228/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated228/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 29-4-2016 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 228 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 228/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 7 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Γ. Ε. Ο., 2)Μ. Ε. Ο., 3)Π. Ε. Ο. 4)Ε. Β. του Μ., 5)Φ. συζ. Μ. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Μιχαηλίδη.
Των αναιρεσίβλητων: 1)Ε. Γ. Χ., 2)Σ. συζ. Γ. Τ., το γένος Γ. Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ηλία Αρβανιτόπουλο
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-1-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, που παρέπεμψε την υπόθεση για εκδίκαση στο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου, 138/2012 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, 229/2014 του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-5-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 29-4-2016 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε να απορριφθεί καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του μεν άρθρου 1000 ΑΚ ο κύριος του πράγματος μπορεί, εφόσον δεν προσκρούει στο νόμο ή σε δικαιώματα τρίτων, να το διαθέτει κατ’ αρέσκειαν και να αποκρούει κάθε ενέργεια άλλου πάνω σ` αυτό, του δε άρθρου 1108 ΑΚ, αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον.
Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι η αρνητική αγωγή ασκείται στην περίπτωση μερικής και όχι ολικής προσβολής της κυριότητας, δηλαδή όταν ο κύριος διαταράσσεται στη νομή του που ασκεί επί του πράγματος και όχι όταν προσβάλλεται με άλλο τρόπο, όπως με την αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, οπότε προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή κατ’ αυτού που κατέχει το πράγμα.
Διατάραξη της κυριότητας (ή συγκυριότητας) αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας, δηλαδή όταν ο εναγόμενος ενεργεί στο πράγμα πράξεις, τις οποίες μόνο ο κύριος δικαιούται να ενεργήσει ή όταν εμποδίζει τον κύριο να τις ενεργήσει στο δικό του πράγμα, η δε διατάραξη αυτή έχει ως συνέπεια την μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση ορισμένων μόνο εξουσιών από την κυριότητα επί του πράγματος.
Επιπροσθέτως, ο κύριος μπορεί να απαιτήσει και την αναγνώριση της κυριότητάς του στο επίδικο (άρθρο 70 ΚΠολΔ), όταν αυτή αμφισβητείται από τον εναγόμενο, οπότε η αγωγή έχει χαρακτήρα αρνητικής αγωγής του άρθρου 1108 ΑΚ, στην οποία έχει σωρευτεί παραδεκτά και αναγνωριστική αγωγή κυριότητας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, όχι δε και δικονομικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που καθορίζει τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας.
Η παραβίαση αυτή συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής. Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει αναιρετικό λόγο.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: " Οι ενάγοντες είναι κύριοι, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενός αγρού, εκτάσεως 20.733 τμ...... που βρίσκεται στην περιοχή ..., της κτηματικής περιφέρειας της τέως κοινότητας ... ...
και ήδη ομωνύμου δημοτικού διαμερίσματος του δήμου ... Δωδεκανήσου, συνορεύει δε... Το ως άνω ακίνητο περιήλθε στους ενάγοντες λόγω αγοράς από την Ά. χήρα Μ. Μ. το γένος Ε. Κ., δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1987 συμβολαίου αγοραπωλησίας του τότε συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη ... Ν. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ......
Η προαναφερόμενη δικαιοπάροχος των εναγόντων απέκτησε το ως άνω ακίνητο με τα προσόντα της χρησικτησίας, καθόσον από το έτος 1935 που της δόθηκε ως προίκα από τον πατέρα της, με το από 7-3-1935 ιδιωτικό προσύμφωνο, μέχρι το έτος 1987, που το πώλησε στους ενάγοντες, νεμόταν συνεχώς, με διάνοια κυρίας, τον αγρό αυτό ασκώντας προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις, ήτοι τον καθάριζε από άγρια βλάστηση, τον καλλιεργούσε με σιτηρά, τον επέβλεπε, τον οριοθετούσε και τον προστάτευε από καταπατητές.
Τις ίδιες πράξεις νομής συνέχισαν να ασκούν στο ακίνητο αυτό οι ενάγοντες, με διάνοια κυρίων, από τότε που το αγόρασαν (1987) μέχρι την άσκηση της αγωγής είτε οι ίδιοι είτε μέσω τρίτων. Συγκεκριμένα περιέφραξαν το επίδικο με συρματόπλεγμα, το καθάριζαν και το καλλιεργούσαν με σιτηρά και βρώμη. Μάλιστα, το έτος 1998 ο πρώτος ενάγων εκμίσθωσε το επίδικο για ένα έτος στην έκτη εναγομένη, προκειμένου η τελευταία να το καλλιεργήσει και να καθαρίσει τα χόρτα (βλ.
το προσκομιζόμενο με επίκληση από 14-11-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό). Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα, το επίδικο ακίνητο περιήλθε στη συγκυριότητα των εναγόντων με παράγωγο τρόπο, ήτοι με αγορά από αληθή κυρία, η οποία είχε καταστεί κυρία του ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, με συνεχή νομή από το έτος 1935 μέχρι το έτος 1987.
Σε κάθε περίπτωση οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι του ακινήτου και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία), με το συνυπολογισμό στο δικό τους χρόνο νομής (από το έτος 1987 μέχρι το έτος 2005) και του χρόνου νομής της δικαιοπαρόχου τους, ως προς την έκτακτη χρησικτησία. Το εν λόγω δικαίωμα συγκυριότητας των εναγόντων στο επίδικο ακίνητο, δεν αποδείχθηκε ότι καταλύθηκε από τους εναγομένους.
Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι κατέστησαν κύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αφού ουδόλως αποδείχθηκε από το προαναφερόμενο αποδεικτικό υλικό, αλλά ούτε και από την κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως, Μ. Σ., συζύγου της έκτης εναγομένης, ότι οι εναγόμενοι και οι δικαιοπάροχοί τους νέμονταν το επίδικο ακίνητο επί συνεχή εικοσαετία.
Ούτε από το προσκομιζόμενο από τους εναγομένους από 23-2-1967 ιδιωτικό έγγραφο ("πωλητήριον"), στο οποίο γίνεται αναφορά πώλησης αγρού που βρίσκεται στη θέση "κάτω αγρός" από τη δικαιοπάροχο των εναγόντων Ά. Μ. Ε. Ο. (πατέρα των εναγομένων), συνάγεται παράδοση της νομής του επιδίκου ακινήτου στον ως άνω δικαιοπάροχο των εναγομένων, καθόσον το Δικαστήριο διατηρεί εύλογες αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο ιδιωτικό έγγραφο αφορά το επίδικο ακίνητο, αφού η θέση και τα όρια του εν λόγω πωληθέντος ακινήτου δεν ταυτίζονται με τα όρια του επιδίκου.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το Φεβρουάριο 2004 οι εναγόμενοι εισήλθαν στο επίδικο ακίνητο και συγκεκριμένα στο νότιο τμήμα του, εκτάσεως 13.516 τμ, όπως εμφαίνεται με στοιχεία... στο από Οκτωβρίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π. Χ., και τοποθέτησαν σιδηροπασσάλους με συρματόπλεγμα κατά τέτοιον τρόπο, ώστε απέκλεισαν από τους ενάγοντες την πρόσβαση στο τμήμα αυτό, επίσης τοποθέτησαν ξύλινη πινακίδα που αναγράφει "Ιδιοκτησία Ε.
Ο." και έγραψαν σε πέτρες με μπογιά τα αρχικά "Ε.ΟΙ." επιπρόσθετα δε κατασκεύασαν πρόχειρο κοτέτσι μέσα στο τμήμα αυτό του επιδίκου. Οι ανωτέρω ενέργειες των εναγομένων σε βάρος της ιδιοκτησίας των εναγόντων είναι αυθαίρετες και παράνομες, αμφισβητούν δε και διαταράσσουν τη συγκυριότητα των εναγόντων επί του ως άνω τμήματος του ακινήτου τους".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, αναγνωρίζοντας αυτούς συγκυρίους της επίδικης εδαφικής έκτασης και υποχρεώνοντας τους αναιρεσείοντες να άρουν την επ’ αυτής κάθε είδους προσβολή και να την παραλείπουν στο μέλλον, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την προαναφερθείσα διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1108 ΑΚ, εφόσον διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, με βάση τα λεπτομερώς εκτιθέμενα αποδεικτικά μέσα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή της, ο δε τ’ αντίθετα υποστηρίζων κατ’ εκτίμηση του αναιρετηρίου, πρώτος κατά το δεύτερο μέρος του αναιρετικός λόγος από το άρθρο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση περί του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 984 και 989 ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον οι προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, οι οποίες αναφέρονται σε προσβολή της νομής, η πρώτη και σε προστασία του νομέως σε περίπτωση διατάραξης της νομής του, η δεύτερη, δεν ευρίσκουν έδαφος εφαρμογής επί σωρεύσεως αρνητικής και αναγνωριστικής κυριότητας αγωγών, όπως εν προκειμένω.
Κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσίβλητου.
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 25/2003). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά βάσιμος αν, παρά τη βεβαίωση του τελευταίου, από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και το σύνολο των αιτιολογιών της δεν καθίσταται αδιστάκτως (απολύτως) βέβαιο, αλλ’ αντίθετα καταλείπονται αμφιβολίες περί του εάν, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (Ολ ΑΠ 2/2008).
Η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, προσάπτεται η, κατά τους αναιρεσείοντες από τους αριθμούς 8 και 19 του ανωτέρω άρθρου, πλημμέλεια ότι δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιον αν η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη και εξετίμησε τα προσαχθέντα με επίκληση σχεδιαγράμματα από Νοεμβρίου 1987 και Οκτωβρίου 2004του μηχανικού Π.
Χ. Αυγούστου 1986 του μηχανικού Γ. Γ. και εκείνο του μηχανικού Γ. Γ., στα οποία καθορίζεται η θέση και η επιφάνεια του επιδίκου. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη ως αποδεικτικά μέσα, πέραν των μνημονευομένων ενόρκων μαρτυρικών καταθέσεων και των ενόρκων βεβαιώσεων για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και τα ανωτέρω έγγραφα, εφόσον μάλιστα σ’ αυτήν (απόφαση) αναφέρεται αυτολεξεί "...και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...", χωρίς να υφίσταται ανάγκη ειδικότερης μνείας και αξιολόγησης ενός εκάστου τούτων.
Συνεπώς, ο σχετικός δεύτερος από τον αριθμό 11 γ’ (και όχι 8 και 19) του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Περαιτέρω ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, για τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων, καθώς και για την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Ο αναιρετικός λόγος της διάταξης του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον ΚΠολΔ, κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445).
Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ` άρθρο 340, εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι’ αυτό ο νόμος και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 168/2015).
Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο προσάπτεται η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι "η κρίση του δικαστηρίου (Εφετείου) περί του ότι ουδέν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση περί μισθώσεως του (επιδίκου) ακινήτου κατόπιν έγγραφης συμφωνίας μεταξύ της Ε. Χ. και Φ. Σ. είναι εσφαλμένη, αφού από το με επίκληση προσαχθέν από 14-11-1998 έγγραφο συμφωνητικό αποδεικνύεται πλήρως η μεταξύ αυτών μίσθωση και οι όροι αυτής".
Πλην όμως, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι σ’ αυτήν γίνεται ρητή αναφορά στην ανωτέρω σύμβαση, στο έγγραφο της οποίας, ως αποδεικτικό στοιχείο, το Εφετείο δεν προσέδωσε μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι’ αυτό ο νόμος.
Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-5-2014 αίτηση των Γ. Ο., Μ. Ο., Π. Ο., Ε. Β. και Φ. συζ. Μ. Σ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 229/2014 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ