηκε με την από 25/2/2010 απόφαση του αρμοδίου αγγλικού δικαστηρίου και στις 11/4//2011 η τελευταία ως άνω αλλοδαπή εταιρία ενημέρωσε την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ότι εξ αιτίας του προαναφερθέντος δικαστικού αγώνα αναγκάστηκε να δαπανήσει συνολικά το χρηματικό ποσό των 161.001,94 ευρώ, λόγω καταβληθείσης αποζημίωσης στην προαναφερθείσα L.
J. L. αλλά και λόγω δικαστικών της εξόδων, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο. Ιστορούσε ακόμη η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ότι κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, από το προαναφερθέν χρηματικό ποσόν η αλλοδαπή εταιρία ... απαίτησε από αυτήν (την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα) να της καταβάλει το χρηματικό ποσόν των 150.000 ευρώ, το οποίο θα καλυπτόταν από την επίδικη ασφαλιστική σύμβαση.
Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και κατόπιν νομότυπου περιορισμού του αγωγικού αιτήματος, η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία υποχρεούται να της καταβάλει το προαναφερθέν χρηματικό ποσό των 150.000 ευρώ νομιμοτόκως από 13-4-2011, οπότε έλαβε χώρα γνωστοποίηση στην εναγομένη της ως άνω σχετικής αξίωσης που διατηρεί η αλλοδαπή εταιρία ...
εναντίον της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Μετά την συζήτηση της ως άνω ασκηθείσης αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 12086/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, γιατί κρίθηκε ότι η σχετική αγωγική αξίωση είχε υποπέσει σε παραγραφή.
Ακολούθως κατά της ως άνω πρωτοβαθμίου αποφάσεως η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών την από 12-12-2018 έφεσή της, μετά την συζήτηση της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 81/2020 απόφαση του ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, με την οποίαν, αφού έγινε τυπικώς δεκτή, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η ως άνω ασκηθείσα έφεση.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τον λόγο της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ). Κατά την διάταξη του άρθρου 1 § 1 του Ν. 2496/1997 "με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει έναντι ασφαλίστρου στον συμβαλλόμενό της (λήπτη ασφάλισης) ή τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση)", ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 7 παρ. 7 του αυτού ως άνω Ν. 2496/1997 "αν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει το ασφάλισμα χωρίς υπαίτια καθυστέρηση.
Αν για τη διάγνωση της έκτασης του ασφαλίσματος απαιτείται μεγάλο χρονικό διάστημα, ο ασφαλιστής υποχρεούται, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση σε καταβολή του ποσού, για το οποίο δεν υπάρχει καθυστέρηση" και κατά τη διάταξη του άρθρου 10 του ίδιου νόμου "αξιώσεις που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση παραγράφονται, στις ασφαλίσεις ζημιών μετά από τέσσερα (4) χρόνια και στις ασφαλίσεις προσώπων μετά από πέντε (5) χρόνια από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν".
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 του ίδιου ως άνω νόμου "η ασφάλιση αστικής ευθύνης περιλαμβάνει τις δαπάνες που προέρχονται άμεσα από την απόκρουση και ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων κατά του λήπτη της ασφάλισης, που γεννήθηκαν από πράξεις ή παραλείψεις του για τις οποίες είχε συμφωνηθεί ασφαλιστική κάλυψη".
Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων του ίδιου ως άνω νόμου, προκύπτει ότι στη σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης έναντι τρίτων, η αξίωση του ασφαλισμένου από τη σύμβαση αυτή έναντι του ασφαλιστή για ζημιές όχι δικές του αλλά τρίτων, για τις οποίες δημιουργείται αποζημιωτική ενοχή του ασφαλισμένου, γεννιέται μεν, όχι από την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος, δηλαδή όχι από τον χρόνο που συνέβη το ζημιογόνο γεγονός, όπως π.χ.
επί της υποχρεωτικής ασφάλισης της αστικής ευθύνης από τη λειτουργία αυτοκινήτου, αλλά όταν ο ζημιωθείς τρίτος, έναντι του οποίο ευθύνεται προς αποζημίωση ο ασφαλισμένος, επιδώσει στον τελευταίο, όχι αποκλειστικά την σχετική προς αποκατάσταση της ζημιάς του αγωγή, αλλά και εξώδικη δήλωση - όχληση, η οποία αρκεί για να αρχίσει από τότε η σύνδεση του αποτελέσματος του ζημιογόνου γεγονότος (ζημίας) με την περιουσία του ασφαλισμένου και για να επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, έστω και αν δεν έχει προσδιοριστεί με δικαστική απόφαση ή εξώδικο συμβιβασμό το μέγεθος της αξίωσης του ζημιωθέντος τρίτου (ΑΠ 293/2008).
Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε, παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον μοναδικό λόγο της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο για την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, συνιστάμενη στην ευθεία παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 10 του Ν. 2496/1997, στην οποία, όπως ισχυρίζεται υπέπεσε αυτό (Εφετείο) με το να δεχθεί ότι ύστερα από την προς αυτήν (αναιρεσείουσα) σχετικής επίδοσης εξώδικης δήλωσης - όχλησης, η επίδικη αγωγική αξίωσή της (ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης) από την ασφαλιστική σύμβαση που είχε συνάψει με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, έχει υποπέσει σε παραγραφή, αφού από το τέλος του έτους που γεννήθηκε η εν λόγω αξίωσή της (δηλαδή από το τέλος του έτους 2009), μέχρι την άσκηση της ως άνω ασκηθείσης αγωγής της, παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον των τεσσάρων ετών.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της ως άνω προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 81/2020 αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε αναιρετικώς ανελέγκτως κατ' άρθρον 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία σχετικό μέρος, τα ακόλουθα: "...Από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα της ενάγουσας, Ν.
Κ., που εξετάστηκε νόμιμα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικότερα στη συνέχεια, μολονότι δεν παραλείπεται κανένα κατά την ουσιαστική εκτίμηση της υπόθεσης, αποδεικνύονται τα ακόλουθα:
Δυνάμει σύμβασης ασφάλισης, που καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης στην Αθήνα και αποδεικνύεται από το υπ' αριθμ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο, η τελευταία ανέλαβε έναντι ασφαλίστρου ποσού 950 ευρώ, να καλύψει για το χρονικό διάστημα από 1/7/2006 έως 1/7/2007 την κατά νόμο αστική ευθύνη της ενάγουσας έναντι τρίτων, όπως προβλέπεται από τις περί αδικοπραξίας διατάξεις του ΑΚ (άρθρα 914-938) και/ή άλλα νομοθετήματα, στα πλαίσια λειτουργίας της ξενοδοχειακής μονάδας, που η ενάγουσα διατηρεί στην περιοχή της Λίνδου στη νήσο Ρόδο, με ανώτατο όριο αποζημίωσης κατ' άτομο το ποσό των 150.000 ευρώ.
Περαιτέρω, στις 28/9/2006, η L. J. L., μόνιμος κάτοικος Αγγλίας, προς την οποία η ενάγουσα παρέσχε τις ξενοδοχειακές της υπηρεσίες, μέσω της εταιρίας ..., με την οποία είχε συνάψει σύμβαση παροχής υπηρεσιών, κατεβαίνοντας από τη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου από τις εξωτερικές σκάλες, οι οποίες ήταν ολισθηρές λόγω προηγηθείσας βροχής, γλίστρησε και έπεσε.
Μετά ταύτα μετακομίστηκε αμέσως στο νοσοκομείο της Ρόδου, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κάταγμα των 4ου (Τ4) και 6ου (Τ6) θωρακικών σπονδύλων. Αφού νοσηλεύτηκε για μία βδομάδα στο ανωτέρω νοσοκομείο, διαμετακομίστηκε στην Αγγλία για περαιτέρω νοσηλεία και θεραπεία. Ακολούθως, η ως άνω τραυματισθείσα άσκησε, στις 16/12/2008, αγωγή ενώπιον των αγγλικών δικαστηρίων και δη ενώπιον του Ανώτερου Δικαστηρίου του ..., διεκδικώντας αποζημίωση για τον προαναφερόμενο τραυματισμό της, κατά της εταιρίας ..., μέσω της οποίας είχε επιλέξει προς διαμονή το ξενοδοχείο της ενάγουσας.
Η ως άνω αλλοδαπή εταιρία γνωστοποίησε τον Αύγουστο του έτους 2009, την εν λόγω αγωγή σ' αυτήν (την ενάγουσα), η οποία με την σειρά της ενημέρωσε σχετικά την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία και βάσει της συναφθείσας μεταξύ της ... και αυτής (της ενάγουσας) από 4/4/2005 συμφωνίας-σύμβασης παροχής υπηρεσιών, η τελευταία ήταν υποχρεωμένη έναντι ανταλλάγματος να θέτει την ξενοδοχειακή της μονάδα και τις συναφείς υπηρεσίες της στη διάθεση των πελατών της ..., που επιθυμούσαν να διάγουν τις διακοπές τους στη Ρόδο, κατά το χρονικό διάστημα από 1/5/2006 έως 1/10/2006, ενώ επιπλέον είχε αναλάβει την υποχρέωση να αποζημιώσει την εν λόγω εταιρία για οποιαδήποτε ζημία (τραυματισμό, υλικές ζημίες, δαπάνες), θα καθίστατο αυτή υπεύθυνη έναντι των πελατών της, από υπαιτιότητα της ενάγουσας.
Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι στο πλαίσιο της παραπάνω δίκης στην Αγγλία διεξήχθησαν αποδείξεις, από τις οποίες προέκυψε ευθύνη της ενάγουσας στην πρόκληση του ατυχήματος της L. J. L., καθώς διαπιστώθηκε ότι στις βαθμίδες (σκαλοπάτια) της σκάλας, όπου και γλίστρησε, παρόλο που είχαν τέτοιο εύρος και είχαν κατασκευαστεί από τέτοιο υλικό (μάρμαρο), ώστε να δημιουργείται κίνδυνος γλιστρήματος, δεν είχε τοποθετηθεί κοντά στην ακμή τους αντιολισθηρό υλικό, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 13 παρ. 4.6.β' της ΥΑ 3046/304/30-1-1989.
Στη συνέχεια επήλθε συμβιβασμός, δυνάμει του οποίου αναγνωρίστηκε ότι η ... ήταν υπεύθυνη για την αποζημίωση της L. J. L., με ταυτόχρονη αναγνώριση από την τελευταία συντρέχοντος πταίσματός της σε ποσοστό 30%. Ο συμβιβασμός αυτός επικυρώθηκε με την από 25/2/2010 απόφαση του αρμοδίου δικαστηρίου (H. C. J. Q. B. D.), με την οποία κρίθηκε το θέμα της υπαιτιότητας και αποφασίστηκε, α) να εκδοθεί απόφαση υπέρ της ενάγουσας (L.
J. L.) για την καταβολή σε αυτήν του 70% των ζημιών που θα της επιδικαστούν ή συμφωνηθούν, β) η δίκη ως προς τον προσδιορισμό του ύψους της αποζημίωσης, που είχε αρχικώς οριστεί για τις 15 έως 17 Φεβρουαρίου 2010, να ματαιωθεί, γ) η ... να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας κατά τον προβλεπόμενο τρόπο, δ) η ...
να καταβάλει στην εκεί ενάγουσα το ποσό των 25.000,00 λιρών έναντι των προαναφερθέντων δικαστικών της εξόδων, καθώς επίσης, ε) να καταβάλει στην τραυματισθείσα το ποσό των 12.500,00 λιρών, έναντι των ζημιών της τελευταίας. Στις 11/4/2011 η ... γνωστοποίησε στην ενάγουσα ότι είχε δαπανήσει διάφορα ποσά για το χειρισμό της απαίτησης της L.
J. L. εξ αιτίας του προαναφερόμενου ατυχήματος της, τα οποία ανέρχονταν συνολικώς στο ποσό των 142.201,48 λιρών, ήτοι 161.001,94 ευρώ και εν τέλει αξίωσε, κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, την καταβολή μόνο του ποσού των 150.000 ευρώ, που υπολόγιζε ότι θα καλυπτόταν από την επίδικη ασφαλιστική σύμβαση. Η ενάγουσα δε με τη σειρά της ενημέρωσε σχετικά την εναγομένη, καλώντας την ταυτόχρονα να της καταβάλει το ως άνω ποσό, με βάση το μεταξύ τους ασφαλιστήριο συμβόλαιο και άσκησε εις βάρος της την ένδικη αγωγή.
Πλην, όμως, η παραγραφή της επίδικης αγωγικής αξίωσης της ενάγουσας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 του νόμου 2496/1997, αφετεριάζεται στο τέλος του έτους 2009, αφού τον Αύγουστο του ίδιου έτους της γνωστοποιήθηκε η προαναφερόμενη αγωγή που ασκήθηκε από την L. J. L. εναντίον της .... Και, ναι, μεν, η αγωγή αυτή δεν στρέφονταν εναντίον της νυν ενάγουσας, η γνωστοποίηση όμως αυτής από την αντισυμβαλλομένη της και εκεί εναγομένη ..., είχε την έννοια της ενημέρωσης ότι ανοίχθηκε δίκη προς αποζημίωση για αιτία, που βάσει της μεταξύ τους σύμβασης, η νυν ενάγουσα ήταν δικονομική εγγυήτρια, υπό την έννοια ότι υποχρεούτο βάσει της σύμβασης αυτής να καταβάλει στην εκεί εναγομένη-αντισυμβαλλομένη της, ό,τι αυτή θα καλείτο να καταβάλει στα πλαίσια της εκεί δίκης, οπότε είχε δικαίωμα να ενημερωθεί και παρακολουθεί την εξέλιξη της δίκης αυτής ακόμα και να συμμετάσχει στα πλαίσια αυτής και του συμβιβασμού.
Συνεπώς, η ως άνω γνωστοποίηση της αγωγής αυτής στη νυν ενάγουσα υπέχει θέση εξώδικης δήλωσης-όχλησης της αντισυμβαλλομένης της ... περί της επικείμενης άσκησης, εις βάρος της, των από τη μεταξύ τους σύμβαση δικαιωμάτων της, για αποζημίωση ένεκα του προαναφερόμενου τραυματισμού, ο οποίος ενέπιπτε στους ασφαλισμένους κινδύνους.
Ήτοι, από το χρονικό αυτό σημείο της γνωστοποίησης της ως άνω αγωγής, επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση για τον κίνδυνο για τον οποίο ήταν ασφαλισμένη η νυν ενάγουσα με το υπ' αριθμ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο στην εναγομένη και, ανεξάρτητα του ότι αυτή δεν γνώριζε ακόμη το ακριβές ύψος της αποζημίωσης, την οποία θα καλείτο να καταβάλει στην αντισυμβαλλομένη της, με βάσει τη δικαστική απόφαση που θα εκδίδετο ή με βάσει το συμβιβασμό που θα επιτυγχάνετο, εντούτοις, ξεκίνησε η παραγραφή της έναντι της εναγομένης επίδικης αγωγικής της αξιώσεως, από το τέλος του έτους στο οποίο αυτό επισυνέβη, δηλαδή από το τέλος του έτους 2009, οπότε μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, στις 6/3/2014, μεσολάβησε χρονικό διάστημα πλέον της τετραετίας.
Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγοντας η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία έκρινε ότι η επίδικη αξίωση έχει υποπέσει στην παραγραφή του άρθρου 10 του νόμου 2496/97, κατά παραδοχή αντίστοιχα προβαλλόμενης ένστασης της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας και απέρριψε την επίδικη αγωγή, ορθά το νόμο εφάρμοσε και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου του αντίστοιχου μοναδικού λόγου εφέσεως και αυτής της ίδιας της έφεσης στο σύνολό της...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και ειδικότερα, με το να δεχθεί ότι η σχετική αξίωση της αναιρεσείουσας που απέρρεε από την προαναφερθείσα ασφαλιστική σύμβαση παραγράφηκε μετά από την πάροδο τεσσάρων ετών, από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε αυτή, γιατί έκτοτε πραγματώθηκε η ασφαλιστική περίπτωση (κίνδυνος), έστω και αν δεν είχε προσδιορισθεί επακριβώς με δικαστική απόφαση ή με εξώδικο συμβιβασμό το μέγεθος της αξιώσεως της τρίτης που ζημιώθηκε και επομένως, ούτε και το ποσό της αποζημιώσεως του ασφαλισμένου έναντι του ασφαλιστή και συγκεκριμένα, δεχόμενο ότι από το τέλος του έτους 2009, εντός του οποίου (μήνας Αύγουστος) γνωστοποιήθηκε στην αναιρεσείουσα η ως άνω ασκηθείσα αγωγή της αλλοδαπής, θεωρείται ότι επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση για τον κίνδυνο για τον οποίο ήταν ασφαλισμένη η αναιρεσείουσα με το προαναφερθέν υπ' αριθμ. ...
ασφαλιστήριο συμβόλαιο στην ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία και, ανεξάρτητα του ότι αυτή (η αναιρεσείουσα) δεν γνώριζε ακόμη το ακριβές ύψος της αποζημίωσης, την οποία επρόκειτο να καταβάλει στην αντισυμβαλλομένη της, με βάσει την δικαστική απόφαση που επρόκειτο να εκδοθεί ή ενδεχομένως βάσει του συμβιβασμού που θα μπορούσε να επιτευχθεί μεταξύ των διαδίκων, εντούτοις, ξεκίνησε η παραγραφή της επίδικης αγωγικής της αξιώσεως, από το τέλος του έτους στο οποίο αυτό έλαβε χώρα η παραπάνω σχετική γνωστοποίηση, δηλαδή από το τέλος του έτους 2009, οπότε μέχρι την εκ μέρους της άσκηση της ένδικης αγωγής, που έλαβε χώρα 6-3-2014, μεσολάβησε χρονικό διάστημα πλέον της τετραετίας και συνεπώς η σχετική αξίωση της ενάγουσας υπέπεσε σε παραγραφή.
Το δευτεροβάθμιο λοιπόν δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 10 του Ν. 2496/1997 και συνεπώς, ο περί του αντιθέτου προαναφερθείς μοναδικός αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνεται αβάσιμος. Επομένως, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της ως άνω προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 81/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος που η τελευταία υπέβαλε με τις ενώπιον του Αρείου Πάγου από 7-1-2022 έγγραφες προτάσεις της (άρθρα 106, 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-6-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 81/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00 €), ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ