228/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη και Ζαμπέτα Στράτα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated228/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθ. 176, 183 και 191§2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
Full text
Απόφαση 228 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 228/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη και Ζαμπέτα Στράτα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 2α Οκτωβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ν. Π. του Σ., κατοίκου ... και 2. Φ. Π. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Χαράλαμπου Τσιρογιάννη.
Των αναιρεσίβλητων: Κ. συζ. Α. Γ., θυγ. Β. Π., κατοίκου ..., 2.Ε. θυγ. Α. Γ., συζ. Π. Χ., κατοίκου ..., 3. Α. Γ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Παπουτσή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2011 αγωγή της αρχικώς ενάγουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 187/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 296/2017 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-12-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αντίδικος στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Η κρινόμενη από 15-12-2017 (με αριθ. κατάθεσης 68/2017) αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθ. 296/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία αντιμολία των αναιρεσιβλήτων - εκκαλούντων και της αρχικής ενάγουσας - εφεσίβλητης, (που απεβίωσε μετά τη συζήτηση στο Εφετείο και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα της - αναιρεσείοντες) έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθ. 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της οριζόμενης από το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ διετούς προθεσμίας από την δημοσίευσή της, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής. Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από τους αναιρεσείοντες το παράβολο ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που προβλέπεται από την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 33 του ν. 4446/2016 (με έναρξη ισχύος από 23-1-2017).
Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 παρ. 1β, 556, 558 και 577 ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
2.Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια/που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, επιπλέον δε, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο και ενόψει των οποίων εξέφρασε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής.
Τούτο δε, διότι μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών το δικαστήριο προβαίνει σε συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου και μόνο, ενόψει αυτών, μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (άρθρο 578 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, πραγματικό μέρος της υπόθεσης, αλλά πρέπει, εκτός άλλων, να καθορίζεται η ουσιαστικού δικαίου διάταξη που παραβιάστηκε εκ πλαγίου και το νομικό σφάλμα του δικαστηρίου και να εκτίθενται οι παραδοχές αυτού, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε και ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής και να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια αυτών, δηλαδή, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση.
Η έκθεση στο αναιρετήριο των παραδοχών του δικαστηρίου είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί αν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε, και ο έλεγχος της ορθότητας του διατακτικού της απόφασης, από την οποία τελικά εξαρτάται και η ευδοκίμηση της αναιρέσεως.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος της αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες, αφού εκθέτουν στο αναιρετήριο το, κατά την εκδοχή τους, πραγματικό μέρος της υπόθεσης και την διαδικαστική πορεία της ασκηθείσας από την μητέρα τους αγωγής, με την οποία ζήτησε την αναγνώριση της κυριότητάς της επί του περιγραφομένου σ' αυτήν ακινήτου, την διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών στο οικείο κτηματολογικό βιβλίο και την απόδοση του επιδίκου σ' αυτήν, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την αγωγή κατά παραδοχή της προβληθείσας εκ μέρους της πρώτης εναγομένης- αναιρεσίβλητης ενστάσεως ιδίας κυριότητας, κτηθείσας πρωτοτύπως με τακτική χρησικτησία, τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμ. 1 εδ.
α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση : Α ) Εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τα άρθρα 974, 1041, 1042, 1043 και 1044 του ΑΚ, δεχόμενη ότι συντρέχουν στο πρόσωπο της πρώτης αναιρεσίβλητης οι προϋποθέσεις της τακτικής χρησικτησίας, καθόσον 1) δέχθηκε εσφαλμένα ότι συντρέχει το στοιχείο της καλής πίστης στο πρόσωπο της ως άνω αναιρεσίβλητης, διότι αποδείχθηκε ότι αυτή γνώριζε εξ αρχής ότι το γεωτεμάχιο, που αγόρασε με το ...9-2-1984 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Τρικάλων Β.
Γ., δεν μπορούσε να είναι συνεχόμενο με τα υπ' αριθμ. ... γεωτεμάχια χωρίς να παρεμβάλλεται το υπ' αριθ. ... γεωτεμάχιο ιδιοκτησίας της ενάγουσας, καθώς και από το γεγονός ότι τα ανωτέρω γεωτεμάχια δόθηκαν στο σύζυγο της (τρίτο αναιρεσίβλητο) με αναδασμό ... και επομένως δεν υφίστατο καλή πίστη κατά την απόκτηση του επιδίκου ακινήτου, και 2) δέχθηκε εσφαλμένα ότι συντρέχει το στοιχείο της άσκησης πράξεων νομής με διάνοια κυρίου επί του επιδίκου ακινήτου, διότι, όπως αποδείχθηκε και κατέθεσε ο μάρτυρας της ενάγουσας, η καλλιέργεια του επιδίκου από το σύζυγο της πρώτης αναιρεσίβλητης δεν ενείχε πράξη αντιποίησης νομής, καθόσον αυτό είχε παραχωρηθεί... (1ος λόγος αναίρεσης).
Β ) Δεν έχει νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών σχετικά με την πλήρωση των στοιχείων της καλής πίστης και της διάνοιας κυρίου, στηριζόμενη απλώς στο γεγονός ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη αφενός μεν έβαλε για καλλιέργεια αμπέλι με περίφραξη, αφετέρου δε ότι αυτή δεν θα έμπαινε στη διαδικασία... και έτσι καταλήγει ανεπαρκώς στο ότι δεν ισχύει ο ισχυρισμός της ενάγουσας περί παρακλητικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων, ότι σε κάθε περίπτωση η αιτιολογία αυτή είναι ανεπαρκής, καθόσον ακριβώς αυτό ήθελε να επιτύχει η πρώτη αναιρεσίβλητη, να καλλιεργεί δηλαδή όμορα τμήματα με τα γεωτεμάχια του συζύγου της και ότι ανεπαρκής και αυθαίρετη είναι η αιτιολογία ως προς την προσωρινή παραχώρηση του επιδίκου τμήματος με την παραδοχή "ότι η πρώτη εναγομένη εγκατέστησε στο επίδικο τμήμα αμπέλι που από τη φύση του είναι καλλιέργεια με πολυετή σκοπό, ενώ αν είχε πρόθεση για μία βραχυχρόνια παραχώρηση του ακινήτου της είναι προφανές ότι δεν θα συναινούσε σε μία τέτοιου είδους καλλιέργεια", προσέδωσε δηλαδή στη συγκεκριμένη καλλιέργεια έννοια αντίθετη με βάση τα έθιμα και τα διδάγματα της κοινής πείρας... ( 2ος λόγος αναίρεσης ) και Γ ) Εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε το άρθρο 79 παρ. 2 του Αγροτικού Κώδικα σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ν. 674/1977 περί αναδασμού, σχετικά με την τακτική χρησικτησία σε βάρος κληρούχου, δεχθείσα ότι η αναιρεσίβλητη απέκτησε κυριότητα στο επίδικο τμήμα, που είναι κληροτεμάχιο, με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας καθώς και το ότι δέχθηκε την επιτρεπτή κατάτμηση κληροτεμαχίου (3ος λόγος αναίρεσης).
Έχοντας το παραπάνω περιεχόμενο οι λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, προεχόντως λόγω αοριστίας, διότι δεν εκτίθενται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε και ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση της για την βασιμότητα της ενστάσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης - εναγομένης περί κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου με τακτική χρησικτησία, επιπλέον δε, δεν εκτίθενται:
α) σχετικά με τον πρώτο λόγο αναίρεσης το νομικό σφάλμα της προσβαλλόμενης και β) σχετικά με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η ουσιαστικού δικαίου διάταξη που παραβιάστηκε, καθώς και ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση. Ωσαύτως, οι δύο πρώτοι λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες, υπό το πρόσχημα συνδρομής των αναιρετικών λόγων των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττουν την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
3.Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή, λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη. Για την πληρότητα του ως άνω λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου κατά τα προεκτεθέντα ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίσης επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας.
Εν προκειμένω, με τον τέταρτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται (όπως κατά λέξη αναγράφεται στο αναιρετήριο) στο ότι "το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που προσκομίστηκε από τους διαδίκους και αξιολογήθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και, ειδικότερα, το έγγραφο, που είναι μία αεροφωτογραφία του έτους 1981,που ενσωματώνεται στην τεχνική έκθεση, από την οποία αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα - μητέρα μας είχε εγκατασταθεί στο επίδικο τμήμα και ασκούσε πράξεις νομής ως κληρούχος".
Έχοντας το παραπάνω περιεχόμενο ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν προσδιορίζονται: α) το αποδεικτικό μέσο (έγγραφο) που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και, ειδικότερα, σε ποία τεχνική έκθεση ενσωματώνεται η αεροφωτογραφία, καθώς και από ποία υπηρεσία αυτή ελήφθη και β) ο ισχυρισμός, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε η αεροφωτογραφία και η παραδεκτή επίκληση αυτού (ισχυρισμού) στο δικαστήριο της ουσίας, επιπλέον δε, δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι έγινε επίκληση της αεροφωτογραφίας από τους αναιρεσείοντες στο ίδιο, ως άνω, δικαστήριο.
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθ. 176, 183 και 191§2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-12-2017 αίτηση για αναίρεση της 296/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Φεβρουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ